
Για το μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου (Jonathan Coe) «Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων» (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη, εκδ. Πόλις). Εικόνα: Ο πίνακας του Έντουαρντ Χόπερ «Πρωινός ήλιος».
Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας
Στο πρώτο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου Μαρία, η γυναίκα των συμπτώσεων ένας παντογνώστης αφηγητής που αρέσκεται να συνδιαλέγεται συνεχώς με τον αναγνώστη υπονομεύοντας και την ίδια του την αφήγηση (η αμηχανία του πρώιμου συγγραφέα ή ευρηματική αφηγηματική τεχνική;) μας περιγράφει τη μικρή οδύσσεια της Μαρίας, της «κατσούφας» Μαρίας, όπως την αποκαλούσαν στον εργασιακό της χώρο οι συνάδελφοί της.
Παρακολουθούμε την πορεία αυτής της ηρωίδας του Κόου (στην εποχή του δεν έβρισκε εκδότη για να τυπώσει το συγκεκριμένο βιβλίο) από τη σχολική της θητεία στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ, μετά φοιτήτρια σε σχολή της Οξφόρδης, παντρεμένη κατόπιν με κακοποιητικό σύζυγο που της πήρε στο τέλος το παιδί, ύστερα στο Λονδίνο να προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της βασισμένη στην καλοσύνη των φιλενάδων της, παντέρημη στο Τσέστερ να εργάζεται σε ξενώνα κακοποιημένων γυναικών με καλό εισόδημα, και, τελικώς, πάλι πίσω, στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ, στην πατρική στέγη με γονείς και αδελφό, νοσταλγώντας το παρελθόν, και, συνθλιμμένη ταυτόχρονα από τα βάρη του παρόντος, να συνειδητοποιεί πως η ευτυχία είναι άπιαστο πουλί.
Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων περιτριγυρίζει τη Μαρία σε όλες τις περιπλανήσεις της: φιλενάδες που τη μισούν, άλλες που κλέβουν προσωπικά αντικείμενά της ή την παρενοχλούν ερωτικά ή τη σνομπάρουν, ο Ρόνι που επί δέκα χρόνια τής κάνει προτάσεις γάμου τρώγοντας συνεχώς χυλόπιτα, αρκετά αγόρια που σχετίζεται μαζί τους, ο άκρως ακατάλληλος για εκείνη σύζυγός της, που την εγκαταλείπει, φυσικά ο αδελφός της και οι μικροαστοί γονείς της που ζουν πάντα μια ζωή με τυπικό καθωσπρεπισμό και στενότητα αντίληψης των πραγμάτων και της ζωής. Θα απαλλαγεί η Μαρία από όλο αυτό τον ανθρώπινο συρφετό που την καταπιέζει και τη βαραίνει, και με τι αντίτιμο;
Λεπταίσθητο γυναικείο ψυχογράφημα, γραμμένο με χιούμορ
Το πρώιμο αυτό μυθιστόρημα του Κόου είναι ένα λεπταίσθητο ψυχογράφημα μιας ηρωίδας, κάπως κλειστής και μελαγχολικής, που κατά κάποιο ανεξήγητο τρόπο προκαλεί συνήθως δυσάρεστες καταστάσεις στον εαυτό της και στους γύρω της. Καταστάσεις που οδηγούν σε διαψεύσεις και απογοητεύσεις. Ο Κόου υπεραναλύει τον χαρακτήρα της Μαρίας, ο οποίος ωστόσο, παρά την υφιστάμενη υπερανάλυση, παραμένει αρκετά μυστηριώδης και αλλόκοτος. Αρκετά σημεία του βιβλίου θυμίζουν ιλαροτραγωδία ή μαύρη κωμωδία χάρη στο λεπτό, διαβρωτικό χιούμορ του συγγραφέα, που διακωμωδεί πρόσωπα και καταστάσεις.
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου απογειώνει την όλη αφήγηση μ’ έναν τρόπο όπου η ολοκληρωτική μοναξιά της ηρωίδας αποδίδεται μ’ έναν ιδιαίτερο, ποιητικό και υποβλητικό τρόπο.
