
Για το μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Κοτζιά «Φανταστική περιπέτεια» (εκδ. Πατάκη). Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς με τον Στρατή Τσίρκα το 1975. © Αρχείο οικογενείας Κοτζιά
Γράφει ο Αντώνης Γουλιανός
Η επανέκδοση της Φανταστικής περιπέτειας του Αλέξανδρου Κοτζιά από τις εκδόσεις Πατάκη είναι αναμφίβολα σημαντικό εκδοτικό γεγονός. Δημοσιευμένο για πρώτη φορά το 1985, από τις εκδόσεις Κέδρος, το σατιρικό μυθιστόρημα του κριτικού και συγγραφέα Αλέξανδρου Κοτζιά αποτέλεσε ήδη από την εποχή της δημοσίευσής του θέμα συζήτησης και κριτικής ενασχόλησης, αφού πρόκειται για ένα βιβλίο που καταπιάνεται με τον καυτηριασμό της νεοελληνικής λογοτεχνικής σκηνής.
H υπόθεση του μυθιστορήματος είναι αρκετά απλή: ο Αλέξανδρος Καπάνταης, μια φιγούρα φτασμένου -και φαντασμένου- συγγραφέα με άκρες στο δημόσιο, που έχει καταφέρει να κερδίσει κρατικά βραβεία και αναγνώριση με γαλιφιές και δημόσιες σχέσεις, ετοιμάζεται να τιμηθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού για τα σαράντα χρόνια «προσφοράς» του στα Γράμματα. Τυγχάνει βεβαίως να είναι εντελώς ατάλαντος και ημιμαθής.
Ο Κοτζιάς ακολουθεί το τέχνασμα του Τζόις στον Οδυσσέα, και οι 321 σελίδες του βιβλίου αφορούν αποκλειστικά το 24ώρο της ημέρας της βράβευσης του Καπάνταη. Όσο κι αν αυτό ακούγεται απαιτητικό ή δυσχερές αφηγηματικά, η ημέρα του ήρωα είναι γεμάτη με ποικιλία περιστατικών, από την προσπάθεια να βρεθεί με τη θυμωμένη ερωμένη του μέχρι την αποστασία του γιού του από τον στρατό. Ο περιορισμός σε ένα 24ώρο κάνει μάλιστα την αφήγηση ακόμα πιο σπαρταριστή, αφού ο αναγνώστης εισέρχεται από την πρώτη στιγμή σε ένα φαρσικό θεατρικό χάος, μιας και εκτός της προετοιμασίας για τον εορτασμό, ο Καπάνταης συλλέγει επιμελώς έγγραφα για τον βιογράφο του (ετοιμάζεται η βιογραφία του, όπως είναι φυσικό!), αλληλογραφεί με «συναδέλφους», ενώ παράλληλα καυγαδίζει τοιουτοτρόπως με την γυναίκα του, αλλά και με την ερωμένη του.
Η αφήγηση, όπως γίνεται φανερό, πλουτίζεται με εσωτερικούς μονολόγους, συμπερίληψη εγγράφων, παράθεση επιστολών, ανθολογημένα αποσπάσματα εφημερίδων, καθώς και μία σειρά από τα τάχα «αριστουργηματικά» έργα του Καπάνταη, στα οποία δεικνύεται προδήλως η έλλειψη ταλέντου και σοβαρότητάς του.
Ο Αλέξανδρος Καπάνταης και το «έργο» του
Παραλλήλως, κατέχοντας υψηλή θέση ως κρατικός λειτουργός, ο «βραβευμένος» Καπάνταης μάς ξεναγεί και σε ένα μεγάλο κομμάτι της καφκικής συνθήκης που διέπει το κωλυσιεργικό ελληνικό δημόσιο. Η καυστικότητα του Κοτζιά αγγίζει, συνεπώς, εκτός του λογοτεχνικού, το πολιτικό και εργασιακό φάσμα, ενώ ταυτοχρόνως καυτηριάζει και τη φαινομενικά «αγία ελληνική οικογένεια», που ύμνησαν οι χουντικοί, ως ένα προικοθηρικό συμβόλαιο του Καπάνταη, ο οποίος διατηρεί εξωσυζυγικούς δεσμούς και υποτιμά με κάθε τρόπο τη γυναίκα του.
