
Για το μυθιστόρημα του Μιχάλη Αλμπάτη «Η νόσος των ουρητηρίων» (εκδ. Νήσος). Εικόνα: Από την ταινία «Μυστικό παράθυρο» (2004) του Ντέιβιντ Κεπ.
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Το 2012, στην Επιδημία του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ένας παράξενος αρχαίος θεός μολύνει τη σκέψη των Νεοελλήνων, οδηγώντας τους σε μια μαζική γραφομανία, η οποία ωθεί πολύ κόσμο να γράφει ανεξέλεγκτα σε μια παράκρουση μετριότητας. Αντίστοιχα, φέτος, στη Νόσο των ουρητηρίων του Μιχάλη Αλμπάτη, ένας άλλος ιός, ή ό,τι άλλο είναι αυτό τελοσπάντων, εξαπλώνεται από τα ουρητήρια και «θερίζει» χιλιάδες επαγγελματικούς κλάδους, οι οποίοι στρέφονται μανιωδώς, χωρίς να μπορούν να αντισταθούν, σε καλλιτεχνικές και γενικότερα πνευματικές / πολιτισμικές ενασχολήσεις.
Το διπλό κείμενο, νουβέλα από μέσα, μυθιστόρημα απ’ έξω, παρακολουθεί την πανδημία, που ξεκίνησε από τις καθαρίστριες, οι οποίες άρχισαν ξαφνικά να διαβάζουν φιλοσοφία, και επεκτάθηκε σε πολλούς άλλους κλάδους, παρασέρνοντάς τους σε αφύσικες και ασύμβατες με το προφίλ τους ασχολίες: οι ιερόδουλες στράφηκαν στην αγιογραφία, οι αστυνομικοί στην τέχνη του τσαγιού, οι χούλιγκαν στο πλέξιμο, οι αγροτοκτηνοτρόφοι στην αντιλογική ρητορική κ.ο.κ. Η μετάβαση από ένα αδιάφορο ή ξένο προς την τέχνη και την κουλτούρα επάγγελμα σε μια πολιτισμική εμμονή, πέρα από το κωμικό της υπόθεσης, ορίζει και ένα σημείο τομής, που αλλάζει άρδην την ελληνική κοινωνία και νοοτροπία. Το βιβλίο παρακολουθεί σαν σίφουνας τον ιό στα κύματα που ακολούθησε σαρώνοντας τα πάντα. Η βία και ό,τι προηγουμένως ενείχε δείγματα βαρβαρότητας εξυγιαίνεται με το μαγικό άγγιγμα της νόσου και οι ιεραρχίες ανατρέπονται, καθώς οι καλλιτέχνες γνωρίζουν μια πρωτόγνωρη καταξίωση και όλες οι συναφείς ενασχολήσεις απογειώνονται.
Σε ενδιάμεσα κεφάλαια, μάλιστα, εξιστορούνται εκ του σύνεγγυς ατομικές περιπτώσεις, των οποίων η ζωή άλλαξε ριζικά, καθώς οι εν λόγω χαρακτήρες πέρασαν από μια άχρωμη ή και μίζερη πραγματικότητα στην ένδοξη αναρρίχηση στα ψηλά πατώματα της κοινωνικής πυραμίδας. Δυο οικογένειες -φυσιολογικές κατά τ’ άλλα, έστω και μέσα στα ποικίλα προβλήματα της συμβίωσης- μεταλλάσσονται σε ανισόρροπες οντότητες, όπου οι παλιοί ρόλοι χάνονται και οι νέες απαιτήσεις ελλοχεύουν.
Ο Μιχάλης Αλμπάτης συνεχίζει τη λογική της αλυσιδωτής κυματώδους εξέλιξης μιας ιδέας που χρησιμοποίησε πολύ πετυχημένα στο Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (2022). Το κέντρο του κύκλου, όπου έπεσε η πέτρα του κουλτουροϊού, απλώνει επάλληλους κύκλους και ενεργοποιεί ένα ντόμινο δράσεων και αλλαγών, πολύ γόνιμων. Και είναι γόνιμες, επειδή αφενός αφηγηματικά ο αναγνώστης διαβάζει με περιέργεια μια σειρά εξελίξεων, οι οποίες κινούνται πέρα από το όριο του ρεαλιστικού αλλά και πέρα από το αναμενόμενα φανταστικό, καλύπτουν μια καινοφανή επικράτεια και κινητοποιούν με το χιούμορ και το παράλογο όλες τις αναγνωστικές υποδοχές. Σ’ αυτό συντείνει και η γλώσσα του κειμένου, αφού λέξεις και φράσεις της ιατρικής, όπως ιός, εκκόλαψη, μεταλλαγή, ανίατος, μικροοργανισμός κ.λπ, μετακινούνται στην πολιτισμική σφαίρα και παίρνουν άλλες διαστάσεις.