Ενδεικτικό, και άκρως χιουμοριστικό ταυτόχρονα, σημείο του μυθιστορήματος η αναφορά στον εργασιακό χώρο κάποιου γυναικείου περιοδικού του Λονδίνου, όπου η Μαρία εργαζόταν στη φωτογραφική αρχειοθήκη του. Στο περιοδικό, που αφορούσε καθαρά γυναικεία ζητήματα και έδινε συμβουλές ερωτικού περιεχομένου σε γυναίκες αναγνώστριες με ερωτικά αδιέξοδα που επιζητούσαν απεγνωσμένα κάποια συμβουλή, οι αρθρογράφοι ήταν άντρες που υπέγραφαν με γυναικεία ονόματα. Πολλοί από αυτούς είχαν παιδεραστική δράση, ήταν κυνικοί, μισογύνηδες, φαλλοκράτες ή είχαν λερωμένο ποινικό μητρώο. Σαρκαστικές, εκ μέρους του Κόου, και οι ενδεικτικές απαντήσεις-συμβουλές που δίνονταν σε γυναικεία ερωτήματα-προβλήματα (σσ.123-124). Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου απογειώνει την όλη αφήγηση μ’ έναν τρόπο όπου η ολοκληρωτική μοναξιά της ηρωίδας αποδίδεται μ’ έναν ιδιαίτερο, ποιητικό και υποβλητικό τρόπο.
Και μία σύνδεση με τον Ροθ
Το βιβλίο του Κόου μού θύμισε αρκετά ένα, επίσης πρώιμο, μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ, το Τότε που ήταν καλό κορίτσι (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Πόλις), το μοναδικό βιβλίο του Ροθ με βασική πρωταγωνίστρια μία γυναίκα1. Εκεί, η Λούσι Νέλσον, προσπαθώντας πάντα στη ζωή της να κάνει το καλό, συντρίβει ολοκληρωτικά όλους όσους στέκονται εμπόδιο στον δρόμο της.
![]() |
|
Ο Τζόναθαν Κόου (δεξιά) με τον Παναγιώτη Γούτα (αριστερά) σε εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης |
Η Μαρία του Κόου δεν έχει ακριβώς τέτοιες βλέψεις-προθέσεις, όμως η αύρα της, ο τρόπος της, η άγρια μοναχικότητά της, απωθούν τους ανθρώπους από τη ζωή της. Και στα δύο βιβλία υπάρχει ο ανώριμος και αφελής νέος που σχετίζεται με την εκάστοτε ηρωίδα (ο Ρόνι με τη Μαρία του Κόου, ο Ρόι Μπάσαρτ με τη Λούσι του Ροθ), όπως επίσης υπάρχουν και εξαιρετικές σκιαγραφήσεις χαρακτήρων νέων ανθρώπων στις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ της δεκαετίας του ’50 (Ροθ), και οι, χρονικά λίγο αργότερα, αντίστοιχοι στα περίχωρα του Μπέρμιγχαμ και στο Λονδίνο (Κόου).
*Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο το μυθιστόρημα Η μελωδία των αγαλμάτων (Βακχικόν, 2026).
1Ένα κορίτσι στη «βαθιά» Αμερική, book press, Ιούλιος, 2016
Απόσπασμα από το βιβλίο (σ. 158)
Αυτοί οι άνθρωποι, πρώην φίλοι, πρώην σύζυγοι, πρώην συνάδελφοι, αδέλφια και μητέρες και πατέρες και γιοι, απλώς δεν άφηναν τη Μαρία στην ησυχία της και μάλιστα ποτέ, ειδικά όταν ήταν μόνη από κάθε άλλη άποψη. Οι φωνές και τα πρόσωπά τους, μερικές φορές ακόμα και τα κορμιά τους, γέμιζαν τις σκέψεις της, κυριαρχούσαν στα συναισθήματά της και νάρκωναν τις αισθήσεις της. Είχαν προσκολληθεί τόσο σφιχτά πάνω της, που ήταν αναγκασμένη να τους κουβαλάει μαζί της όπου κι αν πήγαινε, παρόλο που ζύγιζαν έναν τόνο και τίποτα δεν θα της έδινε μεγαλύτερη χαρά από το να καταφέρει να τους ξεφορτωθεί στην άκρη του δρόμου.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Τζόναθαν Κόου γεννήθηκε στο Μπέρμιγχαμ το 1961. Σπούδασε φιλολογία στο Trinity College του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Γουόρικ (αντικείμενο της διατριβής του αποτέλεσε το έργο του Henry Fielding Τομ Τζόουνς).

Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ και εργάστηκε παράλληλα ως μουσικός, συνθέτοντας τζαζ, και ως δημοσιογράφος.
Τα βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις.

























