
Για τη συλλογή διηγημάτων της Σαμάντα Σβέμπλιν (Samanta Schweblin) «Το καλό μες στο κακό» (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Από την ταινία «Gummo» (1997) της Χάρμονι Κορίν.
Γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς
Η συλλογή διηγημάτων της Σαμάντα Σβέμπλιν, Το καλό μες στο κακό (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη), ξεκινά με το εξής παράθεμα της Σιλβίνα Οκάμπο: «Το παράξενο είναι πάντα πιο αληθινό». Και πράγματι, η συγγραφέας από την Αργεντινή παρουσιάζει στα έξι διηγήματά του τόμου κάθε τι παράξενο ως αληθινό.
Διάχυτη απειλή
Υπάρχει μια διάχυτη απειλή στα διηγήματα του τόμου, κρυμμένη στις ακραίες διαστάσεις της καθημερινότητας, και αυτή η απειλή επεκτείνεται πολλές φορές μέχρι τις αποτρόπαιες εκτάσεις του τρόμου. Αυτός ο τρόμος, ωστόσο, δεν έχει τα εξωτερικά στοιχεία του ανοίκειου που συναντάμε στα έργα του είδους, δηλαδή δεν υφίσταται κάποια υπερφυσική απειλή η οποία, ως έξωθεν παρέμβαση, ανατρέπει τις ζωές των χαρακτήρων. Αντιθέτως, το σασπένς αναδύεται από τη θραύση των ζωών των χαρακτήρων που παλεύουν για λίγο παραπάνω νόημα.
Το κακό στις ζωές μας
Σε αυτό το σημείο, η Σβέμπλιν μοιάζει να έχει αφομοιώσει το έργο της Φλάνερι Ο’ Κόνορ, στην οποία το ανεπίγνωστο φωλιάζει στον άλλο ως μια καταστρεπτική δύναμη. Αν όμως στην Ο΄Κόνορ το κακό αντανακλά σε ένα σαφές θεολογικό υπόβαθρο, η Σβέμπλιν επιχειρεί να το φέρει εγγύτερα στο ανθρώπινο. Το κακό δεν εξορίζεται σε μια βολική αφήγηση κατά την οποία η αμηχανία έναντί του τίθεται με όρους ενός Υψηλού (sublime) επέκεινα, αλλά, αντιθέτως, το εντοπίζει στη βαθιά αρρώστια που σοβεί στον μοναδικό δαίμονα που μας κατατρύχει: την ανθρώπινη κατάσταση. Στο μάλλον καλύτερο διήγημα της συλλογής, με τον τίτλο «Το μάτι στο λαρύγγι», το άλαλο -λόγω ενός ατυχήματος- παιδί χάνεται σε ένα βενζινάδικο και οι γονείς του απομακρύνονται με το αυτοκίνητο, πιστεύοντας πως κοιμάται σκεπασμένο στο καρεκλάκι του. Κατά τη διάρκεια της αφήγησης, όμως, το παιδί μοιάζει να είναι παρών στο αυτοκίνητο: «Αρκεί άραγε ως σκέπασμα η κίτρινη κουβέρτα; Είναι ασφαλές να με αφήσει να κοιμάμαι έτσι; (…) Θα με άκουγε όμως να κινούμαι, γνωρίζει όλες τις αποχρώσεις της αναπνοής μου (…) Ο πατέρας μου βάζει μπρος τη μηχανή και ήδη βρισκόμαστε πάλι στον δρόμο».
Είναι το κακό από το οποίο κανείς δεν γλιτώνει, όμως ενώ η Σβέμπλιν δεν έχει κανένα πρόβλημα να το εμφανίσει, δεν το αφήνει να καταπιεί εντελώς τις ζωές των χαρακτήρων της.
Δεν μπορούν να αποκαλυφθούν πολλά για την εξέλιξη της πλοκής, αλλά αυτή η παρούσα απουσία αποτελεί ακριβώς το Καλό μέσα στο Κακό του τίτλου (El buen mal , στα ισπανικά). Όταν ο πατέρας της ιστορίας κοιτάζει από τον καθρέφτη και πιστεύει πως κάτω από την κουβέρτα κοιμάται ο γιος του, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι εκεί, προκαλείται μια ένταση ανάμεσα στο πραγματικό και στην πραγματικότητα. Η εμπειρία πάσχει, μαζί με την εμπειρία του αναγνώστη, ο οποίος τείνει να πιστέψει λόγω της αφήγησης πως το παιδί είναι όντως εκεί. Όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια, οι πανικόβλητοι γονείς -και ο πανικόβλητος αναγνώστης- αναζητούν τα ίχνη του παιδιού.

