
Για το θεατρικό του Ντανίλο Κις (Danilo Kiš) «Ηλέκτρα» (μτφρ. Σιμόνη-Μαρία Γκολούμποβιτς, εκδ. Σαιξπηρικόν).
Γράφει ο Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Υπάρχει κάτι ανησυχητικό στον τρόπο με τον οποίο ο Ντανίλο Κις πλησιάζει τους μύθους: δεν τους αναβιώνει, τους εξετάζει σαν να ήταν αποδεικτικά στοιχεία. Όχι κειμήλια, αλλά τεκμήρια. Στην Ηλέκτρα, που κυκλοφορεί στα ελληνικά (μτφρ. Σιμόνη-Μαρία Γκολούμποβιτς, εκδ. Σαιξπηρικόν), ο συγγραφέας δεν επιχειρεί μια θεατρική «διασκευή» του αρχαίου δράματος· μοιάζει περισσότερο να το αποσυναρμολογεί, σαν να θέλει να δει πώς λειτουργεί από μέσα. Τι είναι αυτό που παράγει την τραγωδία; Το πεπρωμένο ή την αφήγηση;
Ο Ευριπίδης βρίσκεται εδώ ως σκιά, όχι ως πρότυπο. Η γνωστή ιστορία των Ατρειδών παραμένει, αλλά το κέντρο βάρους μετατοπίζεται. Το ενδιαφέρον δεν είναι η μητροκτονία καθεαυτή, αλλά το καθεστώς νοήματος και αλήθειας που την καθιστά αναγκαία, δικαιολογημένη ή εγκληματική, ανάλογα με το ποιος μιλά. Η αυλή δεν θυμίζει τόσο μυκηναϊκό ανάκτορο όσο γραφείο διοίκησης: ένα μέρος όπου τα γεγονότα ταξινομούνται, διορθώνονται, επανερμηνεύονται. Στον κόσμο του Κις, η εξουσία δεν επιβάλλεται μόνο με τη βία αλλά με τη γλώσσα.
Η Κλυταιμνήστρα και ο Αίγισθος δεν είναι απλώς οι «ένοχοι» του μύθου· είναι επιμελητές της Ιστορίας. Ρυθμίζουν τι πρέπει να θυμούνται οι άλλοι και πώς. Το έγκλημα γίνεται πολιτική αναγκαιότητα, η προδοσία μεταφράζεται σε σταθερότητα, η εκδίκηση παρουσιάζεται ως απειλή για την τάξη. Η αλήθεια δεν αποκρύπτεται – επινοείται. Αυτό που προκύπτει είναι μια ατμόσφαιρα παράξενης αστάθειας. Τίποτε δεν φαίνεται απολύτως βέβαιο, ούτε καν η μνήμη. Οι χαρακτήρες δεν κουβαλούν αναμνήσεις· κουβαλούν αφηγήσεις για αναμνήσεις. Το παρελθόν δεν λειτουργεί ως σταθερό σημείο αναφοράς, αλλά ως υλικό που μπορεί να κοπεί και να ραφτεί ξανά. Ένα νήμα -σχεδόν κυριολεκτικά και μεταφορικά- διατρέχει το έργο, θυμίζοντας πως η ιστορία είναι πάντα προϊόν συναρμολόγησης.
Μια Ηλέκτρα που προσδοκά
Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, η οργή της Ηλέκτρας και του Ορέστη δεν μοιάζει ηρωική. Δεν είναι η φλόγα της δικαιοσύνης, αλλά μια αργή, επίμονη καύση. Δεν ξεσπά· επιμένει. Σαν να έχει εγκατασταθεί μέσα τους. Το τραύμα δεν παρουσιάζεται ως κάτι που συνέβη κάποτε, αλλά ως κάτι που συνεχίζει να συμβαίνει. Το πιο τολμηρό στοιχείο της γραφής του Κις είναι ίσως ο χειρισμός του χρόνου. Εκεί όπου περιμένει κανείς τη συσσώρευση που οδηγεί στην καθοριστική πράξη, εκείνος επιλέγει την καθυστέρηση. Η αναμονή γίνεται σχεδόν απτή. Η Ηλέκτρα δεν είναι τόσο η γυναίκα της εκδίκησης όσο η γυναίκα της προσδοκίας. Ζει σε μια διαρκή εκκρεμότητα, σε έναν χρόνο που δεν κυλά αλλά λιμνάζει.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι η βεβαιότητα ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη, αλλά η υποψία ότι η δικαιοσύνη ίσως να είναι πάντοτε κάτι που έρχεται αργά – ή που δεν φτάνει ποτέ.
