Για τα δοκίμια του Αιμέ Σεζαίρ (Aimé Césaire), «Λόγος περί αποικιοκρατίας – Λόγος περί νεγροσύνης» (εισαγωγή Στάθης Παπασταθόπουλος, μτφρ. Μυρτώ Ταπεινού, εκδ. San Casciano). Εικόνα: Ο πίνακας του Βίλεμ ντε Πόρτερ «Αλληγορία της αποικιοκρατικής εξουσίας».

Γράφει ο Παναγιώτης Τσιαμούρας 

«Και ξαφνικά εμφανίζεται ο Σεζαίρ. Για πρώτη φορά θα δούμε έναν καθηγητή λυκείου, επομένως, φαινομενικά, έναν αξιοπρεπή άνθρωπο, να λέει απλώς στους κατοίκους των Αντιλλών “ότι είναι όμορφο και καλό να είσαι νέγρος (nègre)”. Χωρίς αμφιβολία αυτό ήταν σκάνδαλο. Εκείνη την εποχή κυκλοφορούσε η φήμη ότι ήταν κάπως τρελός, και οι συμφοιτητές του καυχιόνταν πως μπορούσαν να δώσουν λεπτομέρειες για την υποτιθέμενη ασθένειά του». Frantz Fanon, «Antillais et Africains», Esprit 1955

«Μιλώ για εκατομμύρια ανθρώπους στους οποίους έχουν υποδόρια καλλιεργήσει τον φόβο και το αίσθημα κατωτερότητας· στους οποίους έχουν μάθει να τρέμουν, να ικετεύουν γονυπετείς, να μην τρέφουν ελπίδες, να είναι δουλοπρεπείς» (σ. 140). Mε αυτή την πρόταση/κάλεσμα από τον Λόγο περί αποικιοκρατίας ο μαθητής του Αιμέ Σεζαίρ, Φραντς Φανόν, αποφασίζει το 1952 να μας εισάγει στο δικό του Peau noire, masques blancs (Éditions du Seuil, 1952). Του Σεζαίρ θα είναι επίσης το εισαγωγικό παράθεμα του τέταρτου κεφαλαίου «Για το υποτιθέμενο σύμπλεγμα εξάρτησης του αποικιοκρατούμενου»: «Δεν υπάρχει στον κόσμο κανένας φουκαράς που να λιντσαρίστηκε, κανένας δύστυχος άνθρωπος που να βασανίστηκε, μέσα στον οποίο να μην αισθάνομαι πως δολοφονούμαι και ταπεινώνομαι κι εγώ» (από το Et les chiens se taisaient).

Όπως στον Σεζαίρ θα ανήκει και το άλλο κάλεσμα: «Τι μπορώ να κάνω εγώ; Πρέπει να ξεκινήσω από κάπου. Να ξεκινήσω τι; Το μόνο πράγμα στον κόσμο που αξίζει να ξεκινήσει κανείς: Το τέλος του κόσμου, γαμώτο!”» (από το Τετράδιο μιας επιστροφής στη γενέθλια γη [Cahier d'un retour au pays natal, 1939], στη σ. 119 της ελληνικής έκδοσης). Εξάλλου, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο η παρουσία του δασκάλου είναι διαρκής στις σελίδες του πρώτου βιβλίου του πρώην μαθητή, μολονότι όχι μόνο εκεί: στην επιστολή παραίτησής του προς τον Γάλλο γενικό κυβερνήτη της Αλγερίας, ο δεύτερος θα σημειώσει πως «μία κοινωνία που ωθεί τα μέλη της σε λύσεις απελπισίας είναι μία κοινωνία που δεν λειτουργεί πλέον, μία κοινωνία που οφείλουμε να αλλάξουμε», μια επισήμανση που παραπέμπει απευθείας στις εναρκτήριες παραγράφους του Λόγου περί αποικιοκρατίας -«Ένας πολιτισμός που αποδεικνύεται ανίκανος να λύσει τα προβλήματα που προκαλεί ο ίδιος ο μηχανισμός του είναι ένας πολιτισμός σε παρακμή. Ένας πολιτισμός που επιλέγει να κλείνει τα μάτια του στα πιο σοβαρά του προβλήματα είναι ένας πολιτισμός που νοσεί. Ένας πολιτισμός που δεν είναι ειλικρινής με τις αρχές του είναι ένας πολιτισμός που ψυχορραγεί» (σ. 123)- όμως σαφέστατα και μια προέκτασή τους σε πιο ριζοσπαστική κατεύθυνση.

Μπορεί -και δεν χωρεί αμφιβολία ως προς αυτό- η επίδραση του Σεζαίρ να υπήρξε καθοριστική πάνω στον Φανόν -«Ο μαθητής μιμείται το ύφος του δασκάλου του, αναπτύσσει περαιτέρω τις βασικές θεματικές που τον απασχολούν και αφορμάται από τις πολιτικές επιλογές, τις μεταστροφές και τις αποτυχίες του [Σεζαίρ]» (σ. 111), παρατηρεί ορθά ο Στάθης Παπασταθόπουλος στη Εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης-, ωστόσο δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε κάποιες λιγότερο ή περισσότερο βαθιές στιγμές ρήξης που σημειώθηκαν μεταξύ τους όχι μόνο με αφορμή το Δημοψήφισμα του Σαρλ ντε Γκωλ το 1958 (για τον Φανόν, μια ιμπεριαλιστική παγίδα του Γάλλου προέδρου, για να νομιμοποιήσει τη νεοαποικιοκρατία), τη διαφορετική στάση απέναντι στον επαναστατικό αγώνα των Αλγερινών και την προσφυγή στη βία, την πολιτική της αφομοίωσης, ή ορισμένες πολλές πτυχές της νεγροσύνης («εγκλωβισμένη σε πολιτισμικές αναζητήσεις αντί για πολιτική δράση», κατά τον μαθητή), καθώς στην ουσία επρόκειτο για «σύγκρουση» δύο διαφορετικών κόσμων… αλλά αυτά είναι ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω και πιο εμβριθούς πραγμάτευσης και δεν είναι του παρόντος. Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, παρά τις όποιες διαφορές, μεταξύ τους υπήρξε μεγάλος και ειλικρινής σεβασμός, όπως επιβεβαιώνει άλλωστε και το συγκινητικό κείμενο που ο Σεζαίρ έγραψε αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του θανάτου του μαθητή του (Présence Africaine, τχ. 40, 1962).

Ένα σημαντικό, επιδραστικό κείμενο 

Σε κάθε περίπτωση, ο Σεζαίρ και το έργο του δεν αποτέλεσαν σημεία αναφοράς μόνο για τον Φανόν, καθώς ο Λόγος περί αποικιοκρατίας είναι αναμφίβολα ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα του 20ού αιώνα. Εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1950, αλλά επανεκδόθηκε στο Παρίσι το 1955 στην πιο γνωστή του εκδοχή. Το κείμενο του Αιμέ Σεζαίρ (1913-2008), άσκησε βαθιά επιρροή σε διαδοχικές γενιές ακτιβιστών σε ολόκληρο τον κόσμο. Η καταγγελία του συστήματος οικονομικής και πολιτισμικής κυριαρχίας που βρίσκεται στη βάση της αποικιοκρατίας αποτέλεσε, πράγματι, θεμελιώδες σημείο αναφοράς όχι μόνο για τους αντιαποικιακούς αγώνες στην Αφρική, την Ασία και την Καραϊβική, αλλά και για τα πιο ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και του 1970 στη Λατινική Αμερική, καθώς και για τις ομάδες εκείνες που στις Ηνωμένες Πολιτείες πρωτοστάτησαν στην κατάκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων και στην ανάπτυξη του κινήματος της Black Power. Αλλά όχι μόνο.