Ο συγγραφέας φροντίζει να μας δείξει πολλαχώς και κωμικώς τη λογοτεχνική ανεπάρκεια του ήρωά του. Παρεμβάλλονται έτσι αποσπάσματα έργων του Καπάνταη που ο ίδιος θεωρεί αριστουργηματικά, αλλά και παρατίθενται αυτουσίως τα ασυνάρτητα και γελοιωδώς εκπεφρασμένα πομπώδη στιχάκια του, τα οποία μάλιστα έχουν καταλήξει, περιέργως, βραβευμένα:
«Λίκνο περίφημο
υψώνεις περήφανο
σαν αετό αήττητο
το αέτωμα
τέως του κορμιού νοσοκομείο
και τώρα του πνεύματος...
και τώρα...» (σελ 150)
Το χιούμορ του Κοτζιά είναι στυγνό: «Σαράντα χρόνια πάλεμα με την ποίηση» τιτλοφορείται η γιορτή. Προφανώς, από το πάλεμα η ποίηση υπέκυψε στα ανεπανόρθωτα τραύματα που της προκαλούν οι απανταχού Καπαντάηδες.
Όπως αντιλαμβανόμαστε, παρότι το βιβλίο εκδόθηκε την δεκαετία του 1980, παραμένει επίκαιρο λόγω των εύστοχων και, δυστυχώς, διαχρονικών παρατηρήσεων του Κοτζιά για φαινόμενα που μαστίζουν τον χώρο της λογοτεχνίας. Συγκλίνει έτσι με άλλα μυθιστορήματα παρόμοιας θεματολογίας που, όπως διαπιστώνει και ο Δημήτρης Τζιόβας στη μελέτη του, Η Ελλάδα από τη Χούντα στην Κρίση – Η κουλτούρα της μεταπολίτευσης, στέκονται επικριτικά και αυτοαναφορικά ως πορτρέτα κριτικής και σκωπτικής επισκόπησης της λογοτεχνικής σκηνής. Παρόμοιας θεματικής βιβλία είναι η Πινακοθήκη τεράτων του Μιχάλη Μιχαηλίδη, Το ακατέργαστόν μου, που εκδόθηκε με το ψευδώνυμο του κεντρικού ήρωα της ιστορίας, Άλκη, ως Αλίκη Ντουφεξή Πόουπ κ.ά. Αν φυσικά εξετάσουμε τη νεοελληνική λογοτεχνία από την αυγή του 20ού αιώνα μέχρι το τέλος του, υπάρχουν και επιμέρους περιπτώσεις, με πιο ενδεικτική αυτή του Γιάννη Σκαρίμπα, με το μυθιστόρημά του, Το σόλο του Φίγκαρο, που αποτελεί παρομοίως λογοτεχνική σάτιρα.
Ο ήρωας του Κοτζιά, δηλαδή, σκιαγραφείται στοχευμένα ως μια καρικατούρα, ως ένας μωρόμυαλος και ατάλαντος συγγραφέας που έχει κατορθώσει να βραβεύεται λόγω δημοσίων σχέσεων και κρατικής θέσης.
Η δεκαετία του 1980 άλλωστε, σηματοδοτεί, όπως καταγράφει και ο Τζιόβας στην προαναφερθείσα μελέτη του την αρχή της εμπορευματοποιημένης τέχνης στην Ελλάδα, καθώς οι εκδόσεις γνωρίζουν μια πρωτοφανή έκρηξη – κυρίως σε μυθιστορήματα, μιας και η ποίηση οπισθοχωρεί εκδοτικά. Η εμπορευματοποίηση της αγοράς του βιβλίου οδηγεί σε αύξηση των τίτλων και αλλαγή θεματολογίας προς εμπορικότερα είδη.
