
Για το βιβλίο του Εδουάρδο Γκαλεάνο (Eduardo Galeano) «Γυναίκες» (μτφρ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Μεταίχμιο). © Britannica
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Από τη θεά Αφροδίτη έως την Ασπασία. Από την Κλεοπάτρα έως την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Μα, ακόμη υπάρχουν η Εβίτα Περόν, η Σεχραζάτ, η Ζαν Ντ’ Αρκ, η Τερέζα της Άβιλας, η Φρίντα Κάλο και πλήθος άλλες γυναίκες που μπορεί το όνομά τους να μην γράφτηκε στα χρυσά κατάστιχα της Ιστορίας, έτσι άσημες όπως έμειναν, εντούτοις άφησαν το χνάρι τους σε τούτο τον κόσμο που φτιάχτηκε από άντρες και προοριζόταν μόνο για άντρες. Και οι γυναίκες;
Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο αφήνει κατά μέρος την ανδρική του ταυτότητα με όλες τις συμπαραδηλώσεις της, και αναλαμβάνει το χρέος να εξυμνήσει τις γυναίκες που δέχθηκαν τα επίχειρα των ανδρών, αλλά όχι μόνο δεν κατέβασαν το κεφάλι, όπως επιζητούσαν οι «αφέντες» τους, αλλά αποφάσισαν να διορθώσουν τις αδικίες αιώνων.
Τα «θαύματα»
Οι Γυναίκες του Γκαλεάνο είναι ένα απάνθισμα γυναικείων «θαυμάτων», το οποίο συνέλεξε από διάφορα προηγούμενα βιβλία του. Φευ, αυτό έμελλε να είναι το αποχαιρετιστήριό του προς τους πολυπληθείς αναγνώστες του, καθώς δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο. Το νήμα της ζωής του κόπηκε λίγο πιο πριν, αλλά όπως συμβαίνει με τους σημαντικούς δημιουργούς, οι λέξεις του εξακολουθούν να ταξιδεύουν έως τις μέρες μας.
Όποιος πιστεύει πως ο αγώνας των γυναικών για ισότητα, χειραφέτηση και ίσες ευκαιρίες είναι γέννημα του 20ού αιώνα ή ότι οι σημερινές φεμινιστικές διεκδικήσεις τους είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής συγκυρίας, μάλλον αγνοεί την ιστορικότητα της γυναικείας θυσίας στην αδιάπτωτη μάχη με την ανδρική εξουσία. Όπως γράφει ο Γκαλεάνο σε ένα από τα μικρά κείμενα που συγκροτούν αυτό το βιβλίο, δεν υπήρξε ιστορική στιγμή ή κοινωνία ανά τους αιώνες που να μην συμπεριφέρθηκε με υποτιμητικό έως και σκαιό τρόπο κατά των γυναικών. Τις είπαν βδελυρές, βγαλμένες από τη μήτρα της Εύας, τρελές, μάγισσες, ακόρεστες σεξουαλικά, ταγμένες στον Διάβολο – τόσα έχουν καταμαρτυρήσει κατά των γυναικών ανά τους αιώνες οι άντρες για να τις μειώσουν και να τις καθηλώσουν σε μια θέση που ομοίαζε, αν δεν υπολειπόταν σε κάποιες περιστάσεις, με εκείνη των ζώων.
Δεν ξεχνάει πως οι γυναίκες που περιγράφει με εύγλωττο τρόπο στα πυκνά του κείμενα δεν ανήκουν στην κατηγορία της περιπτωσιολογίας: δεν είναι μόνο αυτές, αλλά ένα ολόκληρο πλήθος ανώνυμων γυναικών που πάλεψαν, διεκδίκησαν, το πλήρωσαν με τη ζωή τους, αλλά ο αγώνας τους δεν ήταν (τελικά) άγονος και αδικαίωτος.
Οι δυνάστες
Βασιλείς, δικτάτορες, η Εκκλησία, σεπτά μέλη της επιστημονικής κοινότητας, ακόμη και οι ίδιοι οι σύζυγοί τους, έγιναν οι δυνάστες τους. Προσπάθησαν να τους κόψουν τα φτερά, να τις αποθαρρύνουν, να τις μετατρέψουν σε άβουλα όντα, να τους απαγορεύσουν να διεκδικούν αξιώματα, ελπίδες, ακόμη και την ίδια τους την ταυτότητα.