Φέρνοντας στο φως τη στενή και περιοριστική, μεροληπτική, αποκλειστική και απεχθώς ρατσιστική αντίληψη για τον άνθρωπο και τον ανθρωπισμό («Αυτό είναι το μεγαλύτερο κατηγορώ μου κατά του ψευδοανθρωπισμού: ότι εδώ και τόσα χρόνια ελαχιστοποιεί τα δικαιώματα του ανθρώπου, ότι ο τρόπος που τα αντιλαμβανόταν ανέκαθεν ήταν -και εξακολουθεί να είναι- περίκλειστος και αποσπασματικός, ελλιπής και μεροληπτικός και, εντέλει, ελεεινά ρατσιστικός», σ. 130), η οποία βρίσκεται στη βάση πολλών από τα σημαντικότερα κείμενα του ευρωπαϊκού ανθρωπιστικού πολιτισμού της εποχής του, ο Λόγος περί αποικιοκρατίας έμελλε να θέσει τα θεμέλια εκείνου που λίγα χρόνια αργότερα θα γινόταν ένας νέος τύπος κριτικής πρακτικής και ανάλυσης κειμένων: της «θεωρίας του αποικιακού λόγου».

Για τον Σεζαίρ, πίσω από τα προσωπεία των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του πολιτισμού, για τα οποία τόσο αρέσκεται να μιλά η Ευρώπη, κρύβεται η βία της αποικιοκρατίας, η οποία καταδικάζει τους λαούς που είχαν την «ατυχία» να μη γεννηθούν με λευκό δέρμα σε μια συνθήκη πραγμοποίησης, εκμετάλλευσης και καταστροφής των τρόπων ζωής τους. 

Από τους κυριότερους εμπνευστές της ποιητικής της νεγροσύνης (négritude), συγγραφέας σημαντικών ιστορικών μελετών για τη δουλεία και την αποικιοκρατία, καθώς και ορισμένων από τα πιο πρωτότυπα θεατρικά έργα σχετικά με τα προβλήματα που συνδέονται με την αποαποικιοποίηση και τη διαμόρφωση μιας νέας, μεταφυλετικής πολιτισμικής υποκειμενικότητας, ο Αιμέ Σεζαίρ είναι αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες μορφές της αντιαποικιακής σκέψης του 20ού αιώνα και πρόδρομος πολλών από τα ζητήματα που βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο της μετααποικιακής κριτικής.

Για τον Σεζαίρ, πίσω από τα προσωπεία των δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του πολιτισμού, για τα οποία τόσο αρέσκεται να μιλά η Ευρώπη, κρύβεται η βία της αποικιοκρατίας, η οποία καταδικάζει τους λαούς που είχαν την «ατυχία» να μη γεννηθούν με λευκό δέρμα σε μια συνθήκη πραγμοποίησης, εκμετάλλευσης και καταστροφής των τρόπων ζωής τους. Η αποικιοκρατία με τις υλικές δομές της και τις συμβολικές γλώσσες της κατασκευάζει τόσο τον αποικιοκράτη/πολιτισμένο όσο και τον αποικιοκρατούμενο/άγριο, τους ουσιοποιεί: «Για τον Σεζαίρ, η αποικιοκρατία δεν φέρνει κοντά πολιτισμένους και άγριους, αλλά παράγει από μόνη της το δίπολο πολιτισμένος-άγριος, μεταμορφώνοντας την επιβεβλημένη αποστέρηση σε μια προγενέστερη της επιδρομής διαφορά ουσίας. Η αποικιοκρατία δεν έφερε την Ευρώπη σε επαφή με τον φυσικό, τον πρωτόγονο ή τον άγριο άνθρωπο· η αποικιοκρατία εξαχρειώνει και απανθρωποποιεί. Κάθε απόπειρα διάσωσής της, κάθε μετριοπαθής τοποθέτηση που βλέπει οφέλη και λάθη που μπορούν να διορθωθούν, είναι χρεωκοπημένη» (σ. 77).

Η καταστροφή ολόκληρης της ανθρωπότητας

Πάντα σύμφωνα με τον ίδιο, «η φυλετική βία της αποικιοκρατίας δεν είναι μια ανωμαλία που μπορεί να προσπεραστεί, μια παρέκκλιση που μπορεί να διορθωθεί, αλλά μολύνει στο βάθος του τον πυρήνα του πολιτισμού της Ευρώπης» (σσ. 77-78), γιατί κατά βάθος η αποικιοκρατία έχει ένα πάρα πολύ υψηλό τίμημα: εξαχρειώνει και αποανθρωποποιεί τόσο τα θύματα όσο και τους θύτες της, στοιχείο που με τόση διαύγεια είχε καταγράψει ο Φανόν στο Της γης οι κολασμένοι, όταν ανέλυε το νοσηρό περιβάλλον που δημιουργεί το αποικιακό καθεστώς, για όλους όσοι εμπλέκονται και συμμετέχουν -είτε ως θύτες είτε ως θύματα- σε αυτό. Και πράγματι, στο κείμενο του Σεζαίρ γίνεται σαφές ότι το αποικιακό εγχείρημα αποτελεί πρωτίστως μια καταστροφή για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Οι υποτιθέμενοι εκπολιτιστές είναι οι πρώτοι που καταστρέφονται, που αποανθρωποποιούνται, εξαιτίας ενός καθεστώτος που οικοδομείται πάνω στην άρνηση του άλλου:

«Κατ’ αρχάς, θα έπρεπε να μελετήσουμε πώς η αποικιοκρατία καταλήγει να αποπολιτίζει τον αποικιοκράτη, να τον αποβλακώνει με όλη τη σημασία της λέξης, να τον εξευτελίζει, να του ξυπνάει θαμμένα ένστικτα: την απληστία, τη βία, το φυλετικό μίσος, τον ηθικό σχετικισμό. […] Πρόκειται για μια παγκόσμια οπισθοδρόμηση, μια γάγγραινα που έρχεται για να μείνει, μια εστία μόλυνσης που εξαπλώνεται. Ύστερα από κάθε συνθήκη που παραβιάζουν, κάθε ψέμα που διαδίδουν, κάθε τιμωρητική εκστρατεία που ανέχονται, κάθε φυλακισμένο που αλυσοδένουν τάχα για να τον ανακρίνουν, κάθε πατριώτη που βασανίζουν, ύστερα από τόση προπαγάνδιση της φυλετικής υπεροχής, τόση επίδειξη αλαζονείας, το δηλητήριο πλέον έχει ποτίσει τις φλέβες της Ευρώπης και, αργά αλλά σταθερά, η ήπειρος αυτή οδηγείται στην αποκτήνωση. […] Αποδεικνύουν ότι η αποικιοκρατία -το επαναλαμβάνω- απανθρωποποιεί ακόμα και τον πιο πολιτισμένο άνθρωπο· ότι η αποικιοκρατική δραστηριότητα, η αποικιοκρατική επιχείρηση, η αποικιοκρατική κατάκτηση, η οποία στηρίζεται στην περιφρόνηση του αυτόχθονα πληθυσμού και δικαιολογείται από αυτήν ακριβώς την περιφρόνηση, αναπόφευκτα καταλήγει να διαστρέψει τον ιθύνοντα νου· ότι ο αποικιοκράτης, ο οποίος, για να έχει ήρεμη τη συνείδησή του, μαθαίνει να βλέπει τον άλλον ως κτήνος, συνηθίζει να του φέρεται ως τέτοιο και, αντικειμενικά, καταλήγει να γίνεται ο ίδιος κτήνος. Αυτό το αποτέλεσμα ήθελα να επισημάνω: το ανάστροφο σοκ της αποικιοκρατίας» (σσ. 128, 137).

