
Η Άννα Εμμανουήλ μας συστήθηκε πρόσφατα με τη νουβέλα της «Σμιλεύοντας το όνειρο» (εκδ. Ιωλκός).
Επιμέλεια: Book Press
Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δε γνωρίζει τίποτε για εσάς;
Θα του έλεγα: «Φαντάσου ότι κάθεσαι σε ένα εργαστήρι όπου ο αέρας είναι γεμάτος σκόνη λευκόλιθου. Κάθε ανάσα σου γίνεται λευκή. Κάθε χτύπημα ενός αόρατου σφυριού αντηχεί μέσα στα κόκαλά σου. Και μέσα σε αυτή τη σκόνη, ένας νέος προσπαθεί να δώσει μορφή σε κάτι που δεν έχει ακόμα όνομα – στην ίδια του την ύπαρξη. Το βιβλίο μου είναι αυτό το χτύπημα. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που σμιλεύει το όνειρό του μέχρι που το όνειρο αρχίζει να σμιλεύει εκείνον. Δεν είναι απλώς μια ιστορία για έναν γλύπτη του 19ου αιώνα. Είναι η ιστορία όλων όσων έχουν νιώσει ποτέ ότι η δημιουργία είναι ταυτόχρονα σωτηρία και καταδίκη. Και είναι, πάνω απ’ όλα, μια ιστορία για το πώς η ψυχή μπορεί να γίνει μάρμαρο – και πώς, μερικές φορές, μόνο μέσα από το σπάσιμο βρίσκει το φως».
Ο Χαλεπάς δεν ήταν απλώς ένας γλύπτης που «τρελάθηκε». Ήταν ένας άνθρωπος που η ψυχή του έγινε μάρμαρο – σκληρή, ραγισμένη, γεμάτη φλέβες που σφύζουν από πόνο. Το 1878, σε ηλικία μόλις 27 ετών, υπέστη νευρικό κλονισμό. Άρχισε να καταστρέφει τα ίδια του τα έργα με μανία, σαν να ήθελε να σβήσει κάθε ίχνος της ύπαρξής του. Έκανε επανειλημμένες απόπειρες αυτοκτονίας. Από το 1888 έως το 1902 έζησε εγκλεισμένος στο Ψυχιατρείο Κέρκυρας, όπου οι γιατροί μιλούσαν για «άνοια», αλλά σήμερα πολλοί ερευνητές βλέπουν συμπτώματα σχιζοφρένειας: απομόνωση, παραμιλητό, αναίτιο γέλιο, εσωτερικές φωνές που τον βασάνιζαν, μια πραγματικότητα που ράγιζε σαν πέτρα κάτω από υπερβολικό σφυρί.
Μέσα στο ψυχιατρείο, του απαγόρευαν να γλυπτεύει. Ό,τι δημιουργούσε κρυφά, οι φύλακες το έσπαγαν μπροστά του. Η ίδια του η μάνα, όταν τον πήρε πίσω, κατέστρεφε ό,τι έφτιαχνε, πιστεύοντας ότι η τέχνη ήταν η αιτία της αρρώστιας του. Φανταστείτε: έναν καλλιτέχνη του οποίου τα χέρια ήταν φτιαγμένα για να γεννούν θεούς από πέτρα, να βλέπει τα έργα του να γίνονται θρύψαλα ξανά και ξανά.
Στο βιβλίο μου, αυτό το κομμάτι δεν είναι απλώς ιστορικό. Είναι ανατριχιαστικά επίκαιρο. Σήμερα, το 2026, μιλάμε ανοιχτά για την ψυχική υγεία, αλλά πόσοι νέοι καλλιτέχνες, δημιουργοί, νέοι άνθρωποι, νιώθουν ακόμα ότι η ευαισθησία τους, η τελειομανία τους, η ανάγκη τους να σμιλέψουν κάτι βαθύτερο από την επιφάνεια, τους οδηγεί στην απομόνωση, στην κατάρρευση, στην αίσθηση ότι «τρελαίνονται»; Πόσοι ζουν με διαγνώσεις σχιζοφρένειας ή διπολικής διαταραχής και νιώθουν ότι η κοινωνία τους κοιτάζει όπως κοιτούσε τον Χαλεπά – σαν κάτι επικίνδυνο που πρέπει να σπάσει και να κρυφτεί;
Ήρθα να δείξω τι σημαίνει να είσαι γυναίκα μέσα σε έναν κόσμο όπου η δημιουργία θεωρείται ανδρική μοίρα.
Μέσα από τη δική του ιστορία θέλω να πω: η ψυχική ασθένεια δεν μπορεί να σβήσει την τέχνη. Μερικές φορές την κάνει πιο βαθιά, πιο αιχμηρή, πιο αληθινή. Ο Χαλεπάς, όταν επέστρεψε, δημιούργησε έργα με τα οποία ο «νέος γέρος» ξεπέρασε τον «παλιό νέο». Σήμερα, που η μοναξιά είναι επιδημία, που οι νέοι πνίγονται σε οθόνες και προσδοκίες, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: πρέπει να σταματήσουμε να σπάμε τα χέρια που προσπαθούν να σμιλέψουν το όνειρο. Πρέπει να ακούμε τις ρωγμές πριν γίνουν γκρεμός.
