
Για τη μελέτη του Αντριάν Μαρίνο (Adrian Marino) «Συγκριτισμός και θεωρία της λογοτεχνίας» (μτφρ. Λητώ Ιωακειμίδου, εκδ. Gutenberg).
Γράφει ο Ιορδάνης Κουμασίδης
Ο Adrian Marino υπήρξε Ρουμάνος κριτικός και θεωρητικός της λογοτεχνίας. Πολυσχιδής μελετητής, καθώς το έργο του επεκτείνεται επιπλέον στην ιστορία (κυρίως, των ρωμαϊκών χρόνων) και στη δοκιμιογραφία. Η επιδραστικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, σημειώνουμε ενδεικτικά πως έχει εκπονηθεί διδακτορική μελέτη που αφορά τη σκέψη του. Το έργο του Συγκριτισμός και θεωρία της λογοτεχνίας δημοσιεύτηκε το 1988 από τις Presses Universitaires de France και μεταφράζεται στα ελληνικά με περίπου τριάντα χρόνια καθυστέρηση.1 Το βιβλίο αποτελεί κατά ένα τρόπο συνέχεια του Etiemble, ou le comparatisme militant, δημοσιευμένο από τον Gallimard το 1982, όπου διαπιστώνεται για πρώτη φορά η κρίση του συγκριτισμού.
O Marino προτείνει μια αποφασιστική μεταρρύθμιση της θεωρητικής και μεθοδολογικής εργαλειοθήκης της συγκριτικής φιλολογίας, ταυτόχρονα με μια αναστοχαστική επισκόπηση των μεθόδων ανανέωσής της. Τούτο σημαίνει την «εγκατάλειψη της παλιάς, ιστορικής, θετικιστικής, ‘‘ακαδημαϊκής’’ προκαθορισμένης πορείας αυτής της επιστήμης» (σελ. 9) και η επεξεργασία μιας νέας θεωρίας της λογοτεχνίας βασιζόμενης σε συγκριτικά εργαλεία. Επί της ουσίας, εισηγείται το πέρασμα από τον σχολαστικισμό, τον θετικισμό και τον ιστορικισμό στη διεύρυνση του πεδίου και τον εμπλουτισμό του με τις πολλαπλές οπτικές που προσφέρει η Θεωρία της Λογοτεχνίας.
Εν αρχή, τα παραδεκτέα, κατά Marino, δεδομένα της συζήτησης: Η παραδεδομένη και επικρατούσα Συγκριτική Φιλολογία έχει γίνει αποδεκτή ως ορολογική σύμβαση και υποφέρει από τον κληρονομικό δογματισμό. Ο ορισμός του πεδίου της ως η «μελέτη της λογοτεχνίας από οικουμενική οπτική γωνία» περιορίζει σ’ έναν βαθμό το αντικείμενό της έρευνάς της στις επιρροές, ανταλλαγές, διασυνδέσεις, επαφές, σχέσεις των εθνικών λογοτεχνιών και των ρευμάτων, υποβιβάζοντας το ίδιο το πεδίο σε ενός είδους Λογοτεχνικής Ιστορίας.
Σύνθεση ιστορικών, θεωρητικών και αξιολογικών διεργασιών
Φυσικά, ο Marino δεν υποτιμά τη σημαία της Λογοτεχνικής ιστορίας, απλώς δεν επιθυμεί τη διαιώνιση του παραπληρωματικού, βοηθητικού της ρόλου. Εκείνο που προτείνει είναι η αλλαγή (επιστημονικού) παραδείγματος, ακολουθώντας, χωρίς να την κατονομάζει, τη λογική του Κουν στο πεδίο της επιστημολογίας. Ως απόδειξη για αυτό το εξελικτικό επιστημολογικό βήμα προσκομίζει ακριβώς τα παράγωγα της μελέτης της Συγκριτικής φιλολογίας: η μελέτη των διασυνδέσεων οδηγεί σε συμπεράσματα όπως η ύπαρξη διακειμενικότητας, αντιστοιχίες κειμενικών δομών, αξιών κ.ο.κ., επομένως θα πρέπει τα εν λόγω παράγωγα να γίνουν αποδεκτά ως πορίσματα που εγγράφονται στο πεδίο της Συγκριτικής Φιλολογίας και η τελευταία να διευρύνει τα όριά της εξοπλιζόμενη με εργαλεία της Θεωρίας. Η λογοτεχνική κριτική πρέπει στο εφεξής να λογίζεται ως μια σύνθεση ιστορικών, θεωρητικών και αξιολογικών διεργασιών (σελ. 22). Ο Marino καταγράφει επιπλέον τις πρώτες προσπάθειες που κινήθηκαν προς την κατεύθυνση σύγκλισης ιστορίας-θεωρίας, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.2 Δεν παραλείπει να αναφερθεί και στην αντίρροπη τάση, εκείνη της απόρριψης από τη μεριά της Θεωρίας οποιουδήποτε Συγκριτολογικού εργαλείου, τάση που θεωρούμε ότι στις μέρες μας έχει εξαλειφθεί.