Ο Μαρτινικανός συγγραφέας και πολιτικός ξεσκεπάζει και τον ψευδοανθρωπισμό των διανοούμενων και των εκλεπτυσμένων αστών που εργάζονταν για την αποκατάσταση της αποικιοκρατίας ή αρνούνταν να πάρουν ανοιχτά θέση εναντίον της, καταγγέλλει τη νομιμοποίηση της αποστέρησης των έγχρωμων λαών μέσω του χριστιανισμού. Ο Αιμέ Σεζαίρ δείχνει επιπλέον πώς, στην ίδια τη μητρόπολη, τα πνεύματα εκπαιδεύτηκαν αργά αλλά αμείλικτα να αποδέχονται τη νομιμότητα της αποικιακής κατοχής, «την εκπολιτιστική αποστολή του λευκού/Ευρωπαίου ανθρώπου», την «εκφυλισμένη ουσία» του μαύρου υποκειμένου.

Υπάρχει πάντοτε μια άβυσσος ανάμεσα στις διακηρυγμένες ευγενείς προθέσεις και στις τρομακτικές θηριωδίες που διαπράττονται στο όνομά τους.

Όπως γνωρίζουμε, μια τέτοια ιδεολογική συναίνεση βρίσκεται στη βάση πολλών από τις τραγωδίες της εποχής μας. Θα εντυπωσιαστείτε ασφαλώς, διαβάζοντας αυτό το κείμενο, όταν διαπιστώσετε πόσοι Γάλλοι διανοούμενοι, από τις πλέον διαφορετικές κοινωνικές προελεύσεις και με τις πλέον διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις, εξύμνησαν την ανωτερότητα της λευκής φυλής και την εκπολιτιστική αποστολή της Δύσης: μεταξύ άλλων, Ερνέστ Ρενάν, Ζυλ Ρομαίν, Ντομινίκ-Οκτάβ Μανονί (ο οποίος επιχειρούσε μια «νομιμοποίηση της αποικιοκρατίας μέσω της ψυχολογιοποίησής της και της απόπειρας να θεμελιωθεί στη χρήση ψυχαναλυτικών συμβάσεων», σσ. 93-95), Ροζέ Καγιουά, εναντίον του τελευταίου μάλιστα η κριτική του Σεζαίρ είναι δριμύτατη: «Ο Καγιουά αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις αποικιακές ιεραρχίες και την απροσπέλαστη, για εκείνον, διαφορά ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και τους υπόλοιπους πολιτισμούς συλλήβδην, διαφορά η οποία ισοδυναμεί με τη διαμετρική αντίθεση ανάμεσα στην πολιτισμένη-ορθολογική και την άγρια-πρωτόγονη σκέψη. Η ιεραρχική αυτή διαφορά και ο προσδιορισμός της Ευρώπης ως αποκλειστικού φορέα του οικουμενισμού, του ανθρωπισμού, των δικαιωμάτων και της προόδου επιβεβαιώνει για τον Καγιουά το βάρος της Ευρώπης, που φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη στις παγκόσμιες υποθέσεις» (σ. 100). Ωστόσο, όπως ειπώθηκε, ο Λόγος περί αποικιοκρατίας υπερβαίνει την ειδική περίπτωση της Γαλλίας -την οποία γνώριζε καλύτερα ο συγγραφέας-, καθώς υπονομεύει εκ βάθρων όποιον μηχανισμό και οποιαδήποτε δικαιολόγηση θα μπορούσε να επικαλεστεί ένας λαός, προκειμένου να υποτάξει έναν άλλον. Υπάρχει πάντοτε μια άβυσσος ανάμεσα στις διακηρυγμένες ευγενείς προθέσεις και στις τρομακτικές θηριωδίες που διαπράττονται στο όνομά τους.

Ναζισμός και αποικιοκρατία 

Εκείνο που, σύμφωνα με τον Σεζαίρ, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ακόμη προσεκτικότερου και ειδικότερου προβληματισμού είναι η ομοιότητα των μεθόδων και των εγκλημάτων μεταξύ του ναζισμού και της αποικιοκρατίας, η μεταξύ τους αντιστοιχία. Από τη μια, στην έλευση του ναζισμού και των εγκλημάτων του ο Σεζαίρ βλέπει την επιστροφή της αποικιακής βίας στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, το choc en retour, το ανάστροφο σοκ, ό,τι περίπου η Χάνα Άρεντ στο έργο της Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού θα χαρακτηρίσει «φαινόμενο μπούμεραγκ» (boomerang effect). Γράφει εύστοχα ο Στάθης Παπασταθόπουλος:

«Ο Σεζαίρ εντοπίζει ανάμεσα στην Ευρώπη και τις αποικίες της όχι μόνο μια σχέση μονόδρομης βίας, αλλά και το αντίστροφο. Η αποικιακή βία επιστρέφει για να στοιχειώσει τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Ο Σεζαίρ γράφει για το choc en retour, το ανάστροφο σοκ που προκαλεί η συνειδητοποίηση ότι η βία που είχε παλαιότερα ασκηθεί σε κάποιους άλλους επιστρέφει με θύματα τους ίδιους τους Λευκούς. Το ανάστροφο σοκ που προκαλεί ο ναζισμός είναι ότι στοχοποιεί Λευκούς. Το σοκ αυτό μοιάζει με μια εμπειρία φροϋδικής ανοικείωσης: κάτι που υποτίθεται ότι έχει τελειώσει και ανήκει στο παρελθόν, επιστρέφει στο παρόν. Εν προκειμένω, κάτι ξένο, μια βία που αφορούσε κάποιους άλλους, επιστρέφει για να πλήξει τον εαυτό. Ο Michael Rothberg γράφει για ένα είδος χιτλερικού ανοίκειου: κάτι παράξενο και ανώτερο, η γενοκτονική βία της αποικιοκρατίας, γίνεται υπερβολικά οικείο, ενώ ό,τι ήταν οικείο, η αυτοαντίληψη της Ευρώπης ως πολιτισμένης, καθίσταται ξένο και φαύλο στον πυρήνα του» (σσ. 86-87).

Από την άλλη, οι όροι που χρησιμοποιούσε ο Αδόλφος Χίτλερ, όταν μιλούσε για τις «αδύναμες ευρωπαϊκές φυλές» είναι οι ίδιοι, σχεδόν κατά λέξη, με εκείνους στους οποίους καταφεύγουν σήμερα συχνά πολλοί δυτικοί διανοούμενοι στους λόγους τους για τους Άραβες και τους μαύρους. Σε αυτό το σημείο αναδύεται αυθόρμητα ένα ερώτημα: γιατί η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, δικαιολογημένα αγανακτισμένη, όταν γίνεται λόγος για τον ναζισμό, θεωρεί τόσο φυσική την αποικιακή βαρβαρότητα; Η απάντηση του Σεζαίρ είναι ταυτόχρονα ωμή και συγκλονιστική: αυτό που ο δυτικός άνθρωπος δεν συγχωρεί στον Χίτλερ «δεν είναι το έγκλημα αυτό καθεαυτό, το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, δεν είναι o εξευτελισμός της ανθρωπότητας ως τέτοιας, αλλά το έγκλημα κατά της λευκής ανθρωπότητας, o εξευτελισμός της λευκής ανθρωπότητας, το γεγονός δηλαδή ότι εφάρμοσε και στην Ευρώπη αποικιοκρατικές πρακτικές που μέχρι τότε προορίζονταν αποκλειστικά για τους Άραβες της Αλγερίας, τους κούληδες της Ινδίας και τους νέγρους της Αφρικής» (σ. 130).