Ο Κοτζιάς, βεβαίως, μιας και κατέχει και την ιδιότητα του κριτικού, εκτός του συγγραφέα, πετυχαίνει εναργέστερα την αποτύπωση της επιφανειακότητας και των προωθητικών κριτικών ως μέρος μιας γενικότερης πολεμικής στον ευρύτερο πνευματικό χώρο της Ελλάδας. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τον προαναφερθέντα Μιχαηλίδη που, παρότι εξίσου επικρίνει την εκδοτική έκρηξη ως πτώση ποιότητας στα εκδιδόμενα βιβλία, βρίσκει τους κριτικούς κακεντρεχείς. Αντιθέτως, ο Κοτζιάς παρουσιάζει την οπτική ενός αντιήρωα, κατορθώνοντας ένα κωμικό, σχεδόν βολταιρικό, εύρημα, κάτι που δεν πράττουν ο Μιχαηλίδης ή/και η Ντουφεξή Πόουπ που παρουσιάζουν τους ήρωές τους σχεδόν ως παρεξηγημένες ιδιοφυίες.
Καρικατούρα συγγραφέα
Ο ήρωας του Κοτζιά, δηλαδή, σκιαγραφείται στοχευμένα ως καρικατούρα, ως ένας μωρόμυαλος και ατάλαντος συγγραφέας που έχει κατορθώσει να βραβεύεται λόγω δημοσίων σχέσεων και κρατικής θέσης. Ο Αλέξανδρος Καπάνταης είναι, εκτός των άλλων, ένας πολιτικός καιροσκόπος που προσαρμόζεται ανερυθρίαστα πότε στη μία και πότε στην άλλη παράταξη και ιδέα, ανάλογα με το ποια είναι η επικρατέστερη την εκάστοτε εποχή. Έτσι, άλλοτε παρουσιάζεται ως ενστερνιζόμενος τα δεξιά φρονήματα κι άλλοτε, όπως στην καταγεγραμμένη στο βιβλίο συνέντευξή του εν όψει των εορτασμών προς τιμήν του, ως υμνητής του Πολυτεχνείου (σελ. 130). Ο Κοτζιάς δεν παραλείπει να εμφανίσει και τα «ντοκουμέντα» που δεικνύουν τον πολιτικό τσαρλατανισμό και τις αντιφάσεις του ήρωά του, όπως επί παραδείγματι ένα κείμενο που χρονολογεί στο 1968, στο οποίο ο Καπάνταης υμνολογεί ενθουσιωδώς τη δικτατορία των συνταγματαρχών (σελ. 128).
Τα καυχήματα του ήρωα διανθίζουν επίσης το βιβλίο, χωρίς να λείπει και η εξακριβωτική γενικοποίηση του φαινομένου, μιας και παρατίθενται και επιστολές άλλων συγγραφέων με εγκωμιογραφίες προς τον εαυτό τους.
Ο Καπάνταης απέναντι στον Καβάφη και τον Σεφέρη
Μας αποκαλύπτεται, παρομοίως, η ζηλόφθονη φύση του ήρωα απέναντι σε καλύτερους δημιουργούς από εκείνον. Αντιπαλεύει τον Καβάφη, θεωρώντας πως οι δικοί του στίχοι για την Αλεξάνδρεια είναι ανώτεροι και πως θα έπρεπε να του δοθούν τα εύσημα μιας και ο ίδιος είναι «φυσιολογικός», ενώ ο Καβάφης εξυμνεί την «διαστροφή»: «Έτος Καβάφη, λέει, άθλιες υπερβολές! Δεν ντρέπονται; Παν μέτρον άριστον. Εγώ, αντί άλλου τινός, θα απαγγείλω κατιτί που σκάρωσα προ ολίγου τελείως απροσδόκητα: “Ω, της Αλεξάνδρειας γέννημα και θρέμμα, τα-τα-τά τα-τά -τά τα, τιμή και δόξα του έξω Ελληνισμού!» και προσθέτει: «Ως εδώ και μη παρέκει ο έπαινος! Γιατί εμείς οι της πλειοψηφίας που δεν είμεθα... χμ! Εμείς οι φυσιολογικοί τι θ’ απογίνουμε; Οφείλει η κριτική να σοβαρευτεί, ν’ ανανήψει εμπρός στην αντιλαϊκή συνωμοσία» (σελ. 102).
