
Για το βιβλίο του Εδουάρδο Γκαλεάνο (Eduardo Galeano) «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως» (μτφρ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Βωμός του Ντιέγκο Μαραντόνα στη Νάπολη.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Αν και για κάποιους είναι πραγματικά δύσκολο να απομακρυνθούν από την κλισέ, και ολίγον εστέτ, άποψη ότι το ποδόσφαιρο είναι το σύγχρονο όπιο των λαών, για τους περισσότερους εξ ημών ισχύει αυτό που έλεγε και ο ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ: «Η φαντασιακή κοινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων φαίνεται πιο πραγματική όταν παίρνει τη μορφή έντεκα ποδοσφαιριστών». Διότι το ποδόσφαιρο χτίζει μια συλλογική ταυτότητα, δημιουργεί σχέσεις και συσχετισμούς (κάτι μας έχει πει και ο Ουμπέρτο Έκο επ’ αυτού), είναι ένας διαρκής ισχυρός και αδιάπτωτος μηχανισμός διάφορων «εμείς» που έρχονται σε αντιπαράθεση αφομοιώνοντας (ακούσια, αλλά και εκούσια) τους βασικούς κανόνες και τις ιεραρχήσεις της συλλογικής συγκρότησης.
Για τον Εδουάρδο Γκαλεάνο το ποδόσφαιρο ήταν πάντα ένα ζητούμενο. Μικρός είχε όνειρο να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, αλλά αποδείχθηκε πως δεν διέθετε το απαραίτητο ταλέντο. Ακόμη κι έτσι, η αγάπη του για το χορτάρι και την μπάλα δεν χάθηκε ποτέ. Ακόμη κι όταν κατανόησε πως το παιχνίδι στη σύγχρονη μορφή του ποδοσφαίρου είναι το λιγότερο σημαντικό, καθώς το ποδόσφαιρο έχει πάψει να παίζεται μόνο εντός των τεσσάρων γραμμών του γηπέδου.
Ο Γκαλεάνο δεν γράφει απλώς για ένα άθλημα. Γράφει για την ανθρώπινη φύση, για τη χαρά, τη μνήμη, την εξουσία, το χρήμα και τα όνειρα.
Στο βιβλίο του Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως είναι μια μάχη ανάμεσα στην άδολη αγάπη του ποδοσφαιρόφιλου και την αποδομητική διάθεση του διανοητή που βλέπει πίσω από τα γεγονότα, τα γκολ και τους πρωταγωνιστές των γηπέδων. Ο Γκαλεάνο δεν γράφει απλώς για ένα άθλημα. Γράφει για την ανθρώπινη φύση, για τη χαρά, τη μνήμη, την εξουσία, το χρήμα και τα όνειρα. Το ποδόσφαιρο είναι το μέσο που χρησιμοποιεί για να μιλήσει για τον κόσμο. Αυτός είναι και ο λόγος που το βιβλίο εξακολουθεί να διαβάζεται τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα που έχουν γραφτεί ποτέ για το άθλημα.
Μωσαϊκό ιστοριών και αναλύσεων
Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης είναι ότι το βιβλίο δεν ακολουθεί τη συνηθισμένη μορφή ενός δοκιμίου ή μιας ιστορίας του ποδοσφαίρου. Αποτελείται από μικρά κείμενα, ορισμένα μόλις λίγων παραγράφων. Κάθε κεφάλαιο μοιάζει με στιγμιότυπο, σαν μια φωτογραφία που απαθανατίζει μια στιγμή από την ιστορία του αθλήματος. Όταν όμως όλες αυτές οι φωτογραφίες μπουν η μία δίπλα στην άλλη, σχηματίζουν ένα μεγάλο πορτρέτο του ποδοσφαίρου και, ταυτόχρονα, της κοινωνίας. Η επιδραστικότητα του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μορφή: δεν αφηγείται μια ενιαία ιστορία, αλλά δημιουργεί ένα μωσαϊκό εμπειριών και ιδεών.
Ο Ουρουγουανός συγγραφέας αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο ως μια μικρογραφία του κόσμου. Ό,τι συμβαίνει στις κοινωνίες, συμβαίνει και στα γήπεδα: συγκρούσεις, ανισότητες, θρίαμβοι, αδικίες, πάθη και ελπίδες. Η ομορφιά του αθλήματος. Ο τίτλος του βιβλίου είναι ίσως το σημαντικότερο κλειδί για την κατανόησή του.