Μετά από αιώνες κατοχής, πολυάριθμες αφρικανικές «ανεξάρτητες» χώρες εξακολουθούν να βιώνουν την ίδια πικρή πραγματικότητα: η Γαλλία δεν κατόρθωσε -καλύτερα, θέλησε- ποτέ να επεξεργαστεί μια πραγματική και ολοκληρωμένη διαδικασία αποαποικιοποίησης.

Και αν στις μέρες μας κάποιος ενδεχομένως θα μπορούσε να διαφωνήσει με το κλείσιμο του κειμένου του Σεζαίρ, όπου εκείνος θα δει στο προλεταριάτο «τη μόνη τάξη που εξακολουθεί να έχει μια καθολική αποστολή» (σ. 191) -και επομένως θεωρούσε την «προλεταριακή επανάσταση ως την τελευταία ευκαιρία για τη σωτηρία» της «ξοφλημένης Ευρώπης» (σ. 101)-, στοιχείο που προφανώς δεν μπορούμε να το δούμε έξω από το ιστορικό συγκείμενο, εκείνο του Ψυχρού Πολέμου (κάτι που γίνεται παραπάνω από εμφανές στο τελευταίο κεφάλαιο του κειμένου, όπου εξαπολύει τη δριμεία κριτική του εναντίον του made in USA ιμπεριαλισμού και των νεοαποικιακών σχεδίων του), όπως και ανεξάρτητα από την τοτινή στράτευσή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, μολονότι ελάχιστα αργότερα θα επέλθει η διάρρηξη κάθε μεταξύ τους δεσμού (για τη σχέση του Σεζαίρ με το γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα γράφει ο Παπασταθόπουλος στην Εισαγωγή, σσ. 102-105), ας σταθούμε εδώ σε ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ο επίκαιρος πυρήνας του κειμένου και μάλιστα στη σημερινή συγκυρία. Γράφει ο Στάθης Παπασταθόπουλος:

«Ως στοχαστής της Καραϊβικής και των Δυτικών Ινδιών, ο Σεζαίρ συγκροτεί, στο σύνολο του έργου του, μια ιδιαίτερη μορφή επαναστατικής σκέψης, που διαμορφώνεται από την ιστορική εμπειρία του Περάσματος του Ατλαντικού, της δουλείας και της αποικιοκρατίας, χρησιμοποιώντας εργαλεία από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, με σκοπό την κατάργηση ενός κόσμου που βασίζεται στην απανθρωποποίηση των έγχρωμων ανθρώπων και τη δημιουργία ενός νέου ανθρωπισμού. Για τον σκοπό αυτό, απαιτείται η κατανόηση των δομών που συντηρούν την καταπίεση και η άρνηση του συμβιβασμού με τις αποικιακές δομές εξουσίας. Ο ανθρωπισμός της κριτικής που άρθρωσε ο Σεζαίρ, ως κρίκος μιας αλυσίδας στοχαστών και επαναστατών από την Καραϊβική, επιδιώκει έναν αντιουσιοκρατικό ανθρωπισμό, που βλέπει καθολικές έννοιες όπως η ελευθερία, η ισότητα, τα δικαιώματα και η δικαιοσύνη ως μεταμορφωτικές δυνάμεις, που αποκτούν το πραγματικό τους, ριζοσπαστικό περιεχόμενο όταν χρησιμοποιούνται από τους απογόνους των σκλάβων. Η κριτική του αποπειράται να αποκαλύψει τον ιστορικό και κοινωνικό χαρακτήρα της εξουσίας και της πραγματικότητας, να διερευνήσει και να αποκαλύψει τις αντιφάσεις μέσα στο παρόν και να δει σε αυτές τη δυνατότητα αλλαγής στο μέλλον. Στόχος της είναι η πολιτική και κοινωνική μεταμόρφωση» (σσ. 116-117).

Ένα κείμενο που παραμένει επίκαιρο 

Από την άλλη, και ας έρθουμε στη σημερινή συγκυρία, κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί αν είναι σκόπιμη η μετάφραση και αν έχει κάποια αξία και επικαιρότητα η έκδοση ενός πολιτικού δοκιμίου σχεδόν ογδόντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του – λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρώτη εκδοχή του χρονολογείται το 1948 με τη μορφή ενός άρθρου που είχε τον τίτλο «L’impossible contact» (σσ. 71 κ.εξ.). Η αμφιβολία είναι εύλογη, καθώς οι χώρες που κάποτε ήταν αποικίες θεωρούνται πλέον «κυρίαρχα» κράτη. Και μάλιστα εδώ και πολλές δεκαετίες οι εκπρόσωποί τους συμμετέχουν στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, όπου υποτίθεται ότι η φωνή τους έχει την ίδια βαρύτητα με εκείνη των μεγάλων δυνάμεων. Εκδηλώσεις όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες ή το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, μέσα από τα ιδιαίτερα σύμβολά τους, αποτελούν για καθένα από αυτά τα κράτη μία από τις καλύτερες «ευκαιρίες» να επιδείξουν, στη χαρά ή στη λύπη, τη βαθιά εθνική τους υπερηφάνεια. Και όμως, στα αναμφισβήτητα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ του ερωτήματος αντιστοιχεί μια εξίσου σαφής απάντηση: η λυσσαλέα αντιαποικιοκρατική επίθεση του μεγάλου Μαρτινικανού συγγραφέα είναι πιο επίκαιρη και αναγκαία από ποτέ για την ψυχική μας υγεία, αν λάβουμε υπόψη τα μεγάλα αίτια αγωνίας της εποχής μας. Καθώς φαίνεται ότι δεν έχει παρέλθει η εποχή του υποτιθέμενου «white man’s burden», του «φορτίου του λευ­κού αν­θρώ­που», με άλλα λόγια της «εκπολιτιστικής αποστολής του λευκού ανθρώπου», σύμφωνα με την ιστορική προτροπή του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, όπως διατυπωνόταν στο ομώνυμο ποίημά του (1899), αν και συχνά υπό έναν διαφορετικό μανδύα.