Ο Γκαλεάνο, με την ιδιότυπη γραφή του, δίνει φωνή σε αυτές τις γυναίκες που δεν είναι όλες τους γνωστές. Υπάρχουν και εκείνες οι αφανείς που όμως έβαλαν ασπίδα το σώμα τους, όργανο που πολλάκις καταδυναστεύτηκε από τους άντρες, αψηφώντας κάθε κίνδυνο, μόνο και μόνο για να κοιτάξουν λίγο ουρανό. Δεν τα κατάφεραν όλες, αλλά δίχως να το γνωρίζουν, έστρωσαν τον δρόμο για τις επόμενες, έτσι ώστε να φτάσουμε στο σημερινό σημείο, όπου μπορεί να μην έχουν διαγραφεί όλες οι αδικίες κατά των γυναικών, σίγουρα πάντως έχουν ακυρωθεί οι περισσότερες.
Ο πολιτικός Γκαλεάνο
Ο Γκαλεάνο είναι κατά βάση ένας πολιτικός (με την ευρεία έννοια του όρου) συγγραφέας. Είτε γράφει για το ποδόσφαιρο είτε για τη δύναμη της μυθοπλασίας είτε για τις διεκδικήσεις των γυναικών, δεν ξεχνάει πως όλα αυτά υπόκεινται στη δυναμική των κατά καιρούς εξουσιαστών. Πάντα θα υπάρχουν θύτες και θύματα, οι πάνω και οι κάτω. Αυτοί που ορίζουν τους κανόνες του παιχνιδιού κατά πώς τους συμφέρει και η μεγάλη πλειοψηφία που παλεύει να αντισταθεί σε αυτούς τους κανόνες.
• Διαβάστε επίσης: «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» του Εδουάρδο Γκαλεάνο – Ένα βιβλίο γεμάτο αγάπη για το ποδόσφαιρο συστήνεται ξανά
Το ίδιο ισχύει και με τη ματιά του απέναντι στο γυναικείο ζήτημα. Δεν ξεχνάει πως οι γυναίκες που περιγράφει με εύγλωττο τρόπο στα πυκνά του κείμενα δεν ανήκουν στην κατηγορία της περιπτωσιολογίας: δεν είναι μόνο αυτές, αλλά ένα ολόκληρο πλήθος ανώνυμων γυναικών που πάλεψαν, διεκδίκησαν, το πλήρωσαν με τη ζωή τους, αλλά ο αγώνας τους δεν ήταν (τελικά) άγονος και αδικαίωτος. Ένας συνδυασμός ποιητικής ματιάς, δημοσιογραφικής γραφής, παραμυθητικής διάθεσης, αλλά και ιστορικής καταγραφής συνθέτουν κείμενα που μπορεί να είναι βραχεία, όπως συνήθως φτιάχνει ο Γκαλεάνο, αλλά μέσα τους κουβαλούν λέξεις ανείπωτες, ακατάγραφες, αλλά μηδέποτε λησμονημένες. Πρόκειται για το κλασικό ύφος γραφής του ουρουγουανού συγγραφέα που τον έκανε έναν από τους πλέον ιδιοσυγκρασιακούς συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής.
Ο αγώνας
Θαυμάζεις το σφρίγος, τη μαχητικότητα, την αγάπη προς τις γυναίκες για τις οποίες γράφει, την πολιτική του σκέψη, τη συγκατάθεσή του υπέρ ενός δίκαιου αγώνα, που υπέστη πολλά πλήγματα, αλλά ποτέ δεν σταμάτησε. Από την αρχαία Ελλάδα έως την Αίγυπτο, από την παρισινή Κομμούνα έως τα κράτη της Λατινικής Αμερικής που έζησαν για χρόνια στο σκοτάδι λογής δικτατοριών, οι γυναίκες άλλο δεν έκαναν από το να υφίστανται τα επίχειρα ενός κόσμου που οι άντρες έραψαν στα μέτρα τους. Λες και πλήρωναν ένα τίμημα για κάτι που ποτέ δεν έπραξαν. Τιμωρήθηκαν επειδή και μόνο γεννήθηκαν γυναίκες.