Αυτές οι απόψεις του κυριαρχούν σίγουρα έως σήμερα σε κομμάτι της εγχώριας «διανόησης» που αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία της διαφορετικότητας ως μια «woke» εκτροπή και όχι μέρος της λογοτεχνικής παράδοσης.
Αντιστοίχως, ο Κοτζιάς αναφέρει χιουμοριστικά και άλλες τέτοιες μεταφραστικές «επιτυχίες» του Καπάνταη και των λοιπών συστημικών του συναφιού του, οι οποίες πρακτικώς δεν διακριβώνουν την ποιότητα ενός έργου, αλλά συνήθως αφορούν τις δημόσιες σχέσεις του εκάστοτε δημιουργου.
Εξίσου απαξιωτικός, πάντως, στέκεται και απέναντι στον Σεφέρη, ο οποίος φαίνεται να απασχολεί συνεχώς τη σκέψη του. Έτσι, ο Τμηματάρχης στην υπηρεσία του, με το επίθετο «Σεφεριάδης», εξοργίζει τον Καπάνταη. Είναι τέτοια η λύσσα του που ο υφιστάμενος αναγκάζεται τελικώς να απολογηθεί, δικαιολογώντας τη συνωνυμία: «Κύριε Διευθυντά, κατ’ επανάληψις σας το ‘χω... απλή συνωνυμία... Ουδεμία σχέση έχω» (σελ. 76). Ο Καπάνταης ανταπαντά ξεσπώντας: «Ο αγύρτης, εισέπραξε το ξεπούλημα της Κύπρου σε νόμπελ», ενώ παρακάτω, τα βάζει και με τον Τσίρκα: «Οδός Στρατή Τσίρκα λέει, καθότι ενταύθα πέθανε ένας κάποιος τυχάρπαστος. Θα επιστήσω απόψε την προσοχή του Δημάρχου στις μετονομασίες, όχι και οι τσαλαπετινοί να διαθέτουν δικό τους δρόμο μετά θάνατον» (σελ. 252).
Η επιρροή του Καπάνταη
Στους εσωτερικούς μονολόγους του ήρωα, ακούμε τη δική του φιλόδοξη πλευρά, ένα αυτοεπαινετικό παραλήρημα στο οποίο διαμαρτύρεται εντόνως για το ότι θα έπρεπε να έχει διακριθεί και ο ίδιος ήδη με νόμπελ λογοτεχνίας. Σύμφωνα, μάλιστα, με το προσεκτικό σχέδιο που καταστρώνει, το οποίο περιλαμβάνει άφθονες ρεβεράντζες, αλλά και ποικίλες υποδόριες μηχανορραφίες, θεωρεί πως θα το επιτύχει λίαν συντόμως. Άλλωστε, όπως διαπιστώνει, «προσφάτως μεταφράστηκα και στα τσέχικα» (σελ. 25). Αντιστοίχως, ο Κοτζιάς αναφέρει χιουμοριστικά και άλλες τέτοιες μεταφραστικές «επιτυχίες» του Καπάνταη και των λοιπών συστημικών του συναφιού του, οι οποίες πρακτικώς δεν διακριβώνουν την ποιότητα ενός έργου, αλλά συνήθως αφορούν τις δημόσιες σχέσεις του εκάστοτε δημιουργού.