Καθώς ο Σεζαίρ στον Λόγο περί αποικιοκρατίας στρέφει τα βέλη του και τις καταδίκες του κυρίως εναντίον της Γαλλίας, κάποιος αναγνώστης θα μπορούσε ίσως να σκεφτεί ως εξής: «Ο Σεζαίρ έχει δίκιο, όλα αυτά είναι αλήθεια, όμως ανήκουν πλέον στο παρελθόν, στο αποικιακό παρελθόν της Γαλλίας». Σε αυτό ακριβώς το σημείο είμαστε υποχρεωμένοι να απαντήσουμε: Όχι, ο Σεζαίρ μάς μιλά ήδη από τη δεκαετία του 1950 για το αποικιακό παρόν τόσο της Γαλλίας όσο και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, επιδεικνύοντας ένα εκπληκτικό προφητικό χάρισμα… Όσοι έχουν αμφιβολίες ως προς αυτό μπορούν να ρωτήσουν τι γνώμη έχουν οι Κονγκολέζοι, οι Ιβοριανοί, οι Σενεγαλέζοι, οι κάτοικοι του Τσαντ. Μετά από αιώνες κατοχής, πολυάριθμες αφρικανικές «ανεξάρτητες» χώρες εξακολουθούν να βιώνουν την ίδια πικρή πραγματικότητα: η Γαλλία δεν κατόρθωσε -καλύτερα, θέλησε- ποτέ να επεξεργαστεί μια πραγματική και ολοκληρωμένη διαδικασία αποαποικιοποίησης. Και η «francophonie» («γαλλοφωνία») είναι η πιο ορατή -αλλά ίσως και η πιο χαρακτηριστική- έκφραση της απροθυμίας να «εγκαταλείψει» οριστικά οποιοδήποτε τμήμα εδάφους. Όροι που έγιναν διάσημοι, όπως «Françafrique» ή «pré carré», δηλαδή «ζώνη αποκλειστικής επιρροής» (βλ. «αποκλειστικό φέουδο»), συμβολίζουν την πανταχού παρούσα και πανίσχυρη γαλλική παρουσία στις παλιές αποικιακές της κτήσεις, ιδιαίτερα στην Αφρική. Στις χώρες αυτές η Γαλλία εξακολουθεί να διατηρεί δαπανηρές στρατιωτικές βάσεις και, τις τελευταίες δεκαετίες, έχει επίσης πολλαπλασιάσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και επεμβάσεις υπέρ αντιδημοφιλών αρχηγών κρατών, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην εγκατάστασή τους στην εξουσία. Πόσο προφητικά ακούγονται τα λόγια του Σεζαίρ:

«Πάντως, ασκώντας κριτική στην αποικιοκρατική δράση, έχω επισημάνει ότι η Ευρώπη τα ’χει κάνει πλακάκια με όλους τους τοπικούς φεουδάρχες που συμφώνησαν να την υπηρετήσουν, να καταστρώσουν μαζί της μια βδελυρή συναυτουργία και, έτσι, να καταστήσουν την τυραννία της ακόμα πιο απτή και αποτελεσματική. Μάλιστα, η δράση της δεν απέβλεπε σε τίποτα παρά μονάχα στη συντήρηση των επιζήμιων στοιχείων του παρελθόντος κάθε τόπου» (σ. 143).

Αν ιδωθούν από κάποια απόσταση, οι σχέσεις ανάμεσα στο γαλλικό κράτος και τους Αφρικανούς «πελάτες» του έχουν κάτι το μυστηριώδες: εμφανίζονται τόσο στενά διαπλεκόμενες, ώστε υπάρχει η τάση να λησμονούνται οι οικονομικές πτυχές τους, οι οποίες είναι προφανώς θεμελιώδεις. Ο Σεζαίρ μάς προσφέρει εδώ σημαντικά κλειδιά για να τις κατανοήσουμε εκ των έσω. Χθες, όπως και σήμερα, χάρη σε «απεγκεφαλισμένες ελίτ» οι κοινωνίες που βρίσκονται υπό ξένη κυριαρχία ελέγχονται ολοκληρωτικά από τα πάνω. Σε εκείνους που, με απόλυτη καλή πίστη, εξακολουθούν να αναρωτιούνται γιατί οι αφρικανικές χώρες σέρνονται από τη μία δυσκολία στην άλλη, ο Λόγος περί αποικιοκρατίας προσφέρει μια απλή και ορθολογική απάντηση. Προφανώς η αιτία δεν βρίσκεται στο ότι οι Αφρικανοί είναι εκ φύσεως διεφθαρμένοι και επιρρεπείς στη βία, αλλά μάλλον στην επιβίωση του αποικιακού συμφώνου, σχεδόν εξήντα χρόνια μετά την τυπική τους ανεξαρτησία. Κλεισμένοι στα παλάτια τους, οι πρόεδροι αυτών των χωρών δεν λογοδοτούν για τις επιλογές τους στον λαό, αλλά σε εξωτερικές δυνάμεις – έχουν κάθε συμφέρον να ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς αυτό αποτελεί τον εκ των ων ουκ άνευ όρο της πολιτικής, αν όχι και της φυσικής, επιβίωσής τους. Πράγματι, ηγέτες όπως ο Κβάμε Νκρούμα (ο πρώτος πρωθυπουργός και ο πρώτος πρόεδρος της Γκάνας, καθώς και μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες του παναφρικανισμού), ο Πατρίς Λουμούμπα (ο πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό) ή ο Τόμας Σανκάρα (θεωρητικός του παναφρικανισμού, πρωθυπουργός της Δημοκρατίας του Άνω Βόλτα και πρόεδρος της ίδιας χώρας, την οποία μετονόμασε σε Μπουρκίνα Φάσο, από το 1983 μέχρι το 1987, οπότε ανατράπηκε και δολοφονήθηκε σε πραξικόπημα), που επιχείρησαν να σπάσουν αυτόν τον δεσμό και να λύσουν αυτό το σύμφωνο, παραμερίστηκαν ή δολοφονήθηκαν.

Η μεγάλη επιστροφή του ρατσισμού

Παράλληλα, γίνεται ολοφάνερο ότι ο ρατσισμός και η αποικιοκρατία γεννούν ένα φοβερό τέρας με δύο κεφάλια, καθένα από τα οποία τρέφεται από το δηλητήριο που παράγει το άλλο. Και η θεαματική επιστροφή του ρατσισμού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες δικαιολογεί όλους τους φόβους: τα σύνορα κλείνουν, καθώς, «λογικά», όλα τα δεινά προέρχονται από τους ξένους: πετάμε μαύρους και Άραβες στη θάλασσα, τους κλείνουμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τους καίμε ζωντανούς στις παράγκες τους, χωρίς αυτό να προκαλεί στα μέσα ενημέρωσης σκάνδαλο ανάλογο προς το μέγεθος της πράξης· στην καλύτερη περίπτωση απασχολούν για λίγο την ευαισθησία μας: στο κάτω κάτω ήταν απλώς λαθρομετανάστες.

Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι τα ξενοφοβικά πολιτικά κόμματα απολαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερη εκλογική απήχηση. Ωστόσο, αυτές οι νεοφασιστικές εκδηλώσεις, αυτές οι φασιστοειδείς οργανώσεις μπορούν να λειτουργήσουν μόνο ως αποδιοπομπαίοι τράγοι: στρέφοντας αποκλειστικά πάνω τους την κριτική προσοχή, όλοι σώζουν κατά κάποιον τρόπο τη συνείδησή τους, καθώς κανείς δεν καταφέρνει να δει ότι το κακό είναι πολύ βαθύτερο και πιο ριζωμένο, καθώς στην πραγματικότητα «ο Χίτλερ είναι ο δαίμονας που κατοικεί μέσα μας». Στην εποχή της πληροφορίας υπάρχει ένα γεγονός -τωόντι εκπληκτικό- που αξίζει ασφαλώς να διερευνηθεί: η Δύση δεν έχει προχωρήσει ιδιαίτερα στη γνώση του Άλλου από την εποχή που ο Σεζαίρ δημοσίευε τον Λόγο περί αποικιοκρατίας. Τηρουμένων των αναλογιών, μπορούμε να πούμε ότι ο σημερινός μέσος Ευρωπαίος αγνοεί την πραγματικότητα της Ασίας, της Αφρικής ή του αραβικού κόσμου, όσο και ο Ευρωπαίος των περασμένων αιώνων. Εξακολουθεί να είναι πεπεισμένος, όπως και οι πρόγονοί του, ότι το μόνο δυνατό μέλλον για τους άλλους λαούς είναι να υιοθετήσουν το δυτικό πολιτικό και πολιτισμικό πρότυπο, καθότι «οικουμενικό», επειδή δεν υπάρχει εναλλακτική σε αυτή την επιλογή.