Η Σβέμπλιν εγγράφει συχνά μια απουσία σε μια παρουσία: ο άγνωστος που δεν μιλά στα νυχτερινά τηλεφωνήματα στο «Μάτι στο λαρύγγι», η εμμονή της φίλης της αφηγήτριας να της διηγηθεί τι συνέβη τη μέρα που λόγω ενός φριχτού ατυχήματος σκοτώθηκε το παιδί της («Ένα μυθικό ζώο»), το «φάντασμα» του γάτου Γουίλιαμ που στοιχειώνει τις δύο φίλες («Ο Γουίλιαμ στο παράθυρο»). Η απουσία αυτή προβάλει ως αυτό που ανθίσταται, που δεν μπορεί να λεχθεί, ένα διαρκές τραύμα. Είναι το κακό από το οποίο κανείς δεν γλιτώνει, όμως ενώ η Σβέμπλιν δεν έχει κανένα πρόβλημα να το εμφανίσει, δεν το αφήνει να καταπιεί εντελώς τις ζωές των χαρακτήρων της. Το αντιμετωπίζει σαν ένα προτσές. Το βίωμά του μπορεί να μεταμορφώσει την ατελή ανθρώπινη φύση. Η ηρωίδα του πρώτου διηγήματος («Καλώς ήρθες στην κοινότητα»), μετά την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, οδηγείται σε μια αποδοχή της ενοχής και του πόνου. Δεν γίνεται καλύτερος άνθρωπος, γίνεται όμως άλλος άνθρωπος και από εδώ και ύστερα τελειώνει η λογοτεχνία και αρχίζει η νέα αναμέτρηση με τη ζωή.
- Διαβάστε επίσης: Σαμάντα Σβέμπλιν: «Η πράξη της ανάγνωσης είναι σαν πρόβα πιθανών σεναρίων καταστροφής»
Το παιχνίδι
Τέσσερα από τα έξι διηγήματα της Σβέμπλιν έχουν -άμεσα ή έμμεσα- πρωταγωνιστές παιδιά και σε κάθε ένα από αυτά η παιδική ηλικία είναι δυσοίωνη. Στη «Γυναίκα από την Ατλαντίδα», δύο αδελφές «παίζουν» ένα νυχτερινό παιχνίδι, καθώς επισκέπτονται μια αλκοολική ποιήτρια κάθε μεσάνυχτα, φροντίζοντάς τη και προσπαθώντας να της δώσουν έμπνευση. Αυτό το αθώο παιδικό παιχνίδι καταλήγει σε μια ανυπόφορη τραγωδία. Είναι χαρακτηριστική η επιλογή της Σβέμπλιν να κεντροθετεί το παιχνίδι ως άθυρμα κακού, ακόμα και αν είναι εντελώς καλοπροαίρετο, όπως στην περίπτωση των κοριτσιών που παίζουν με ένα κουνελάκι στο «Καλώς ήρθες στην κοινότητα», ή άσχημο, σαν το «παιχνίδι» του ενήλικα παραβάτη ο οποίος τρομοκρατεί την αφηγήτρια στο τελευταίο διήγημα της συλλογής, στην «Επίσκεψη του Μεγάλου».