Είναι σπουδαία αυτά τα κείμενα όχι γιατί φέρνουν στην επιφάνεια κάποια καινούργια στοιχεία που ως τώρα δεν γνωρίζαμε, αλλά διότι, κόντρα στην επίσημη Ιστορία που καταγράφει με αδρό τρόπο τα κοινωνικά φαινόμενα, ο Γκαλεάνο αφήνει τη φαντασία και τη δημιουργική του σκέψη να αναλάβουν δράση και να μας δείξουν το άρρητο
Δεν τους επέτρεπαν να μετέχουν στα πολιτικά πράγματα, δεν είχαν δικαίωμα στις τέχνες και στην εργασία. Δεν είχαν λόγο μέσα στα σπίτια τους. Γίνονταν άθυρμα των συζύγων τους, ήταν υπόδουλες, κατώτερες όλων των όντων επί της γης. Βασανίστηκαν, βιάστηκαν, λοιδορήθηκαν, ρίχτηκαν στην πυρά, δολοφονήθηκαν, κατασυκοφαντήθηκαν. Κι όμως, ο Γκαλεάνο μάς θυμίζει σημαντικές γυναίκες που δεν φοβήθηκαν τίποτα και όρθωσαν το ανάστημά τους μπρος στην αρσενική εξουσία, ενώ δεν ξεχνάει εκείνες τις καθημερινές γυναίκες που με τίμημα την ίδια τους τη ζωή, αντιστάθηκαν και δεν έσκυψαν το κεφάλι.
Η δύναμη της λογοτεχνίας
Είναι σπουδαία αυτά τα κείμενα όχι γιατί φέρνουν στην επιφάνεια κάποια καινούργια στοιχεία που ως τώρα δεν γνωρίζαμε, αλλά διότι, κόντρα στην επίσημη Ιστορία που καταγράφει με αδρό τρόπο τα κοινωνικά φαινόμενα, ο Γκαλεάνο αφήνει τη φαντασία και τη δημιουργική του σκέψη να αναλάβουν δράση και να μας δείξουν το άρρητο, το άφατο, αυτό που έμεινε για αιώνες και χρόνια κρυφό, αλλά που θα είναι πάντα εκεί να το ανακαλύψουμε. Αυτή είναι, άλλωστε, η δύναμη που διαθέτει η λογοτεχνία. Να φανερώνει τις κρυφές πτυχές των πραγμάτων.
Η εξαιρετική μετάφραση ανήκει στην Ισμήνη Κανσή που έχει μεταφράσει όλα τα βιβλία του ουρουγουανού συγγραφέα που εκδόθηκαν στα ελληνικά. Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει ακόμη τον πρόλογο και το επίμετρο του Κώστα Αθανασίου, επίσης χρήσιμα και κατατοπιστικά για όσους αναγνώστες έρχονται πρώτη φορά σε επαφή με τον κόσμο του Γκαλεάνο, ενός ολότελα ακατάτακτου συγγραφέα, του οποίου η αξία είναι εδώ και πολλά χρόνια καταγεγραμμένη και προφανής.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής του 20ού αιώνα, γεννήθηκε το 1940 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Εκεί κάνει τα πρώτα του βήματα στον χώρο των έντυπων μέσων δημοσιεύοντας γελοιογραφίες και χρονογραφήματα στο περιοδικό El Sol. Το 1961 γίνεται διευθυντής της καθημερινής εφημερίδας Epoca και αρχισυντάκτης της εβδομαδιαίας επιθεώρησης Marcha. Το 1973 εξορίζεται εξαιτίας των ιδεών του και καταφεύγει στην Αργεντινή, όπου ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό Crisis.

Μετά το πραξικόπημα του 1976 αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα και εγκαθίσταται στην Ισπανία. Το 1985, ύστερα από την πτώση της δικτατορίας, επιστρέφει στο Μοντεβιδέο.
Στο έργο του συγκλίνουν η λογοτεχνική αφήγηση και το δοκίμιο, η ποίηση και το χρονικό. Το 1975 και το 1978 τιμήθηκε με το μεγαλύτερο βραβείο της Λατινικής Αμερικής, το Casa de las Americas, το 1989 με το American Book Award για τη Μνήμη της φωτιάς και το 1999 με το Cultural Freedom Award, που του απονεμήθηκε από το Lannan Foundation. Έφυγε από τη ζωή το 2015 σε ηλικία 74 ετών.
