Ολοένα περισσότερο γινόμαστε μάρτυρες μιας εκτεταμένης επιχείρησης αποκατάστασης του ευρωπαϊκού αποικιακού παρελθόντος. Όσο κι αν αυτό μπορεί να φαίνεται γκροτέσκο, η Δύση αθωώνει η ίδια τον εαυτό της για τα εγκλήματα που διέπραξε ενώπιον της ανθρωπότητας.

Είναι ακριβώς από την παραπάνω παραδοχή που γεννιέται το ακόλουθο παράδοξο: η Ευρώπη, η οποία «φέρει την ευθύνη ενώπιον της ανθρώπινης κοινότητας για τις ιστορικά πρωτόγνωρες εκατόμβες θυμάτων» -λέει ο Αιμέ Σεζαίρ (σ. 143)-, θέλει να αναλάβει με κύρος και χωρίς παραχωρήσεις το καθήκον να επιβλέπει ώστε τα ανθρώπινα δικαιώματα να γίνονται σεβαστά παντού στη γη. Δεν θα ήταν καλύτερο να καθαρίσει πρώτα το δικό της κατώφλι; Ο κόσμος θα ήταν πράγματι καλύτερος, αν η Δύση αποφάσιζε να προβεί με θάρρος σε μια αυτοκριτική. Όλα όμως δείχνουν ότι θα ήταν εντελώς αφελές να περιμένουμε μια ανάλογη κίνηση. Ολοένα περισσότερο γινόμαστε μάρτυρες μιας εκτεταμένης επιχείρησης αποκατάστασης του ευρωπαϊκού αποικιακού παρελθόντος. Όσο κι αν αυτό μπορεί να φαίνεται γκροτέσκο, η Δύση αθωώνει η ίδια τον εαυτό της για τα εγκλήματα που διέπραξε ενώπιον της ανθρωπότητας.

Ένας συνεχής αναθεωρητισμός 

Το χειρότερο όμως και το χαρακτηριστικότερο σημάδι ότι ο πόλεμος εναντίον της αποικιοκρατίας δεν έχει τελειώσει είναι ένα πνεύμα αναθεωρητισμού που εκδηλώνεται όλο και πιο απροκάλυπτα, με ολοένα και εντονότερη ξιπασιά. Οι αποικιοκρατικοί πειρασμοί εξακολουθούν να είναι δυνατοί. Για παράδειγμα, ο εργατικός Γκόρντον Μπράουν, τον Ιανουάριο του 2005, όταν ήταν υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Τόνι Μπλερ, είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην Ανατολική Αφρική: «Έχει τελειώσει η εποχή κατά την οποία η Μεγάλη Βρετανία έπρεπε να ζητά συγγνώμη για το αποικιακό παρελθόν της». Αλλά παρόμοιες δηλώσεις δεν αποτελούν απλώς παραλήρημα κάποιου που έχει χάσει τα λογικά του, καθώς υπάρχουν πολλοί ακόμη συγγραφείς, ιστορικοί και πολιτικοί που επιδίδονται στην απολογία της αποικιοκρατίας, χλευάζοντας τα θύματα εκείνου του παλαιού, απολύτως άδικου και απάνθρωπου συστήματος.

Αυτού του αναθεωρητικού κινήματος θα μπορούσαμε θα σημειώσουμε ορισμένες ενδεικτικές περιπτώσεις, για παράδειγμα, εκείνη ενός βιβλίου όπως το Νεγρολογία: Γιατί πεθαίνει η Αφρική (Négrologie: pourquoi l'Afrique meurt, Calmann-Lévy, 2003) του δημοσιογράφου και ακαδημαϊκού Στίβεν Σμιθ, ο οποίος υπήρξε επί σειρά ετών επικεφαλής του ρεπορτάζ για αφρικανικές χώρες σε κορυφαίες εφημερίδες όπως η Libération και η Le Monde. Το βιβλίο ασκεί μια σκληρή κριτική στην κατάσταση της μετααποικιακής Αφρικής, καθώς η βασική θέση του είναι ότι, αν και η αποικιοκρατία προκάλεσε τεράστια δεινά, η σημερινή αποτυχία της ηπείρου οφείλεται κυρίως σε εσωτερικούς παράγοντες και στις επιλογές των ίδιων των αφρικανικών ελίτ, και όχι τόσο ή αποκλειστικά σε εξωτερικές συνωμοσίες ή ιστορικές κληρονομιές. Επιπροσθέτως, ο Σμιθ δεν καταγγέλλει μόνο τη γενικευμένη διαφθορά, την κακοδιαχείριση και την αυτοκρατορική συμπεριφορά πολλών Αφρικανών ηγετών, αλλά και την παγιωμένη «κουλτούρα της θυματοποίησης»: ο όρος «νεγρολογία» χρησιμοποιείται ειρωνικά από τον συγγραφέα, για να περιγράψει μια ιδεολογική τάση (τόσο στην Αφρική όσο και στη Δύση) που αρνείται να αναγνωρίσει τις εσωτερικές ευθύνες, αποδίδοντας κάθε πρόβλημα αποκλειστικά στο αποικιακό παρελθόν.

Δυσκολεύεται κανείς να το πιστέψει, αλλά εκείνη την ημέρα η γαλλική Εθνοσυνέλευση και η Γερουσία ενέκριναν έναν νόμο που υποχρέωνε τους θεσμούς και την κοινή γνώμη γενικότερα να αναγνωρίζουν τον θετικό ρόλο της αποικιοκρατίας, ενώ παράλληλα ευνοούσε ξεκάθαρα πρώην τρομοκράτες της Οργάνωσης Μυστικός Στρατός

Κατά την άποψή του, η ιστορική ευθύνη των δυτικών χωρών για την ένδεια της Αφρικής έχει υπερτιμηθεί, ενώ τα αφρικανικά κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για την υπανάπτυξη. Θεωρεί ότι «η Αφρική πεθαίνει από υποβοηθούμενη αυτοκτονία» και ότι στην πτώση της συντελεί μια μορφή «ταυτοτικού αυτισμού» («autisme identitaire »), η οποία την εμποδίζει να αντιμετωπίσει τα δεινά της. Πρόκειται για ένα βιβλίο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία στο γαλλικό κοινό και επαινέθηκε θερμά από μέσα ενημέρωσης και μεγάλη μερίδα της γαλλικής διανόησης. Ο ελαφρώς μετριασμένος έπαινός του για την αποικιοκρατία πηγάζει σε μεγάλο βαθμό από την ίδια φιλοσοφία που αρχικά δικαιολόγησε θεωρητικά και κατόπιν νομιμοποίησε στην πράξη την αποικιακή κυριαρχία.