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη μία συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;
Θα τους έλεγα χωρίς θυμό, αλλά με εκείνη την ήσυχη βεβαιότητα που αφήνει το ίχνος της: «Ναι, είμαι ακόμη μία. Και είμαι περήφανη γι’ αυτό. Γιατί κάθε “ακόμη μία” που τολμά να γράψει, προσθέτει μια ακόμη φλέβα στο μάρμαρο της γλώσσας μας. Το καινούργιο δεν είναι πάντα η ιστορία που δεν έχει ειπωθεί. Το καινούργιο είναι ο τρόπος που την αγγίζεις. Εγώ δεν ήρθα να πω μια ακόμη ιστορία για “μεγάλους άνδρες”. Ήρθα να δείξω τι σημαίνει να είσαι γυναίκα μέσα σε έναν κόσμο όπου η δημιουργία θεωρείται ανδρική μοίρα. Ήρθα να μιλήσω για το πώς η ψυχική κατάρρευση δεν έχει να κάνει μόνο με το σκοτάδι, αλλά και με τη στιγμή που το μάρμαρο αρχίζει να μιλάει. Αν αυτό δεν είναι καινούργιο, τότε ίσως χρειαζόμαστε περισσότερες “ακόμη μία” σαν εμένα.»
Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».
Το εργαστήρι μου δεν έχει τοίχους από πέτρα. Έχει τοίχους από σιωπή. Είναι ένα μικρό δωμάτιο στο σπίτι μου στον Βόλο, όπου το φως μπαίνει λοξά από το παράθυρο και πέφτει πάνω σε μια παλιά ξύλινη επιφάνεια. Εκεί, κάθε πρωί, ανοίγω το laptop σαν να ανοίγω ένα συρτάρι γεμάτο εργαλεία: καλέμια από λέξεις, σφυριά από αναμνήσεις, σκόνη από τις ιστορίες που οι άλλοι δεν τόλμησαν να πουν.
Ο κινηματογράφος μού έμαθε να σκέφτομαι με εικόνες: το πλάνο όπου η κάμερα πλησιάζει αργά το πρόσωπο του Χαλεπά ενώ η σκόνη πέφτει σαν χιόνι, το κοντινό στο χέρι που τρέμει πάνω στο καλέμι.
Δεν έχω ακόμα το δικό μου φυσικό εργαστήρι, όπως ο Χαλεπάς, αλλά έχω κάτι πιο επικίνδυνο: τη συνήθεια να γράφω μέχρι να ματώσουν τα δάχτυλά μου. Κάθε σελίδα που γράφω είναι μια πέτρα που σπάει. Και κάθε φορά που σταματάω, ακούω τον ήχο του σφυριού να αντηχεί μέσα στο κεφάλι μου, σαν να με προειδοποιεί: «Μην σταματήσεις. Η τέχνη σε περιμένει».
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;
Δεν με έχουν απλώς επηρεάσει – με έχουν σμιλέψει. Ο κινηματογράφος μού έμαθε να σκέφτομαι με εικόνες: το πλάνο όπου η κάμερα πλησιάζει αργά το πρόσωπο του Χαλεπά ενώ η σκόνη πέφτει σαν χιόνι, το κοντινό στο χέρι που τρέμει πάνω στο καλέμι. Τα εικαστικά -ιδιαίτερα η δική μου ενασχόληση με την ψηφιακή ζωγραφική και την απτική μετατροπή έργων για άτομα με αναπηρία όρασης- μού έμαθαν ότι η τέχνη δεν είναι μόνο αυτό που βλέπεις. Είναι αυτό που αγγίζεις με την ψυχή.
Όλες οι τέχνες μαζί μού έμαθαν κάτι κοινό: ότι η δημιουργία είναι πάντα μια πράξη βίας και αγάπης ταυτόχρονα.
Η μουσική, ειδικά η κλασική και η παραδοσιακή, μου έδωσε τον ρυθμό των προτάσεων: το σφυρί που χτυπάει ρυθμικά, η ανάσα που κόβεται, η σιωπή που είναι πιο δυνατή από κάθε ήχο. Και τα κόμικς μού έμαθαν ότι μπορείς να διηγηθείς μια ολόκληρη τραγωδία σε λίγα καρέ. Στο βιβλίο μου υπάρχουν σκηνές που τις έγραψα σαν να σχεδίαζα panels: το χέρι που ματώνει πάνω στο λευκόλιθο, το βλέμμα της μάνας που πέφτει σαν σκιά. Όλες οι τέχνες μαζί μού έμαθαν κάτι κοινό: ότι η δημιουργία είναι πάντα μια πράξη βίας και αγάπης ταυτόχρονα.
Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;
Η δική μου ιστορία μοιάζει με εκείνο το πρώτο χτύπημα του σφυριού πάνω στην πέτρα: άγαρμπο, ακανόνιστο, γεμάτο φόβο ότι θα σπάσει κάτι πολύτιμο. Ξεκίνησα με ποίηση. Ένα βραβευμένο χειρόγραφο που έγινε βιβλίο το 2024. Όταν όμως αποφάσισα να γράψω πεζογραφία, ένιωσα σαν να προσπαθούσα να δημιουργήσω με γυμνά χέρια. Έστειλα το χειρόγραφο σε εκδοτικούς. Έλαβα απορρίψεις. Μερικές ευγενικές, άλλες σιωπηλές. Υπήρξαν νύχτες που ένιωθα ότι το βιβλίο ήταν ήδη θρυμματισμένο μέσα μου.
Αλλά υπήρχε κάτι μέσα στο κείμενο -εκείνη η φωνή του Χαλεπά που δεν ήθελε να σωπάσει- που με έκανε να συνεχίσω. Τελικά, οι εκδόσεις Ιωλκός το πίστεψαν. Και τώρα, κάθε φορά που κρατάω το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια μου, θυμάμαι τα δάχτυλά μου να ματώνουν πάνω στο πληκτρολόγιο. Δεν ήταν ροδοπέταλα. Ήταν σκόνη λευκόλιθου. Και ήταν όμορφη. Γιατί κάθε σκόνη που έπεσε, άφησε πίσω της μια μικρή, ανεξίτηλη μορφή.
























