
Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου από το τέλος του καπιταλισμού», μια φράση που αποδίδεται στον κριτικό λογοτεχνίας Φρέντρικ Τζέιμσον. Αντίστοιχα, είναι ευκολότερο να φανταστούμε έναν κόσμο χωρίς την ξενοφοβία, παρά χωρίς τον μισογυνισμό. Υπήρχε μια περίοδος στην Ιστορία που η λέξη «νέγρος» δεν ήταν αρνητικά φορτισμένη, όπως επίσης και μία εποχή που οι Εβραίοι και οι Άραβες συνυπήρχαν στη Μεσόγειο.
Αντιθέτως, όπως γράφει ο Μορίς Ντομά στη μελέτη του Τι είναι ο μισογυνισμός; (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg), «δεν υπήρξε χρυσή εποχή κατά την οποία δεν ασκούνταν ο ανδρικός εξαναγκασμός». Στο κείμενό του περιγράφει σχετικά συνοπτικά -αν αναλογιστούμε πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του συγκεκριμένου φαινομένου στην κοινωνία-, αλλά με διαύγεια, τις διαστάσεις που απέκτησε μέσα στα χρόνια το μίσος για τις γυναίκες, και τους τρόπους που πολύ συχνά το μίσος αυτό κανονικοποιείται και γίνεται αόρατο.
Έτσι, παρότι κυκλοφόρησε στη Γαλλία σχεδόν πριν από δέκα χρόνια, το 2017, το βιβλίο περιγράφει διαχρονικές παθογένειες που οπωσδήποτε μας αφορούν σήμερα.
Κάποια σημαντικά σημεία της μελέτης
Ο Ντομά ξεκινά απορρίπτοντας τον όρο «σεξισμός» ως αποδυναμωμένο και αρκετά αόριστο και γιούνισεξ ώστε να περιγραφούν συγκεκριμένα τα δεινά που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες. «Ο σεξισμός είναι μια λέξη σεξιστική» γράφει – αντιθέτως, ο «μισογυνισμός» φαίνεται να είναι μια πιο αποτελεσματική λέξη, η οποία εμφανίστηκε στα μέσα του 16ου αιώνα και άρχισε να υιοθετείται με μεγάλη επιτυχία και μάλιστα να μεταφράζεται από γλώσσα σε γλώσσα. Η χρονική συγκυρία δεν ήταν τυχαία, καθώς εκείνη την εποχή άρχισε να ισχυροποιείται η παρουσία των γυναικών στην Αυλή και στα γράμματα, κάτι που οδήγησε στην αναζωπύρωση των επιθέσεων από την αντρική πλευρά.
Για τον Ντομά υπάρχουν δύο είδη μισογυνισμού: ο περιρρέων ή άδηλος, που έχει να κάνει με τις διακρίσεις που είναι ενσωματωμένες στην κοινωνία έτσι ώστε να περνούν ως φυσιολογικές (για παράδειγμα, ενώ το αστικό τοπίο προορίζεται και για τα δύο φύλα, στην πράξη οι περισσότερες επενδύσεις γίνονται σε υποδομές που αφορούν κατά κανόνα «αντρικές» δραστηριότητες, όπως ποδοσφαιρικούς αγώνες), και ο επιθετικός ή έκδηλος μισογυνισμός, που περιλαμβάνει τις απροκάλυπτα εχθρικές συμπεριφορές που έχουν ως στόχο να εξασφαλίσουν πως οι γυναίκες «δεν θα το κουνήσουν από τη θέση τους».
Αυτή η διάκριση πραγματοποιείται στην αρχή του βιβλίου, αλλά είναι σημαντική, καθώς πάνω σε αυτή ο Ντομά οργανώνει λίγο πολύ το έργο του. Στη συνέχεια, εμβαθύνει σε πιο σκοτεινά πεδία, όπως αυτό του έρωτα, τον οποίο προσεγγίζει ως μια μορφή επικοινωνίας, μέσα από την οποία επιβεβαιώνονται οι ταυτοτικές ανάγκες του ατόμου, μια λειτουργία ζωτικής σημασίας εφόσον έτσι το άτομο αισθάνεται πως υπάρχει. Αυτή η ικανοποίηση, όμως, δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα: πραγματοποιείται κυρίως την πρώτη περίοδο, την περίοδο του πάθους, κατά την οποία τα δύο μέλη της σχέσης βιώνουν ένα αίσθημα ισότητας. Από εκεί και έπειτα, αρχίζουν τα δύσκολα για τις γυναίκες, εφόσον παύουν σε μεγάλο βαθμό να είναι εκείνοι οι σημαντικοί Άλλοι που μπορούν να προσφέρουν την επικύρωση. Οι ίδιες, όμως, εφόσον λαμβάνουν την επιβεβαίωση του συζύγου, ο οποίος έχει θεμελιωθεί μέσα στους αιώνες ως το πιο ισχυρό μέρος του διπόλου, οφείλουν να παραμείνουν προσκολλημένες στα θέλω του, αποτελώντας, στην ουσία, παγιδευμένες στη φυλακή τους. Κάπως έτσι, το ζευγάρι γίνεται μια φωλιά όπου εκκολάπτονται ανισότητες.
