
Για το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη «Κρυμμένη πατρίδα» (εκδ. Πατάκη).
Γράφει ο Σωκράτης Καμπουρόπουλος
Η Κρυμμένη πατρίδα του Γιάννη Κιουρτσάκη (γεν. 1941), σηματοδοτεί σαράντα επτά χρόνια παρουσίας του στα γράμματα, με τη μορφή υβριδικών συνήθως, αυτοβιογραφικών κειμένων ή δοκιμίων, που εγκαινιάζονται με το Ελληνισμός και Δύση στο στοχασμό του Σεφέρη, το 1979. Τα θέματα που τον έχουν απασχολήσει είναι ο Καραγκιόζης, το Καρναβάλι, η παράδοση, ο λαϊκός πολιτισμός, το ’21, ο Παπαδιαμάντης, ο Λ. Παπαστάθης, ο Σεφέρης, ο Καμύ, αλλά και η Ν. Υόρκη και το «ζητούμενο του ανθρώπου».
Όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος, το έργο του τον κάνει «λαογράφο χωρίς να είναι, ανθρωπολόγο χωρίς να είναι, φιλόλογο χωρίς να είναι» -αφού οι σπουδές του ήταν στη νομική στο Παρίσι- και «μυθιστοριογράφο, χωρίς να είναι» – έχοντας υπογράψει, παρόλα αυτά, μια από τις πιο συναρπαστικές λογοτεχνικές αφηγήσεις στα χρόνια της μεταπολίτευσης, το Σαν μυθιστόρημα (1995), που μεταφράστηκε στη Γαλλία, με τίτλο Le Dicôlon/Το Δίκωλον (ed. Verdier), και απασχόλησε ένα ολόκληρο τεύχος κριτικής του περιοδικού L’ Atelier du Roman.
Αν δεν είναι κάτι από όλα αυτά, τότε τι είναι ο Γιάννης Κιουρτσάκης; Είναι ένας ερασιτέχνης/εραστής με την αρχετυπική έννοια του όρου. Ο δοκιμιακός λόγος του πλέκεται πάντα με τη βιωματική μαρτυρία, αναδεικνύοντάς τον συγγραφέα σ’ ένα πνεύμα σε διαρκή διάλογο με τις βεβαιότητές του, μέσα από μια επίμονη, «μνησιπήμονα» διαδικασία. Έτσι το αυτοβιογραφικό δοκίμιο ανάγεται σε λογοτεχνικό είδος και το αντίστροφο, επιβεβαιώνοντας τις αρχές της αφήγησης του εαυτού ως ενός άλλου, κατά τον Paul Ricœur, όπως λ.χ. στον Προυστ, πράγμα που δεν έχει καμία σχέση με την αυτο-ανάλυση.
Το ίδιο συμβαίνει και στην Κρυμμένη πατρίδα. Στο πρώτο μισό του βιβλίου, με τίτλους «Χαμένη πατρίδα» και «Ιντερμέδιο: Το έργο μιας ζωής», αφηγείται τις προσωπικές συνθήκες που τον οδήγησαν να εμπνευστεί και να γράψει το δεύτερο μέρος του, την «Κρυμμένη πατρίδα». Μας θυμίζει για άλλη μια φορά την ατέρμονη περιπλάνησή του από την Αθήνα ως τη Γαλλία και πίσω, από τις αρχές του ’60, όταν πρωτοπηγαίνει στο Παρίσι να σπουδάσει νομικά για να ξεφύγει από την οικονομική δυσπραγία της «ψωροκώσταινας», όπως αποκαλεί την Ελλάδα η οικογένειά του, ενώ ο αδελφός του είναι ήδη στο Βέλγιο, ως την επιστροφή του στο σπίτι της οδού Κεφαλληνίας, με τη Γαλλίδα γυναίκα του, την αγαπημένη του Ζιζέλ, ως το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, τη φυγή στο Παρίσι, το βίωμα του Μάη του ‘68 και την οριστική επιστροφή του στην Ελλάδα, μέσα στη δικτατορία, «όπου τουλάχιστον ζούσαν και αγωνίζονταν οι περισσότεροι φίλοι μου».
Ο ελληνικός τόπος, αυτός, τον εμψυχώνει σ’ ένα ταξίδι του στις Κυκλάδες, μέσα στα πιο μαύρα χρόνια της δικτατορίας, με τους στίχους ενός ποιήματος που αναδύεται στο μυαλό του: «Κι όμως το φως σε συλλογίζεται».