Ο Marino, μολονότι στα μάτια του σημερινού υποψιασμένου αναγνώστη ή θεωρητικού της λογοτεχνίας μοιάζει να υποστηρίζει αυτονόητες θέσεις ή ακόμη και ολίγον συντηρητικές, προσέφερε έναν σημαντικό κρίκο στο επιστημολογικά ερωτήματα περί της λογοτεχνίας
Πρόκειται για μια μελέτη που θέτει τα δάκτυλα επί τον τύπο των ήλων, ακριβώς επειδή στην Ελλάδα η συγκριτική γραμματολογία ταυτίστηκε περίπου με τη φιλολογία, απομακρυνόμενη (ή, μη δεχόμενη) από τη θεωρία λογοτεχνίας, ακόμα περισσότερο από συγκεκριμένες θεωρίες λογοτεχνίας.3 Ο Marino κομίζει μια μεθοδολογική μετατόπιση που στην εποχή της ήταν ιδιαίτερα ριζοσπαστική και καινοτόμος, ειδικά στο εν Ελλάδι context. Μιλάμε για μια χώρα που παρά την ιδιαίτερα ανεπτυγμένη λογοτεχνική της παράδοση, εξακολουθεί να έχει παραγνωρισμένες τις σπουδές θεωρίας της λογοτεχνίας, στοιβάζει υπό τον τίτλο Φιλολογία σ΄ ένα τμήμα την Αρχαία/κλασική σκέψη, τη βυζαντινή γραμματεία/πολιτισμό, τα Λατινικά, τη Γλωσσολογία και, φευ, τη Λογοτεχνία, μόνο στην ελληνική εκδοχή της με τελική χαμένη τη Λογοτεχνία.
Ο Marino, μολονότι στα μάτια του σημερινού υποψιασμένου αναγνώστη ή θεωρητικού της λογοτεχνίας μοιάζει να υποστηρίζει αυτονόητες θέσεις ή ακόμη και ολίγον συντηρητικές, προσέφερε έναν σημαντικό κρίκο στο επιστημολογικά ερωτήματα περί της λογοτεχνίας – έστω και αν υπήρξε ένας ριζικός αναπροσανατολισμός -έως και «ανατίναξη»- δύο δεκαετίες νωρίτερα ήδη, με τις διατυπωμένες θέσεις του Ρολάν Μπαρτ. Τα εύσημα στη Λητώ Ιωακειμίδου που συνεισέφερε με την επιλογή και τη μετάφραση του έργου στον εν λόγω αναστοχασμό.
*Ο ΙΟΡΔΑΝΗΣ ΚΟΥΜΑΣΙΔΗΣ διδάσκει στο ΕΚΠΑ και στο ΕΑΠ.
1Δίχως εδώ να εννοούμε πως υπάρχει μια υποχρέωση μετάφρασης και δημοσίευσης όλων των θεωρητικών έργων που κυκλοφορούν, ήδη –δεδομένου του ιδιαίτερα περιορισμένου αριθμού ομιλούντων τα ελληνικά- μεταφράζονται πάρα πολλά εξ αυτών.
2Επισημαίνει, ωστόσο, πως υπήρξαν δειλές και αποσπασματικές. Κατά την άποψή μας τούτο συμβαίνει επειδή ακόμη δεν είχε συγκροτηθεί το πεδίο της Θεωρίας της Λογοτεχνίας στην ολότητά του.
3Περισσότερα επ’ αυτού βλ. Δημήτρης Καργιώτης «Αναταραχή αντικειμένου: ‘‘λογοτεχνία και ασυνάφεια’’, περ. Φρεάρ, Σεπτ. 2023, https://mag.frear.gr/anatarachi-antikeimenoy-logotechnia-kai-asynafeia/
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αντριάν Μαρίνο (1921-2005) ήταν Ρουμάνος θεωρητικός της λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος και κριτικός. Είχε τιμηθεί με το Βραβείο Χέρντερ. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες μορφές των ρουμανικών γραμμάτων.
























