
Για το μυθιστόρημα του Κώστα Χατζηαντωνίου «Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη» (εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Η Μαρία Σπάρταλη ως Βεατρίκη.
Γράφει η Μαρία Μοίρα
Ο Κώστας Χατζηαντωνίου στο νέο του μυθιστόρημα Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη συνθέτει μια εξαιρετικά πλούσια σε ιστορικά και πραγματολογικά στοιχεία πολυεστιακή αφήγηση, αποτίνοντας φόρο τιμής σε μια γοητευτική προσωπικότητα. Ο αφηγητής, ένας νεαρός Έλληνας πρόσφυγας από τη Σμύρνη, αναπολεί τη γνωριμία του με μια ιδιαίτερα χαρισματική γυναίκα, φιλοτεχνώντας την προσωπογραφία της. Ανακαλεί την τρυφερή σχέση εμπιστοσύνης και θαυμασμού που ανέπτυξε με την ηλικιωμένη πλέον Μαρία Σπάρταλη. Μια ευγενική δέσποινα με επιβλητική παρουσία και εντυπωσιακή ομορφιά, απόγονο επιφανούς επιχειρηματικής οικογένειας της ελληνικής παροικίας του Λονδίνου, που έζησε στο μεσοδιάστημα δύο αιώνων και σε μια εποχή ανακατατάξεων και αλλαγών, επιλέγοντας την προσωπική ελευθερία, την αντισυμβατική συμπεριφορά και τη ζωογόνο πνοή της τέχνης.
Τώρα, ογδοντάχρονη πλέον, τον Μάρτιο του 1927, στην εκπνοή του βίου της, «με το καλό της μαύρο φόρεμα με τη δαντέλα και το κοφτό κέντημα στο λαιμό και τα μανίκια», με την μεταξένια εσάρπα στο πλάι της, με μια διακριτική μυρωδιά ροδόνερου να την ακολουθεί και την αγγλική προφορά να χρωματίζει τα ελληνικά της, αφηγείται την πολυκύμαντη ζωή της με νοσταλγία και εγκαρτέρηση, τόλμη και πάθος. Ταξιδεύει γαλήνια και στοχαστικά, πλέοντας μελαγχολικά σε μια θάλασσα μνημών. Ανακαλεί τα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεότητά της, επιθυμώντας σιωπηλά και άρρητα οι αναμνήσεις της να μην χαθούν, αλλά να επιβιώσουν και μετά τον θάνατό της. Προσδοκεί να αφήσει κάποιο ίχνος σαν παρακαταθήκη, σαν ευλογημένη υπόμνηση όσων έζησε και αγάπησε αυτή και ο αφοσιωμένος σύζυγός της, ο Αμερικανός δημοσιογράφος και ανταποκριτής Ουίλλιαμ Στίλλμαν, ζωγράφος, φωτογράφος και διπλωμάτης, που διετέλεσε πρόξενος στην Κρήτη σε μια κρίσιμη περίοδο της ελληνικής ιστορίας – γνώρισε και εμψύχωσε τον Μίνωα Καλοκαιρινό στις αρχαιολογικές του έρευνες για την αποκάλυψη της Κνωσσού και υποστήριξε τους αρχηγούς της κρητικής επανάστασης, συμπράττοντας ενεργά στον δίκαιο αγώνα τους.
Μια αντισυμβατική ζωή
Η Μαρία Σπάρταλη, με τον ήπιο, γλυκό αλλά αποφασιστικό χαρακτήρα, την αιθέρια ομορφιά, τα πλούσια μαλλιά και το εντυπωσιακό παράστημα, δεν επιθύμησε να ζήσει σύμφωνα με τις ανελαστικές συμβάσεις, τους αυστηρούς κανόνες και τις άκαμπτες επιταγές της τάξης της, ανάλαφρα και υποταγμένα, με τους πλούσιους γάμους και τα επωφελή συνοικέσια να διευθετούν άριστα και εποικοδομητικά τις εταιρικές σχέσεις και τα αμοιβαία οικονομικά συμφέροντα των οικογενειών της παροικίας.
Καλλιεργημένη, με ανεξάρτητο πνεύμα, πολιτική συνείδηση και προοδευτικό χαρακτήρα, συγκρατημένο ενθουσιασμό και κατανόηση για τα ανθρώπινα πάθη, πόθησε να κατακτήσει τον κόσμο των ιδεών, την ελευθερία και την έκφραση εαυτού μέσα από την τέχνη. Σπούδασε ζωγραφική με τον Φορντ Μάντοξ Μπράουν και εντάχθηκε στην αδελφότητα των Προραφαηλιτών Άγγλων ζωγράφων και ποιητών, αποτελώντας επιφανές μέλος και σημαντική εκπρόσωπο του καλλιτεχνικού αυτού κινήματος. Επιζητώντας να αποτυπώσει στα έργα της την ομορφιά της φύσης, την αγιότητα και το μυστηριακό ημίφως του Μεσαίωνα. Ακολουθώντας τη συνήθη θεματολογία των ζωγράφων της αδελφότητας που εμπνέονταν από την μεσαιωνική λογοτεχνία, τον κύκλο των ιπποτών της στρογγυλής τραπέζης, τον Δάντη και τον Βιργίλιο.