Το «τώρα» που θα δικαιώσει τα πάντα δεν έρχεται ποτέ ακριβώς στην ώρα του. Και όταν, τελικά, η πράξη πραγματοποιείται, δεν φέρνει τη λύτρωση που υπόσχεται η τραγική παράδοση. Δεν υπάρχει κάθαρση, μόνο μετατόπιση της βίας. Η δικαιοσύνη εμφανίζεται σαν κάτι προσωρινό, αμφίβολο, σχεδόν εύθραυστο. Κάθε αποκατάσταση μοιάζει να κρύβει ήδη τον σπόρο μιας νέας σύγκρουσης. Η Ηλέκτρα του Κις διαβάζεται έτσι λιγότερο ως αναμέτρηση με την αρχαιότητα και περισσότερο ως σχόλιο πάνω στον σύγχρονο κόσμο – έναν κόσμο όπου τα καθεστώτα καταρρέουν και ξαναστήνονται, όπου η μνήμη γίνεται πεδίο μάχης, όπου η Ιστορία δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Χωρίς διδακτισμό και χωρίς ρητορικές εξάρσεις, ο Κις συνθέτει ένα έργο πυκνό, διανοητικό, διακριτικά ανησυχητικό.
Στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι η βεβαιότητα ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη, αλλά η υποψία ότι η δικαιοσύνη ίσως να είναι πάντοτε κάτι που έρχεται αργά – ή που δεν φτάνει ποτέ. Και αυτή η αίσθηση, περισσότερο από οποιαδήποτε κορύφωση, είναι που δίνει στο έργο τη σύγχρονη, σχεδόν επίμονη επικαιρότητά του.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Φιλοσοφίας, μεταφραστής και υπεύθυνος της οργανωτικής επιτροπής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας ΙWPR (Institute for World Philosophical Research).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ντανίλο Κις, κορυφαίος εκπρόσωπος και ανανεωτής των σερβικών γραμμάτων, γεννήθηκε το 1935 στη Σούμποτιτσα της Γιουγκοσλαβίας. Ο εβραίος πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό της γειτονικής Ουγγαρίας ενώ η μητέρα του από το Μαυροβούνιο. Ο ίδιος και η αδελφή του βαπτίστηκαν κατά το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα για να προστατευθούν από τις αντισημιτικές διώξεις που ξεσπούσαν τότε στην Κεντρική Ευρώπη. Το 1944 ο πατέρας του, μαζί με άλλους συγγενείς, μεταφέρθηκε στο Άουσβιτς απ' όπου δεν επέστρεψε ποτέ.
Μετά και τον θάνατο της μητέρας του, το 1950, ο Ντανίλο έζησε με την οικογένεια του θείου του. Αργότερα σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου και έγινε ο πρώτος απόφοιτος του Τμήματος Συγκριτικής Λογοτεχνίας. Ύστερα εργάστηκε ως λέκτορας σε διάφορα ακαδημαϊκά ιδρύματα της Γαλλίας και το 1979 εγκαταστάθηκε οριστικά στο Παρίσι.

Τα σύντομα μυθιστορήματά του Σοφίτα και Ψαλμός 44 κυκλοφόρησαν μαζί το 1962. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα Κήπος, στάχτες (1965) και Κλεψύδρα (1972) όπου αποτύπωσε την εμπειρία του πολέμου. Το Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς (1976), ένας κύκλος ιστοριών για την επανάσταση και τη βία, του χάρισε την παγκόσμια αναγνώριση. Η Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1981 και αργότερα, το 1983, συμπεριλήφθηκε στις εκδόσεις των Απάντων του. Έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες. Πέθανε το 1989.