Το κερασάκι στην τούρτα; Το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο Prix Essai France Télévisions το 2004. Πώς επομένως να μην πάρουμε στα σοβαρά όσα έγραψε το 2003 στη Le Monde ένας άλλος πρώην υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας, ο Ιμπέρ Βεντρίν σχετικά με τις φτωχές χώρες: «Εξάλλου θα έπρεπε να εκσυγχρονιστούν και να αποκτήσουν νομιμοποίηση οι σύγχρονες μορφές προτεκτοράτου ή κηδεμονίας υπό την εντολή ενός μεταρρυθμισμένου Συμβουλίου Ασφαλείας» (Hubert Vedrine, «Face à Georges Bush, trois propositions», Le Monde, 22/05/2003). Και να μην ξεχνάμε τον γαλλικό «νόμο αριθ. 2005-158 της 23ης Φεβρουαρίου 2005 περί αναγνώρισης εκ μέρους του Έθνους και εθνικής συμβολής υπέρ των επαναπατρισθέντων Γάλλων», με τα αμφιλεγόμενα άρθρα του: τα 1, 4 § 2 (τελικά η παράγραφος αυτή καταργήθηκε τον Φεβρουάριο του 2006) και 13. Δυσκολεύεται κανείς να το πιστέψει, αλλά εκείνη την ημέρα η γαλλική Εθνοσυνέλευση και η Γερουσία ενέκριναν έναν νόμο που υποχρέωνε τους θεσμούς και την κοινή γνώμη γενικότερα να αναγνωρίζουν τον θετικό ρόλο της αποικιοκρατίας, ενώ παράλληλα ευνοούσε ξεκάθαρα πρώην τρομοκράτες της Οργάνωσης Μυστικός Στρατός (Organisation de l’armée secrète – OAS) -μιας ακροδεξιάς γαλλικής παραστρατιωτικής οργάνωσης που έδρασε κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας- που είχαν καταδικαστεί. Ποιο ήταν εδώ το κερασάκι στην τούρτα; Σύμφωνα με δημοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2005, κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης, στο ερώτημα «Είστε υπέρ ή κατά της αναφοράς στον νόμο ότι τα σχολικά προγράμματα αναγνωρίζουν τον θετικό ρόλο της γαλλικής αποικιοκρατίας;», το 64% των Γάλλων που ερωτήθηκαν δήλωσαν υπέρ της συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, και μάλιστα η ίδια τάση καταγραφόταν και μεταξύ των υποστηρικτών της αριστεράς, ακόμη και της άκρας αριστεράς, όπου το 57% δήλωσε υπέρ.

Ανεξάρτητα από την αντιπαράθεση με την οποία συνοδεύτηκε η δημοσίευση του άρθρου, είναι αξιοσημείωτο πως, όταν ρωτήθηκε αν θα ήταν ηθικά αποδεκτό να δημοσιευθεί ένα άρθρο που θα επιχειρηματολογούσε υπέρ της γενοκτονίας, ο Γκίλεϊ απάντησε: «Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνούσαν πως [η γενοκτονία] είναι ηθικά εσφαλμένη», πρόσθεσε όμως ότι ο ίδιος δεν θεωρούσε την αποικιοκρατία ηθικά εσφαλμένη. 

Μια εξίσου ενδεικτική περίπτωση αναθεωρητικής προσέγγισης-ερμηνείας της αποικιοκρατίας, αλλά από τον αγγλόφωνο κόσμο αυτήν τη φορά, συνιστά εκείνη του (αρχικώς) άρθρου του καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Πόρτλαντ Μπρους Γκίλεϊ προς υπεράσπιση της αποικιοκρατίας (Bruce Gilley, «The case for colonialism», Third World Quarterly, 2017, 08/092017, σσ. 1-17). Σύμφωνα με τον Γκίλεϊ, η αποικιοκρατία ήταν τόσο αντικειμενικά επωφελής -τα πλεονεκτήματά της υπερέβαιναν τα μειονεκτήματά της- όσο και υποκειμενικά νόμιμη, καθώς γινόταν αποδεκτή από μεγάλα τμήματα του ντόπιου πληθυσμού. Κατά συνέπεια, ο συγγραφέας ζητούσε την αναβίωση της αποικιοκρατίας. Ανεξάρτητα από την αντιπαράθεση με την οποία συνοδεύτηκε η δημοσίευση του άρθρου, είναι αξιοσημείωτο πως, όταν ρωτήθηκε αν θα ήταν ηθικά αποδεκτό να δημοσιευθεί ένα άρθρο που θα επιχειρηματολογούσε υπέρ της γενοκτονίας, ο Γκίλεϊ απάντησε: «Νομίζω ότι όλοι θα συμφωνούσαν πως [η γενοκτονία] είναι ηθικά εσφαλμένη», πρόσθεσε όμως ότι ο ίδιος δεν θεωρούσε την αποικιοκρατία ηθικά εσφαλμένη. Μάλιστα, ο Γκίλεϊ θα επανέλθει στο ζήτημα με το πιο πρόσφατο, ομότιτλο, βιβλίο αυτήν τη φορά, The case for colonialism (New English Review Press, 2023), όπου απαντά στους επικριτές του και αναπτύσσει περαιτέρω την υπεράσπιση της αποικιοκρατίας. Οι επικριτές του, υποστηρίζει, δεν διαθέτουν κανένα τεκμήριο για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους. Η υπόθεση υπέρ της αποικιοκρατίας είναι ισχυρή, ανεξάρτητα από το ποιον αποικιοκράτη ή ποια αποικιοκρατούμενη περιοχή εξετάζει κανείς. «Ήρθε η ώρα να υπερασπιστούμε ξανά την αποικιοκρατία» θα υπογραμμίσει.

Τελείωσε η αποικιοκρατία; 

Διαπιστώνουμε επομένως ότι το κύμα του αναθεωρητισμού φουσκώνει και η επιθυμία (βλ. απειλή) μιας νέας αποικιακής κατάκτησης είναι ίσως σοβαρότερη απ’ όσο νιώθουμε διατεθειμένοι να παραδεχτούμε, παρά το γεγονός ότι έχουμε μπροστά μας γεγονότα που μιλούν από μόνα τους. Με μία έννοια φαίνεται πως η αποικιοκρατία δεν τέλειωσε ποτέ. Οι δομικές ανισότητες του πλανήτη, που αντανακλώνται στη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον παγκόσμιο Βορρά και τον παγκόσμιο Νότο, ο τρόπος που ακόμη και σήμερα οι «επενδύσεις» που στρέφονται στις χώρες του Νότου επιδιώκουν την απόσπαση φυσικών πόρων σε φτηνή τιμή, η χρήση του χρέους ως εργαλείου πολιτικής, οι αλαζονικές «αυτοκρατορικές» απόπειρες ένοπλης εξαγωγής «δημοκρατίας και οικονομίας της αγοράς» (βλ. την περίπτωση του Ιράκ), ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», και η τόσο κοντινή μας γενοκτονία στη Γάζα από το Ισραήλ με τη συναίνεση των ευρωπαϊκών δημοκρατικών (;) ως απόληξη μιας λογικής εποικισμού, αλλά και η διαρκής αναπαραγωγή του ρατσισμού σε βάρος των ανθρώπων που έρχονται από τις πρώην αποικίες εντός των «μητροπόλεων», συμπεριλαμβανομένης της προσπάθειας να κλείσουν τα σύνορα για μετανάστες και πρόσφυγες, αποτυπώνουν τις πολλαπλές επιβιώσεις της αποικιοκρατίας σήμερα.

Ακριβώς για τον λόγο αυτόν το 1995, ο υπουργός Εθνικής Παιδείας Φρανσουά Μπαϊρού αφαίρεσε τον Λόγο περί αποικιοκρατίας από τα σχολικά προγράμματα, γιατί το κείμενο είχε κριθεί υπερβολικά πολεμικό και πολιτικό, ιδίως εξαιτίας της ρητής σύγκρισης που κάνει ο Σεζαίρ ανάμεσα στις μεθόδους του ναζισμού και σε εκείνες της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. 