Ο Ντομά θίγει, επίσης, το ζήτημα της κακοποίησης και την τάση της κοινωνίας να επιρρίπτει ευθύνες στο θύμα, την οποία συνδέει με τη διάθεση του ανθρώπου να πιστέψει σε έναν απολύτως εξορθολογισμένο, δίκαιο κόσμο, προκειμένου να διατηρήσει την ψευδαίσθηση του ελέγχου.
Ο Ντομά, λοιπόν, μιλά για όσα κρύβονται κάτω από τις ετεροφυλικές σχέσεις, οι οποίες, από μόνες τους, οδηγούν στη διαιώνιση των στερεοτύπων. Ένα από αυτά, ο μύθος πως οι γυναίκες έχουν από τη «φύση» τους λιγότερες σεξουαλικές ανάγκες από τους άντρες. Ο γάμος συχνά αντιπαραβάλλεται προς τη φιλία – μονάχα οι άντρες έχουν το προνόμιο να αντιμετωπίζουν εχθρικά την ιδέα της δέσμευσης, ως κάτι που θα τους απομακρύνει από τον κοινωνικό τους περίγυρο, και πολύ συχνά, μέσα στις παρέες τους, υιοθετούν υπερτονισμένες μισογυνικές συμπεριφορές προκειμένου να αποδείξουν τον ανδρισμό τους, άρα και τη θέση τους στην ομάδα. Ή, όπως εξηγεί πολύ απλά η μικρή Ατιά, σε μια μαρτυρία που παρατίθεται στο βιβλίο: «Τα αγόρια είναι συμπαθητικά όταν είναι μόνα τους, αλλά παριστάνουν τους ''άντρακλες'' μπροστά στους φίλους τους».
Ο Ντομά θίγει, επίσης, το ζήτημα της κακοποίησης και την τάση της κοινωνίας να επιρρίπτει ευθύνες στο θύμα, την οποία συνδέει με τη διάθεση του ανθρώπου να πιστέψει σε έναν απολύτως εξορθολογισμένο, δίκαιο κόσμο, προκειμένου να διατηρήσει την ψευδαίσθηση του ελέγχου. Κάπως έτσι, συχνά ακούγεται η άποψη ότι «οι άνθρωποι αξίζουν αυτό που παίρνουν και παίρνουν αυτό που τους αξίζει». Ο συγγραφέας μιλά ακόμη και για τον ενδοσυζυγικό βιασμό, μια έννοια που αναγνωρίστηκε σχετικά πρόσφατα, εφόσον για χρόνια οι κοινωνίες την αγνοούσαν στηριζόμενες στην παραπλανητική ιδέα του «συζυγικού καθήκοντος».
Τι μπορεί να κάνει ο αναγνώστης;
Ο Ντομά κυρίως φωτίζει παθογένειες, χωρίς να προτείνει αναλυτικά λύσεις. Στον επίλογό του στέκεται μάλλον αρκετά απαισιόδοξος. Τον διαβάζουμε:
«Στην μακροπρόθεσμη χρονική κλίμακα, που τόσο αγαπούν οι ιστορικοί, το πιο πιθανό σενάριο υποστηρίζει ότι οι ανισότητες ανάμεσα στα φύλα θα εξαλειφθούν αλλά η ανδρική κυριαρχία θα διατηρηθεί. Πώς είναι δυνατόν αυτό το παράδοξο, εφάμιλλο με το νοητικό πείραμα του Σρέντιγκερ με τη γάτα;»
Βεβαίως, το πρώτο βήμα για την αντιμετώπιση ενός ζητήματος είναι η περιγραφή του, να βρεθούμε σε θέση να μιλάμε ανοιχτά και με θάρρος για αυτό. Κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, το βιβλίο από μόνο του αποτελεί μέρος της «λύσης». Διαβάζοντας τη μελέτη του Ντομά, συνειδητοποιούμε πού πρέπει να εστιάσουμε καθώς αγωνιζόμαστε για μια πιο δίκαιη κοινωνία. Αρκεί να έχουμε πάντα κατά νου πως η πορεία της χειραφέτησης, όπως και η ίδια η Ιστορία άλλωστε, δεν προχωρά αυστηρά γραμμικά, από το χειρότερο στο καλύτερο: οι μισογυνικές συμπεριφορές μπορούν κάλλιστα να αποκτήσουν τέτοια μορφή ώστε να αρχίσουν και πάλι να μας διαφεύγουν. Η διαρκής επαγρύπνηση, λοιπόν, διαβάζοντας και ακούγοντας για αρχή, κατόπιν μιλώντας και δρώντας, είναι το ζητούμενο.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Maurice Daumas είναι ομότιμος καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πο και των Περιοχών του Αντούρ. Ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή της Γκρενόμπλ.

Είναι ειδικός σε θέματα σεξουαλικότητας, συναισθηματικής ζωής και οικογενειακών σχέσεων.
