Εξέθετε τους πίνακές της συστηματικά σε αίθουσες τέχνης και στην Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, αναστατώνοντας την οπισθοδρομική ελληνική παροικία και δημιουργώντας ανησυχίες και ερωτηματικά στον πατέρα της, τον Μιχαήλ Σπάρταλη
Θαυμαστής της σπάνιας ομορφιάς της υπήρξε ο ποιητής Τένισον, ενώ ο ζωγράφος Ντάντε Γκάμπριελ Ροσσέττι παραδέχτηκε ότι προσπάθησε να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της χωρίς να κατορθώσει να συλλάβει το αίνιγμα της μορφής της, χρησιμοποιώντας την όμως ως μοντέλο, όπως και πολλοί άλλοι, που της ζητούσαν να ποζάρει στα έργα τους, για να ενσαρκώσει τις ηρωίδες του μεσαιωνικού κόσμου.
Εξέθετε τους πίνακές της συστηματικά σε αίθουσες τέχνης και στην Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου, αναστατώνοντας την οπισθοδρομική ελληνική παροικία και δημιουργώντας ανησυχίες και ερωτηματικά στον πατέρα της, τον Μιχαήλ Σπάρταλη, τότε γενικό πρόξενο της Ελλάδας στο Λονδίνο, που παρακολουθούσε στενά την πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων για το ανατολικό ζήτημα και επέκρινε τις αστοχίες και τις παλινωδίες της ελληνικής κυβέρνησης για την τύχη της Κρήτης.
Πειστική αναπαράσταση της εποχής
Ο συγγραφέας, περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της συντηρητικής βικτωριανής κοινωνίας, των μελών της οικονομικής ελίτ της παροικίας, που είχαν κύριο στόχο την αύξηση του πλούτου, και των προραφαηλιτών Άγγλων ζωγράφων που απέρριπταν τις ακαδημαϊκές νόρμες, αναφέρεται με λεπτομέρειες στα έργα και στις ημέρες γνωστών ιστορικών προσώπων. Αναλύοντας τις μεταξύ τους σχέσεις και τις κοινωνικοπολιτικές διασυνδέσεις, παραθέτοντας ένα εξαιρετικά πυκνό πραγματολογικό υλικό, δημιουργεί έναν ιστό αναφορών και πληροφοριών από αρχεία εφημερίδων, επιστολές, ημερολογιακές εγγραφές και αποσπάσματα άρθρων και βιβλίων, κυκλώνει τα πρόσωπα της αφήγησης, αναπαράγοντας με πειστικότητα το κλίμα και την ατμόσφαιρα μιας ολόκληρης εποχής.
Είναι αποφασισμένη να συνδέσει τη ζωή της με αυτόν τον ιδεολόγο, ελληνολάτρη, οραματιστή καλλιτέχνη, που τα φωτογραφικά λευκώματά του απέδιδαν τη μυστηριακή γοητεία των αρχαιοτήτων.
Εστιάζει εναλλάξ στη βιογραφία της Μαρίας Σπάρταλη και στην περιπετειώδη ζωή του Ουίλλιαμ Στίλμαν, ο οποίος είχε υπηρετήσει πρόξενος της Αμερικής στην Κρήτη κατά την διάρκεια της κρητικής επανάστασης του 1868 και είχε εναντιωθεί με σθένος και αποφασιστικότητα στις θηριωδίες των Τούρκων. Κατά τη θητεία του είχε υποστηρίξει απροκάλυπτα την πλευρά των Κρητών, γεγονός που τον έκανε ανεπιθύμητο στην Πύλη, και είχε σαν αποτέλεσμα να αναγκαστεί να καταφύγει στην Ελλάδα με την γυναίκα και τα τρία μικρά παιδιά τους.
Μαρία και Ουίλλιαμ
Η Μαρία γνώρισε τον Στίλμαν όταν είχε πλέον επιστρέψει στην Αγγλία από την Αθήνα, όπου η σύζυγός του Λώρα είχε δώσει τέλος στη ζωή της, παντελώς καταβεβλημένο και απογοητευμένο από την οικονομική δυσπραγία και την ασθένεια του γιου του. Σταδιακά η Μαρία, συναναστρεφόμενη στενά τον Ουίλλιαμ στο οικογενειακό και φιλικό της περιβάλλον, σε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού, έλξης και αποδοχής, θα εκτιμήσει τον χαρακτήρα και το ήθος αυτού του θλιμμένου από τις αντιξοότητες και εξουθενωμένου από τα οικονομικά προβλήματα χήρου και θα τον ερωτευτεί βαθιά και παράφορα.