Το «φως» αντιπροσωπεύει όλα όσα αγαπά ο συγγραφέας στο ποδόσφαιρο: τη φαντασία, τη δημιουργικότητα, την ελευθερία, την έκπληξη και τη συλλογική χαρά. Για τον Γκαλεάνο, οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές δεν είναι απλώς αθλητές. Είναι καλλιτέχνες. Μήπως ένας τέτοιος δεν ήταν ο Πελέ, ο Μαραντόνα ή ο Κρόιφ; Μια ντρίμπλα δεν είναι μόνο ένας τρόπος να περάσεις έναν αντίπαλο. Είναι μια στιγμή δημιουργίας. Ένα γκολ δεν είναι μόνο ένας πόντος στον πίνακα. Είναι μια μικρή πράξη ομορφιάς. Γι’ αυτό ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τους παραπάνω παίκτες θυμίζει περισσότερο λογοτεχνία παρά αθλητική δημοσιογραφία. Οι παίκτες παρουσιάζονται ως δημιουργοί που μετατρέπουν το παιχνίδι σε τέχνη.
Η σκιά του αθλήματος
Αν το βιβλίο σταματούσε εδώ, θα ήταν απλώς ένας ύμνος στο ποδόσφαιρο. Όμως ο συγγραφέας αναλύει και την άλλη πλευρά. Η «σκιά» είναι ο κόσμος του χρήματος, της εμπορευματοποίησης και της εξουσίας. Ο Γκαλεάνο πιστεύει ότι όσο το ποδόσφαιρο γινόταν πιο δημοφιλές, τόσο περισσότερο κινδύνευε να χάσει την ψυχή του. Οι ποδοσφαιριστές μετατράπηκαν σε επενδύσεις, οι ομάδες σε επιχειρήσεις και οι φίλαθλοι σε πελάτες. Αυτό το επιχείρημα, που όταν γράφτηκε φαινόταν σε ορισμένους υπερβολικό, σήμερα μοιάζει ιδιαίτερα επίκαιρο. Η οικονομική ισχύς των μεγάλων συλλόγων, τα τηλεοπτικά συμβόλαια δισεκατομμυρίων και η παγκόσμια βιομηχανία του ποδοσφαίρου δείχνουν πόσο διορατική ήταν η ανησυχία του Γκαλεάνο.
Στο βιβλίο παρουσιάζεται η ιδέα ότι το άθλημα δεν είναι απλώς ψυχαγωγία. Είναι μέρος της συλλογικής ταυτότητας των λαών. Οι νίκες και οι ήττες αποκτούν συχνά συμβολική σημασία.
Πολλοί μεταγενέστεροι σχολιαστές έχουν επισημάνει ότι το βιβλίο προέβλεψε σε μεγάλο βαθμό αυτή τη μετάβαση. Ωστόσο, δεν απορρίπτει το επαγγελματικό ποδόσφαιρο συνολικά. Αυτό που γίνεται αντικείμενο σχολιασμού είναι η στιγμή όπου το κέρδος αρχίζει να αξίζει περισσότερο από το ίδιο το παιχνίδι.
![]() |
|
«Όσοι είχαμε την τύχη να τον δούμε να παίζει λάβαμε δώρα σπάνιας ομορφιάς: στιγμές αθάνατες, που μας επιτρέπουν να πιστέψουμε ότι υπάρχει αθανασία» γράφει για τον Πελέ ο Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο του. Εικόνα: Britannica |
Ο Γκαλεάνο, όπως ήδη αναφέραμε, κατάγεται από την Ουρουγουάη, μια μικρή χώρα που έχει κατακτήσει δύο Παγκόσμια Κύπελλα και έχει αφήσει τεράστιο αποτύπωμα στην ιστορία του αθλήματος. Αυτή η καταγωγή επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που βλέπει το ποδόσφαιρο. Στο βιβλίο παρουσιάζεται η ιδέα ότι το άθλημα δεν είναι απλώς ψυχαγωγία. Είναι μέρος της συλλογικής ταυτότητας των λαών. Οι νίκες και οι ήττες αποκτούν συχνά συμβολική σημασία. Ένα παιχνίδι μπορεί να μετατραπεί σε έκφραση εθνικής υπερηφάνειας ή κοινωνικής μνήμης. Ο συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη σημασία στη Λατινική Αμερική, επειδή πιστεύει ότι εκεί το ποδόσφαιρο απέκτησε μια πιο δημιουργική και λαϊκή διάσταση από ό,τι σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Στη σύγχρονη εποχή η προσοχή στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στους νικητές. Ο Γκαλεάνο αντιστέκεται σε αυτή τη λογική. Γράφει για ξεχασμένους παίκτες, άγνωστους ήρωες, μικρές στιγμές που δεν καταγράφηκαν στα μεγάλα πρωτοσέλιδα.
Από όλες τις μορφές που εμφανίζονται στο βιβλίο, ο Ντιέγκο Μαραντόνα κατέχει ξεχωριστή θέση. Ο Γκαλεάνο δεν τον αντιμετωπίζει μόνο ως έναν από τους μεγαλύτερους ποδοσφαιριστές της ιστορίας. Τον παρουσιάζει ως μια μορφή γεμάτη αντιφάσεις. Από τη μία πλευρά είναι η ιδιοφυΐα, ο άνθρωπος που μπορούσε να κάνει πράγματα με την μπάλα που έμοιαζαν αδύνατα. Από την άλλη είναι ο άνθρωπος με τα πάθη του, τις αδυναμίες και τις προσωπικές καταρρεύσεις. Αυτή η διπλή εικόνα κάνει τον Ντιγκίτο να μοιάζει περισσότερο με τραγικό ήρωα παρά με αθλητή. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να συγκινεί τόσο πολλούς ανθρώπους, παρά τον αδόκητο θάνατό του.