Για πολλά χρόνια στη χώρα «των Φώτων», μετέωρος ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, ο Κιουρτσάκης θεωρεί Χαμένη πατρίδα, όπως λέει, το ατελέσφορο βίωμα της χώρας μας (με την ανελευθερία, τη διαφθορά, τη βία, την ιδιοτέλεια, τον χυδαίο καταναλωτισμό, την επιθετικότητα, την ασχήμια, την αγένεια, τις σαθρές υποδομές, και τη χυδαία, ακόμα, «επίσημη» γλώσσα της, ήδη από τα χρόνια της χούντας). Όταν, το 1980, νιώθει ότι ο προ-εικοσαετίας αυτόχειρας αδελφός του Χάρης «ανασαίνει ακόμα μέσα του ζωντανός, σαν ένα σώμα διπλό, με δύο ψυχές» και αποφασίζει να γράψει το Σαν μυθιστόρημα, το κάνει «αναζητώντας τον βαθύτερο εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου, που αναγνώρισε στον χαμένο αδερφό του και, πιο βαθιά, στη χαμένη πατρίδα και των δυό τους και αναρίθμητων Ελλήνων».
Η γλώσσα, η κρυμμένη πατρίδα μας
Αξίζει εδώ να δούμε την παρατήρησή του για το πώς εννοεί ο ίδιος την έννοια της «πατρίδας»: «Αν ένα κράτος αποτελεί όχι σπάνια το προϊόν μιας συνειδητής πολιτικής επιλογής», γράφει, «μια πατρίδα είναι πάντα ο καρπός μιας ασυνείδητης συλλογικής δημιουργίας». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η «κρυμμένη πατρίδα μας» δεν είναι άλλη από τη γλώσσα («Η φωνή της δεν έχει ακόμα ακουστεί στον νεότερο κόσμο - άραγε ακούγεται ακόμα αρκετά στο βάθος της ψυχής μας;»)
Ο συγγραφέας χαίρεται όσο ποτέ ν’ ακούει μέσα του τα ελληνικά («αυτό το φίλτατον φώνημα του σοφόκλειου Φιλοκτήτη»). Ίσως γιατί «στις δικές της λέξεις, όπως μιλήθηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια και μιλιούνται ακόμα, όμοιες ή παραλλαγμένες, φωλιάζουν πολύτιμα ιχνοστοιχεία ικανά να αφυπνίσουν στην ψυχή του σημερινού ομιλητή την εμπιστοσύνη στον άλλο άνθρωπο» […]. Συμπληρώνει: «Το ήθος μιας γλώσσας δεν είναι μόνο γλωσσικό. Είναι ένας τρόπος αίσθησης, πρόσληψης και βίωσης του κόσμου».
Η κυρίαρχη ματιά του βιβλίου είναι πάνω απ’ όλα η συνείδηση ότι η γλώσσα είναι το αποτέλεσμα μιας «αδιάλειπτης δραστηριότητας ενός συλλογικού σώματος ομιλητών», ενός λαού που «τη ζωντανεύει αδιάκοπα με τη μιλιά του»
«Ο τόπος μιλάει στον άνθρωπο, όταν εκείνος τον ατενίζει εκστατικά. Και ο άνθρωπος, όπως έχει πλαστεί από τη γλώσσα που έθρεψαν μέσα του πολλές γενιές ανθρώπων, την ίδια στιγμή που εκείνος τη ζωντανεύει αδιάκοπα με τη μιλιά του, απαντά στον τόπο· που θα πει ακόμα πως τον συναντά» (τον «συναπαντά», όπως λέει, σελ. 148). Ο ελληνικός τόπος, αυτός, τον εμψυχώνει σ’ ένα ταξίδι του στις Κυκλάδες, μέσα στα πιο μαύρα χρόνια της δικτατορίας, με τους στίχους ενός ποιήματος που αναδύεται στο μυαλό του: «Κι όμως το φως σε συλλογίζεται».
Για τον Κιουρτσάκη, η γλώσσα συνδέει τα μέλη της σε μια δημοκρατική συνθήκη. «Η γλώσσα είναι ένα άτυπο, άγραφο και ασυνείδητο κοινωνικό συμβόλαιο που μας συνδέει σε μια κοινότητα, έστω και διχασμένη κι όμως πεισματικά παρούσα, όσο εξακολουθούμε να μιλάμε ελληνικά (είτε είμαστε αριστεροί είτε δεξιοί, είτε χριστιανοί ορθόδοξοι είτε άθεοι, είτε καθολικοί, μουσουλμάνοι ή Εβραίοι)» […] «Μιλάω για μια διαχρονική αίσθηση όχι απλώς του ανήκειν, αλλά του κοινωνείν σε μια ευρύτατη, διασκορπισμένη στις τέσσερις γωνιές της Μεσογείου και του κόσμου, πατρίδα».