Παρά τις αντιρρήσεις και τους προβληματισμούς όλων, και κυρίως του πατέρα της, θα τον αρραβωνιαστεί και στη συνέχεια θα τον παντρευτεί, χωρίς δημοσιότητα, στο Δημαρχείο του Τσέλση. Είναι αποφασισμένη να συνδέσει τη ζωή της με αυτόν τον ιδεολόγο, ελληνολάτρη, οραματιστή καλλιτέχνη, που τα φωτογραφικά λευκώματά του απέδιδαν τη μυστηριακή γοητεία των αρχαιοτήτων. Να ακολουθήσει αυτόν τον έξυπνο, ευαίσθητο και ασυμβίβαστο άντρα, που κατόρθωνε με τα βιβλία, τα άρθρα και τις ανταποκρίσεις του από τα μέτωπα του πολέμου να συνεγείρει την κοινή γνώμη. Η Μαρία θα επιλέξει, χωρίς να αναγκαστεί να εγκαταλείψει το καλλιτεχνικό της έργο και την προσωπική της πορεία, να γίνει η μητέρα για τα παιδιά του και η σύντροφός του σ’ αυτό το περιπετειώδες, ριψοκίνδυνο ταξίδι.
Η αλλαγή του αιώνα θα κλονίσει τις παλιές βεβαιότητες και τις ψευδαισθήσεις όλων και ο θάνατος του Ουίλλιαμ θα σημάνει το λυκόφως μιας εποχής και την απαρχή μιας άλλης, δραματικής και δυσοίωνης για τη γηραιά ήπειρο.
Στο πλάι του αυτή η χαρισματική γυναίκα, η αυστηρή και περήφανη, με τον συγκρατημένο ενθουσιασμό, την κατανόηση και την συνετή αποφασιστικότητα, θα αντιμετωπίσει οικονομικές δυσκολίες, θα ζήσει μεγάλα διαστήματα μοναξιάς, θα ταξιδέψει σε πολλούς και διαφορετικούς τόπους και θα κατοικήσει περιστασιακά στη Νέα Υόρκη, στη Βενετία, στη Φλωρεντία, στη Ρώμη, στην Αθήνα. Θα μοιραστεί την ταραχώδη ζωή και θα ανεχτεί την ατέρμονη περιπλάνησή του. Θα γεννήσει δικά της παιδιά και θα αναστήσει με την ίδια τρυφερότητα και φροντίδα τα παιδιά του συντρόφου της. Θα γίνει γνωστή για το εξαιρετικό ζωγραφικό της ταλέντο στην Αγγλία και την Αμερική και το έργο της θα επαινεθεί για την αγάπη στην λεπτομέρεια της αποτύπωσης, την ανάδειξη του κάλλους και για την πνευματική αίσθηση του μέτρου και της ακρίβειας. Θα βιώσει τραυματικούς αποχαιρετισμούς και απώλειες αγαπημένων προσώπων, γονιών, παιδιών, φίλων, συγγενών και δασκάλων. Η αλλαγή του αιώνα θα κλονίσει τις παλιές βεβαιότητες και τις ψευδαισθήσεις όλων και ο θάνατος του Ουίλλιαμ θα σημάνει το λυκόφως μιας εποχής και την απαρχή μιας άλλης, δραματικής και δυσοίωνης για τη γηραιά ήπειρο.
Και καθώς ο συγγραφέας σκιαγραφεί με λέξεις την αιθέρια μορφή και το γαλήνιο τέλος της, στο νου του αναγνώστη σχηματίζεται με γλυκύτατες αποχρώσεις, απαλούς τόνους και ευαίσθητα ημιτόνια το πορτραίτο μιας νεαρής γυναίκας: «Ψηλή, στο ιδανικό όριο αναλογίας και χάρης, επιδερμίδα διάφανη και απαλή, έκφραση συγκρατημένα πρόσχαρη, φωνή κρυστάλλινη, θελκτικό σώμα». Η προσωπογραφία της Μαρίας Σπάρταλη, που έζησε έξω από τα μέτρα και τους κανόνες της εποχής και της τάξης της, με ανιδιοτέλεια και γενναιότητα, πίστη στις ανθρώπινες αξίες, στις ψυχικές αρετές και στο αίνιγμα του έρωτα. Αλλά κυρίως με άσβεστο πάθος για την ελευθερία της έκφρασης και την τέχνη που υπηρέτησε πιστά μέχρι το τέλος του βίου της.
*Η ΜΑΡΙΑ ΜΟΙΡΑ είναι αρχιτέκτονας και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε στη Ρόδο το 1965. Μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό Κοράλλι.

Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει διηγήματα, ιστορικές μελέτες και βιογραφίες, δοκίμια στοχασμού, θεωρίας και κριτικής και τέσσερα μυθιστορήματα, το πρώτο εκ των οποίων (Αγκριτζέντο, 2009) τιμήθηκε το 2011 με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) και έχει μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες.
