Πανομοιότυπη κερδοθηρική και συμφεροντολογική στρατηγική οργανώνει και ο Καπάνταης: «Το κάστρο μου στο υπουργείο το χρειάζομαι ακόμα. Λίγα χρόνια ώσπου να παγιωθεί η επιβολή μου στον κόσμο των Γραμμάτων, να επεκταθεί πανευρωπαϊκά η αναγνώριση - καλλιεργώ το έδαφος για να υποβάλω στην πρώτη ευκαιρία υποψηφιότητα στην Ακαδημία Αθηνών για να κινήσω τον κρατικό μηχανισμό ώστε να με προωθήσει ως τη Στοκχόλμη» (σελ. 133).
Οργώνει προς την επίτευξη αυτού του στόχου επιμελώς το έδαφος, με την προσεκτική συντήρηση μιας ευρείας αλληλογραφικής σχέσης με «παράγοντες» και άλλους παρατρεχάμενους του χώρου, καθώς και οποιονδήποτε θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος στη χρυσή μετριότητά του, ελπίζοντας στο μέλλον να συγκομίσει τους καρπούς των γαλιφιών του: «Έτσι σαράντα χρόνια γράφω-γράφω χιλιάδες χιλιάδων γράμματα (...) σε θαυμαστές μου, σε συναδέλφους ποιητές ή πεζογράφους ή δραματουργούς (...) σε κριτικούς, σε νεοελληνιστές, σε καθηγητές, ιεράρχες, κροίσους, πολιτικούς, μαικήνες, δημοσιογράφους, εκδότες, αρχισυντάκτες περιοδικών, διευθυντές εφημερίδων, μεταφραστές, φοιτητές, δασκάλους, βιβλιοθηκάριους, δημάρχους» (σελ. 74). Αυτή η περιγραφή μάς θυμίζει άμεσα τον διαδικτυακό δημοσιοσχετίστικο αριβισμό που επικρατεί στις μέρες μας.
Οι κριτικές για το έργο του χαρακτηρίζονται από εξίσου ασυνάρτητες μεγαλαυχίες, που δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν τις βλέψεις προώθησης, διασαλπίζοντας τη φανερή απουσία φιλολογικής ουσίας
Για το περιβόητο «έργο» του Αλέξανδρου Καπάνταη, μέσα από τα αποσπάσματά του, αλλά και από αποσπάσματα θριαμβευτικών κριτικών που αερολογούν αναιτίως και χωρίς στοιχεία υπέρ της μετριότητάς του, το αναγνωστικό υποκείμενο καταλαβαίνει πως δεν είναι τίποτε παραπάνω παρά ακατάληπτες φανφαρολογίες και πως ο Καπάνταης καταξιώνεται αποκλειστικά λόγω της πονηριάς του και όχι του ταλέντου του.
Ενδεικτικά, απαντά σε συνέντευξή του όταν ερωτάται για το τι γράφει αυτή την περίοδο, με μια συνήθη αόριστη κοινοτοπία που ακούμε κατά καιρούς μέχρι σήμερα: «Γράφω ένα μυθιστόρημα με θέμα τους νέους και με ήρωες νέους. Τα προβλήματα της νέας γενιάς» (σελ. 131).
Οι κριτικές για το έργο του χαρακτηρίζονται από εξίσου ασυνάρτητες μεγαλαυχίες, που δεν καταφέρνουν να ικανοποιήσουν τις βλέψεις προώθησης, διασαλπίζοντας τη φανερή απουσία φιλολογικής ουσίας: «Ο Α.Κ. χαρακτηρίζεται σαν μια από τις σημαντικότερες φωνές της σημερινής λογοτεχνίας μας. Ορειβάτης στις κορυφογραμμές της πνευματικής αγωνίας, συνείδηση ξάγρυπνη στα εθνικά και κοινωνικά προβλήματα των καιρών μας, τραγουδιστής του καθημερινού και του αιώνιου ανθρώπου» (σελ. 129).