Ο εσωτερικός διάλογος
Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, αφού διατρέξει τα προβλήματα της εποχής -την ανασφάλεια, την απειλή της φτώχιας, τον φόβο του άλλου, τις γεωπολιτικές ανατροπές, την έκρηξη μιας πρωτόγνωρης βίας παντού στον κόσμο-, αναζητεί καταφύγιο στον «μοναδικό εσωτερικό διάλογο που φωλιάζει στα μύχια της αρχαίας γλώσσας κι επιζεί σε τόσες άλλες γλώσσες, πλουτίζοντάς τες με νέες σημασίες». Τον διάλογο που ασκούν μεταξύ τους τα συνθετικά λέξεων όπως: δημι-ουργία, δημο-κρατία, ισο-νομία, συν-ζήτηση, οικο-νομία και όλα τα παράγωγα της λέξης οίκος (οικειότητα, οικογένεια, οικουμένη – λέξη που αρχικά ήταν μετοχή, οικουμένη γη-κατοικημένη γη, κλπ.) Λέξεις μια μοναδικής πνευματικής κληρονομιάς («Οι παμπάλαιες λέξεις της ελληνικής γλώσσας δεν μας μιλούν μόνο για το παρελθόν, αλλά και για το παρόν, πιστεύω, και για το μέλλον. […] Δεν μιλώ για ετυμολογία, αλλά για μια φωνή βγαλμένη από την προαιώνια ιστορία της λέξης, η οποία με καλεί, όταν την αφουγκράζομαι, να συλλάβω την παράδοξη επικαιρότητα που αποκτά στο ιστορικό παρόν μας»).
Η κυρίαρχη ματιά του βιβλίου είναι πάνω απ’ όλα η συνείδηση ότι η γλώσσα είναι το αποτέλεσμα μιας «αδιάλειπτης δραστηριότητας ενός συλλογικού σώματος ομιλητών», ενός λαού που «τη ζωντανεύει αδιάκοπα με τη μιλιά του» (κάπως σαν το «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» του Σεφέρη). Η Κρυμμένη πατρίδα, έτσι, ζει, αναπνέει και την ανακαλύπτουμε μέσα από την προφορικότητα. Ο συγγραφέας ανακαλεί στο μυαλό τη φράση ενός αγαπημένου του Σκυριανού βοσκού, από το ύψος των βουνών: «Η Σκύρος είναι ο ανασασμός μου». Ή, τη λαϊκή σοφία της «μανούς», της γιαγιάς του: «Τα γράμματα τα φτιάξαν (δηλ., τα γέννησαν) οι αγράμματοι».
Εύγλωττο και ευεργετικό, η Κρυμμένη πατρίδα είναι ένα ακόμη βιβλίο με τη σωματική γραφή του Γ.Κ.
* Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ είναι ποιητής και μεταφραστής. Από τις εκδόσεις Θράκα κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Μετείκασμα».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Γεννημένος το 1941 στην Αθήνα, ο Γιάννης Κιουρτσάκης σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το 1986 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου, το 1996 με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» και το 2010 με το Βραβείο Λογοτεχνικού Δοκιμίου-Μελέτης του περιοδικού «Διαβάζω».
![]() |
|
Γιάννης Κιουρτσάκης, ©Sissy Morfi |
Ερευνητικό, δοκιμιακό ή μυθιστορηματικό, ολόκληρο το έργο του Γιάννη Κιουρτσάκη, όπως αποκρυσταλλώνεται με τον χρόνο, είναι ένας διαρκής διάλογος: με τους δασκάλους του, τους φίλους του, τον αναγνώστη· με την ελληνική λαϊκή παράδοση και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό· με τους αγαπημένους του νεκρούς, τις νεότερες γενιές και τους αγέννητους· με τον ίδιο του τον εαυτό. Πίσω από την ποικιλία των θεμάτων υπάρχουν τρεις σταθεροί άξονες: η ταυτότητα, ατομική ή συλλογική, ως αναπόφευκτη σχέση με τους άλλους· η δημιουργία, ως μοναδικό θεμέλιο ενός ζωντανού πολιτισμού· η αναζήτηση μιας ανθρώπινης ζωής στους δύσκολους καιρούς.
Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορούν τα βιβλία του: Το ζητούμενο του ανθρώπου (2011), Ο νεοελληνικός διχασμός και το μυστήριο της τέχνης. Ξαναβλέποντας δύο ταινίες του Λάκη Παπαστάθη (2014), Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου (2015), Ο Παπαδιαμάντης, η Ελλάδα και ο κόσμος μας. Διάλογος φιλίας με τον Λάκη Προγκίδη (2018), Ένα αστόπαιδο στο σχολειό του Καραγκιόζη (2019), Το θαύμα και η τραγωδία. Το Εικοσιένα από τον κόσμο του Ομήρου στην παγκόσμια επαρχία (2020), Όταν όλα κρέμονται από μια κλωστή. Εσαεί ατελείωτο ψηφιδωτό (2021), Σαν μυθιστόρημα (νέα έκδοση, 2023), Σεφέρης και Καμύ: Ζήτημα φωτός (2024), Κρυμμένη πατρίδα (2026).
