Η καλλιτεχνομανία δεν είναι ουτοπία
Το όλο εγχείρημα αποκτά χαρακτήρα πειράματος ή υπόθεσης εργασίας. Τι θα γινόταν αν αίφνης μια ολόκληρη κοινωνία γινόταν πιο φιλόμουση, πιο πολιτισμένη, πιο εμμονική με την τέχνη; Οι πρώτες μεταλλάξεις δεν θα επιδρούσαν μόνο στην ανάδυση της κουλτούρας ως κορυφαίας μορφής του πολιτισμού, αλλά και στη μείωση πολλών παθογενειών, που θεωρητικά η τέχνη θεραπεύει: από τον εθνικισμό και τον ρατσισμό μέχρι τις βιαιοπραγίες και τον φανατισμό. Επομένως, σε ένα τέτοιο ουτοπικό, εξιδανικευτικό, σενάριο, ο κόσμος θα γινόταν άλλος και η Ελλάδα θα ξαναδιάνυε τον Χρυσό Αιώνα της, δίνοντας μάλιστα τα φώτα της στην ανθρωπότητα.
Ωστόσο, σταδιακά, η μονομανία αυτή, όπως κάθε μονομέρεια, οδηγεί σε έναν κορεσμό, με αλυσιδωτές επιπτώσεις. Από τη στιγμή που όλοι στρέφονται στην τέχνη, αφενός παραλύουν άλλες δραστηριότητες, χρήσιμες για τη λειτουργία της κοινωνίας, κι αφετέρου εξαφανίζονται οι αποδέκτες της τέχνης, αφού όλοι γίνονται δημιουργοί. Η καλλιτεχνομανία δεν είναι πάντα ουτοπία, ειδικά όταν συμβαίνει με έναν viral τρόπο.
Η υπερβολή, όσο κι αν ξεχειλίζει σε έκταση και σε κυματισμούς, καταδεικνύει ότι ακόμα και η πιο υγιής και πολιτισμένη μορφή κοινωνικής έκφρασης, η τέχνη δηλαδή, μπορεί να γίνει μια επιδημία καταστροφικών διαστάσεων
Εντέλει, μπορούμε να σταθούμε σε κάποια πιο μακροπρόθεσμη ουσία που να εξάγεται από το μυθιστόρημα; Γενικά, απαξιώνουμε το κωμικό μέσα στα μυθιστορήματα, θεωρώντας προκατειλημμένα ότι αυτά χάνουν έτσι τη «σοβαρότητα» της υψηλής αισθητικής. Εδώ, όμως, το χιούμορ που διαρρέει όλο το έργο και αναδεικνύει την υπερβολή της εμμονής με την τέχνη δεν προσφέρει μόνο μια δυνατή αναγνωστική απόλαυση, αλλά φωτίζει τραγελαφικά τις συνέπειες μιας μουσόπληκτης κοινωνίας. Η υπερβολή, όσο κι αν ξεχειλίζει σε έκταση και σε κυματισμούς, καταδεικνύει ότι ακόμα και η πιο υγιής και πολιτισμένη μορφή κοινωνικής έκφρασης, η τέχνη δηλαδή, μπορεί να γίνει μια επιδημία καταστροφικών διαστάσεων, που σαν τσουνάμι θα σαρώνει τα πάντα και θα ανατρέπει καθετί ομαλό.
Υπαινίχθηκα και προηγουμένως ότι το βιβλίο διογκώθηκε πολύ, αφού γκάζωσε στη φουσκοθαλασσιά της ορμητικής του φύσης κι έβαλε ανάμεσα στα νουβελικά κομμάτια μιας καλπάζουσας νόσου τα μυθιστορηματικά πολλών χαρακτήρων που έμπλεξαν στα συμπτώματα και τις παρενέργειές της. Κρατάμε ωστόσο την πολύφερνη γλώσσα που συνδυάζει ιατρική και κουλτούρα, τον ραγδαίο ρυθμό, που διατηρείται ακμαίος, και φυσικά το κωμικό δίδαγμα, το οποίο μέσω της διακωμώδησης φωτίζει τις καλλιτεχνικές επιδημίες που οδηγούν στη γραφομανία, την πολιτισμική λαίλαπα και στην εντέλει αποσάθρωση της κοινωνίας διά της τέχνης, την οποία τόσο θα έπρεπε να αγαπάμε ως στοιχείο δοσμένο με μέτρο και όραμα.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
Μία από τις γυναίκες αυτές υπήρξε ο Ασθενής Μηδέν εκείνης της μυστηριώδους νόσου η οποία πέρασε αρχικά απαρατήρητη από τις υγειονομικές αρχές, δίχως κάποιας μορφής συναγερμό ή κατάσταση εκτάκτου ανάγκης να σημάνει, προφανώς επειδή δεν έμοιαζε σε τίποτα με τους υπόλοιπους λοιμούς που είχαν ταλανίσει μέχρι τότε την ανθρωπότητα, καθώς στη συμπτωματολογία της δεν περιλαμβανόταν καμία από τις συνήθεις εκδηλώσεις των λοιμωδών νοσημάτων· κανείς από τους ασθενείς δεν εμφάνισε εξανθήματα ή βήχα, διάρροια, μυϊκούς πόνους, πυρετό ή εμετούς.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μιχάλης Αλμπάτης γεννήθηκε το 1973 στον Ζαρό, στους νότιους πρόποδες του Ψηλορείτη. Ζει στο Ηράκλειο.

Άλλα έργα του: Η κατάλυση του χρόνου (εκδ. Νήσος, 2024) Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (εκδ. Νήσος, 2022), Ο κώλος της Άννας (εκδ. Απόπειρα, 2018), Κάρτα ελεύθερης πρόσβασης (εκδ. Απόπειρα, 2019).
