Ο Κοτζιάς, ως λογοτεχνικός χαρακτήρας
Η γλώσσα του Κοτζιά, δεδομένου πως πρόκειται περί σάτιρας, διανθίζεται από ένα ευρύ φάσμα παραλλαγών, μεταξύ τύπων της καθαρεύουσας, ειδικότερα στα νομικά και διοικητικά έγγραφα, με ανύποπτου χρόνου αλλαγές στην λόγια και λαϊκή δημοτική, σε τοπικά ιδιώματα, καθώς και σε κοινολεκτούμενη αργκό της εποχής.
Από ένα τέτοιο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να λείπει και ο αυτοσαρκασμός, αλλά και η αυτοαναφορικότητα. Έχει παρατηρηθεί πως ο Κοτζιάς επιχειρεί μια κωμική ταύτιση μεταξύ του ίδιου και του ήρωά του, μιας και έχουν πολλά κοινά στοιχεία, με πρώτο, φυσικά, το μικρό τους όνομα. Περιέχεται μάλιστα και ένα περιστατικό όπου ο συγγραφέας συναντάει τον ήρωά του που του κάνει παράπονα γιατί ως κριτικός έχει αγνοήσει το βιβλίο του, μιας και ο μυθιστορηματικός Κοτζιάς αρνήθηκε να γράψει κριτική για αυτό: «Κύριε συνονόματε δεν μου τα κατάφερες καλά. Διάβασες το βιβλίο μου; (...) το έχεις στα χέρια σου έξι χρόνια, είσαι και κριτικός! (...) Το Νύχτα αξημέρωτη, Αλέξανδρε, τιμήθηκε με κρατικό βραβείο μυθιστορήματος» παραπονιέται ο Καπάνταης (σελ. 169) και παρακάτω σκέφτεται τα εξής κωμικά που, δεδομένου πως προέρχονται από την πένα του Κοτζιά, φανερώνουν τον αυτοσαρκασμό του και το ότι δεν εξαιρεί προνομιακά τον εαυτό του από τις παθολογίες που διέπουν τη σύγχρονη λογοτεχνική σκηνή: «(...) Ο Κοτζιάς; Μα αυτός είναι συντηρητικός, ανύπαρκτος, μου λέει, χειρότερος κι από τον Κάφκα, δεν βλέπεις που στραβώσανε τα δόντια του από τον φθόνο; Το Νύχτα αξημέρωτη, αυτό που περιφρόνησε (...) γυρίζεται σίριαλ με τους αρίστους ηθοποιούς των Βαλκανίων... Ο κύριος Καμπανέλλης, που διευθύνει τη ραδιοφωνία, δάκρυσε όταν του διάβασα από τους Αιμομότες, σε σαράντα οχτώ συνέχειες το μετέδωσε από το πρώτο πρόγραμμα».
Η εύστοχη και παράλληλα συγκινητική ματιά του Κοτζιά αποδεικνύεται πιο επίκαιρη και αναγκαία από ποτέ, αφού αυτά τα φαινόμενα δεν παύουν να μαστίζουν τους χώρους της λογοτεχνίας.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΓΟΥΛΙΑΝΟΣ είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς (1926-1992) γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε νομικά.
Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας μετείχε στην εκδοτική ομάδα των Δεκαοχτώ Κειμένων (1970) και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973). Εξέδωσε μυθιστορήματα, νουβέλες, θεατρικά έργα και μεταφράσεις. Από το 1961 ως το 1967 επιμελήθηκε τη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας Μεσημβρινή όπου δημοσίευε και κριτικές, και από το 1976 ως το 1982 επιμελήθηκε τη φιλολογική σελίδα της εφημερίδας Η Καθημερινή.

Ως κριτικός λογοτεχνίας συνεργάστηκε επίσης με το Βήμα (1971-1972). Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, διετέλεσε, από το 1974 ως το 1981, διευθυντής στο Γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο, διευθυντής και κατόπιν ειδικός σύμβουλος στη Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών.
Έλαβε το Βραβείο της Ομάδας των Δώδεκα το 1965 και το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1986. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και πρώτος της Αντιπρόεδρος (1982-1984).