Αυτή είναι η πτώση, κατά τη Σβέμπλιν. Το παίγνιο και ο ανταγωνισμός του καλού με το κακό, της παρουσίας και της απουσίας
Ο Χουζίνγκα, στο διάσημο Homo ludens, περιγράφει τις επιτελέσεις και για τον εγγενή ανταγωνισμό του παιχνιδιού, ένας ανταγωνισμός ο οποίος αρθρώνεται και μεταστοιχειώνεται σε διάφορες εκφάνσεις του πολιτισμού, αρκεί εδώ να παρατηρήσουμε πως ο πόλεμος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα παίγνιο, μια βίαιη και οπωσδήποτε πραγματική καταστροφή, κληρονομιά ενός εικονικού «παιχνιδιού» των θηλαστικών που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους απέναντι στους άλλους νεοσσούς της αγέλης. Όταν το παιδί στο «Μάτι στο λαρύγγι» καταπίνει παίζοντας μια μπαταρία που το οδηγεί στην αλαλία λόγω των οξέων της, η Σβέμπλιν ιχνηλατεί μια θανατηφόρα σιωπή που εγγράφεται ως μια πρώτη θεμελιακή ήττα. Υπάρχει μια συγκαλυμμένη προφητεία εδώ από τη Σβέμπλιν, μια επικρεμάμενη καταστροφή, που δεν την προκαλούμε εμείς στον εαυτό μας λόγω κάποιου σφάλματος, αντιθέτως, το παιδί, ως το κατ’ εξοχή αθώο πλάσμα, δεν μπορεί να φέρει το στίγμα ενός αδικήματος. Αυτή όμως είναι η σφραγίδα του γένους μας. Αυτή είναι η πτώση, κατά τη Σβέμπλιν. Το παίγνιο και ο ανταγωνισμός του καλού με το κακό, της παρουσίας και της απουσίας (αυτό άλλωστε δεν είναι το πρώτο παιχνίδι, το διάσημο κου κου τσα που διαδραματίζεται μπρος στα μάτια των έκπληκτων μωρών), αναπαριστά την αρχέγονη μάχη. Δεν γίνεται να υπάρχει μόνο το κακό. Δεν γίνεται να υπάρχει μόνο το καλό. Βρισκόμαστε σε έναν διαρκή πόλεμο. Σε ένα παιχνίδι.
*Ο ΗΛΙΑΣ ΜΠΙΣΤΟΛΑΣ είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Τόπος κυκλοφορεί η δεύτερη συλλογή διηγημάτων του, «Η κορυφή του κόσμου».
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Σαµάντα Σβέµπλιν γεννήθηκε το 1978 στο Μπουένος Άιρες και ζει στο Βερολίνο. Έχει µεταφραστεί σε περισσότερες από 35 γλώσσες. Το 2010 το έγκυρο περιοδικό Granta την επέλεξε ως µία από τις καλύτερες ισπανόφωνες συγγραφείς κάτω των 35 ετών.

Το πρώτο µυθιστόρηµά της Απόσταση ασφαλείας (µτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη) το 2015 απέσπασε το βραβείο Tigre Juan, ενώ, αφότου µεταφράστηκε στα αγγλικά, το 2017 κατέκτησε µια θέση στη βραχεία λίστα του διεθνούς βραβείου Man Booker, το 2018 τιµήθηκε µε το βραβείο Shirley Jackson και επιλέχθηκε από την εκποµπή «Tournament of Books» ως το καλύτερο βιβλίο που κυκλοφόρησε στις Ηνωµένες Πολιτείες. Το Κεντούκι (µτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη), το δεύτερο µυθιστόρηµά της, βραβεύτηκε το 2020 µε το βραβείο Mandarache και η αγγλική του µετάφραση ήταν επίσης υποψήφια για το Man Booker.
Η συλλογή διηγηµάτων της Επτά άδεια σπίτια (µτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη) τιµήθηκε το 2015 µε το διεθνές λογοτεχνικό βραβείο Ribera del Duero. Επίσης, τα διηγήµατά της έχουν κατακτήσει τα διεθνή βραβεία Casa de las Americas και Juan Rulfo Narrativa. Το Kαλό µες στο κακό απέσπασε, τον Απρίλιο του 2026, το Premio Aena de Narrativa Hispanoamericana (Βραβείο Aena Ισπανοαµερικανικής Λογοτεχνίας, το οποίο συνοδεύεται από χρηµατικό έπαθλο 1.000.000 ευρώ) για «την ικανότητα της συγγραφέως του να δηµιουργεί νέους κόσµους και να περνάει, µε οµορφιά που συγκλονίζει, τα σύνορα του εφικτού µε το ανέφικτο». To Premio Aena υποστηρίζεται από το Fundacion Gabo και την Catedra Vargas Llosa.






