Ένα από τα πιο όμορφα στοιχεία του βιβλίου είναι η επιμονή του στη μνήμη. Στη σύγχρονη εποχή η προσοχή στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά στους νικητές. Ο Γκαλεάνο αντιστέκεται σε αυτή τη λογική. Γράφει για ξεχασμένους παίκτες, άγνωστους ήρωες, μικρές στιγμές που δεν καταγράφηκαν στα μεγάλα πρωτοσέλιδα. Υπενθυμίζει ότι η ιστορία του ποδοσφαίρου δεν αποτελείται μόνο από τρόπαια και ρεκόρ, αλλά και από ανθρώπους που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα χωρίς να γίνουν διάσημοι. Με αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο αποκτά σχεδόν ανθρωπιστική διάσταση. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για τους πρωταγωνιστές αλλά και για όσους βρίσκονται στο περιθώριο.
Ο τρόπος γραφής
Μέσα στα χρόνια, από τη στιγμή που εκδόθηκε πρώτη φορά, έως και τις μέρες μας, αυτό το βιβλίο έγινε «ευαγγέλιο» για αναλυτές και ψαγμένους φίλους της μπάλας. Εντούτοις, η επιτυχία του δεν οφείλεται μόνο στο θέμα του, αλλά και στον τρόπο που έχει γραφτεί. Ο συγγραφέας καταφέρνει να γράφει ταυτόχρονα απλά και ποιητικά. Δεν χρειάζεται να είσαι φίλαθλος για να απολαύσεις το βιβλίο. Μπορεί να το διαβάσει κάποιος που δεν παρακολουθεί καθόλου ποδόσφαιρο και να βρει μέσα του σκέψεις για την κοινωνία, την εξουσία, τη μνήμη και την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Αυτό εξηγεί γιατί το έργο έχει αναγνωριστεί όχι μόνο από αθλητικούς συγγραφείς αλλά και από λογοτεχνικούς κριτικούς.
![]() |
|
Σχέδιο από το κεφάλαιο της έκδοσης «Το είδωλο», όπου καταλήγει ο Γκαλεάνο: «Μερικές φορές το είδωλο δεν καταρρέει ολοσχερώς. Σπάει, και το πλήθος τρέχει να τον κατασπαράξει κομμάτι κομμάτι». |
Ο Γκαλεάνο συχνά εξιδανικεύει το παρελθόν. Διαβάζοντας το βιβλίο, δημιουργείται κάποιες φορές η εντύπωση ότι το παλιό ποδόσφαιρο ήταν σχεδόν αγνό, ενώ το σύγχρονο είναι κυρίως διεφθαρμένο. Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι πιο σύνθετη. Η βία, τα οικονομικά συμφέροντα και οι πολιτικές παρεμβάσεις υπήρχαν και παλαιότερα. Ακόμη κι έτσι, όμως, ο τρόπος που το κάνει είναι με ποιητική ματιά και όχι ως προσπάθεια να αποκρύψει τις μελανές στιγμές του παρελθόντος. Η εύστοχη μετάφραση ανήκει στην Ισμήνη Κανσή.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής του 20ού αιώνα, γεννήθηκε το 1940 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Εκεί κάνει τα πρώτα του βήματα στον χώρο των έντυπων μέσων δημοσιεύοντας γελοιογραφίες και χρονογραφήματα στο περιοδικό El Sol. Το 1961 γίνεται διευθυντής της καθημερινής εφημερίδας Epoca και αρχισυντάκτης της εβδομαδιαίας επιθεώρησης Marcha. Το 1973 εξορίζεται εξαιτίας των ιδεών του και καταφεύγει στην Αργεντινή, όπου ιδρύει το λογοτεχνικό περιοδικό Crisis.

Μετά το πραξικόπημα του 1976 αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα και εγκαθίσταται στην Ισπανία. Το 1985, ύστερα από την πτώση της δικτατορίας, επιστρέφει στο Μοντεβιδέο.
Στο έργο του συγκλίνουν η λογοτεχνική αφήγηση και το δοκίμιο, η ποίηση και το χρονικό. Το 1975 και το 1978 τιμήθηκε με το μεγαλύτερο βραβείο της Λατινικής Αμερικής, το Casa de las Americas, το 1989 με το American Book Award για τη Μνήμη της φωτιάς και το 1999 με το Cultural Freedom Award, που του απονεμήθηκε από το Lannan Foundation. Έφυγε από τη ζωή το 2015 σε ηλικία 74 ετών.

