Πρόκειται όμως για πραγματικότητες που δεν φαίνεται να διαταράσσουν ιδιαίτερα τον ύπνο των μεγάλων συνειδήσεων της εποχής μας. Κι όμως μας δείχνουν ακόμη πιο ανάγλυφα την εκπληκτική επικαιρότητα του Λόγου περί αποικιοκρατίας: και είναι μάλλον ανησυχητικό ότι το συγκεκριμένο βιβλίο εξακολουθεί να είναι ένα εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο. «Δυστυχώς» δεν έχει γεράσει καθόλου με την πάροδο του χρόνου, ούτε μία ρυτίδα δεν έχει χαράξει την όψη του. Και τα παιδιά των χθεσινών αποικιοκρατούμενων λαών τον διαβάζουν σήμερα με την ίδια οργή και τους ίδιους φόβους με τους γονείς τους. Ακριβώς για τον λόγο αυτόν το 1995, ο υπουργός Εθνικής Παιδείας Φρανσουά Μπαϊρού αφαίρεσε τον Λόγο περί αποικιοκρατίας από τα σχολικά προγράμματα, γιατί το κείμενο είχε κριθεί υπερβολικά πολεμικό και πολιτικό, ιδίως εξαιτίας της ρητής σύγκρισης που κάνει ο Σεζαίρ ανάμεσα στις μεθόδους του ναζισμού και σε εκείνες της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Έτσι, σαράντα χρόνια μετά τη δημοσίευσή του, ο Λόγος περί αποικιοκρατίας εξακολουθούσε να αναστατώνει βαθιά μια χώρα που φιλοδοξεί να παρουσιάζεται στη διεθνή δημόσια σφαίρα, με μια αυθάδεια που ενίοτε καταφέρνει ακόμη και να προκαλεί συμπάθεια, ως «η πατρίδα των δικαιωμάτων του ανθρώπου». Αυτό είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να περιμένει ο Σεζαίρ από τη δημοσίευση του κειμένου του: ο φόρος τιμής της κακίας στην αρετή, δηλαδή η αναγνώριση της επικαιρότητας και της αποτελεσματικότητας του σημαντικότερου γραπτού του.

Λόγος περί νεγροσύνης 

Ο Λόγος περί αποικιοκρατίας συνοδεύεται από τον Λόγο περί νεγροσύνης, το κείμενο που εκφωνήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου του 1987 στο πλαίσιο του Ημισφαιρικού Συνεδρίου που διοργανώθηκε από το Διεθνές Πανεπιστήμιο της Φλόριντα στο Μαϊάμι, προς τιμήν του Αιμέ Σεζαίρ. Εκεί ο Μαρτινικανός ποιητής επιχειρεί να θέσει αυτή την κεντρική για τη μαύρη συνείδηση έννοια στις σωστές της βάσεις: καθώς πρόκειται για έννοια η οποία δεν συνιστά το μεταφυσικό τέρμα μιας πορείας, της κατασκευής/αποκρυστάλλωσης μιας «μαύρης ουσίας» κάτι που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε έναν αντίστροφο γκομπινισμό (σ. 38), αλλά το απαραίτητο, και όμως μεταβατικό, στάδιο μιας υπέρβασης:

«Δεν νομίζω ότι θα το πάρει κανείς κατάκαρδα αν σας ομολογήσω ότι δεν πλέκω το εγκώμιο της λέξης Νεγροσύνη κάθε μέρα, παρότι εγώ ο ίδιος ήμουν που, μαζί με μερικούς άλλους ομοϊδεάτες, συνέβαλα στην επινόηση και τη διάδοσή της. […] η Νεγροσύνη δεν ανήκει κατ’ ουσίαν στη βιολογική τάξη των πραγμάτων. Είναι προφανές ότι, πέρα από την καθαρά βιολογική διάσταση, αναφέρεται και σε κάτι βαθύτερο: συγκεκριμένα αναφέρεται σε ένα σύνολο βιωμένων εμπειριών που κατέληξαν να ορίσουν και να χαρακτηρίσουν μια από τις μορφές της ανθρώπινης μοίρας, όπως τη διαμόρφωσε η ιστορία. Πρόκειται για μια από τις ιστορικές εκφάνσεις της ανθρώπινης κατάστασης» (σσ. 196-197),

όπου το κοινό στοιχείο μεταξύ των διάφορων ομάδων δεν είναι απαραίτητα το χρώμα του δέρματος, αλλά οι βιωμένες βαρβαρότητες, η περιθωριοποίηση, η καταπίεση, η εμπειρία της οδύνης. Και συνεχίζει ο Σεζαίρ:

«Η Νεγροσύνη, στα δικά μου μάτια, δεν είναι φιλοσοφία. Η Νεγροσύνη δεν είναι μεταφυσική. Η Νεγροσύνη δεν είναι μια επιτηδευμένη σύλληψη του σύμπαντος. Είναι ένας τρόπος να βιώνεις την ιστορία μέσα στην ιστορία: την ιστορία μιας κοινότητας της οποίας η εμπειρία, ας είμαστε ειλικρινείς, δεν θυμίζει καμία άλλη· μια εμπειρία κατάστικτη από απελάσεις πληθυσμών, εκτοπισμούς ανθρώπων από ήπειρο σε ήπειρο, αναμνήσεις αλλοτινών πεποιθήσεων, θραύσματα δολοφονημένων πολιτισμών. […] Αυτό σημαίνει ότι η Νεγροσύνη κατά βάση μπορεί να οριστεί πρωτίστως ως συνειδητοποίηση της διαφοράς, ως μνήμη, ως πίστη και ως αλληλεγγύη. Ωστόσο, η Νεγροσύνη δεν σχετίζεται με την απουσία της ενεργητικότητας. Δεν ανήκει στη σφαίρα του να υποφέρεις και να υπομένεις. Δεν είναι ούτε παθητικότητα ούτε ντολορισμός. Η Νεγροσύνη προκύπτει από μια ενεργή και επιθετική στάση του πνεύματος. Είναι ξέσπασμα· ξέσπασμα αξιοπρέπειας. Είναι άρνηση· άρνηση της καταπίεσης. Είναι αγώνας· αγώνας ενάντια στην ανισότητα. Είναι και εξέγερση. […] η Νεγροσύνη αποτέλεσε ιστορικά μια μορφή εξέγερσης, πρώτα απ’ όλα ενάντια στο παγκόσμιο πολιτισμικό σύστημα, έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά τους τελευταίους αιώνες και το οποίο χαρακτηρίζεται από πλήθος προκαταλήψεων και προ-υποθέσεων που οδηγούν σε μια πολύ αυστηρή ιεραρχία. Με άλλα λόγια, η Νεγροσύνη υπήρξε μια εξέγερση ενάντια σε αυτό που θα αποκαλούσα ευρωπαϊκό αναγωγισμό. […] το ουσιώδες είναι πως με τη Νεγροσύνη ξεκινούσε ένα εγχείρημα αποκατάστασης των αξιών μας από εμάς τους ίδιους, εμβάθυνσης στο παρελθόν μας από εμάς τους ίδιους και επανεντοπισμού του εαυτού μας μέσα σε μια ιστορία, μια γεωγραφία και έναν πολιτισμό. Όλο αυτό δεν εκφραζόταν με έναν αρχαιολατρικό αναχρονισμό, αλλά με μια επανακινητοποίηση του παρελθόντος με στόχο την υπέρβασή του» (σσ. 198-201).

Δεν πρέπει ασφαλώς να προσπερνάμε ότι το εν λόγω κείμενο περί νεγροσύνης γράφτηκε σχεδόν μισό αιώνα από την πρώτη εμφάνιση του όρου από τον ίδιο τον Σεζαίρ (το 1935, στο τεύχος Μαΐου-Ιουνίου του περιοδικού l'Étudiant noir με το σύντομο, αλλά αιχμηρό, άρθρο «Conscience Raciale et Révolution Sociale», στην ενότητα «Négreries») και από την επεξεργασία του από τον ίδιο τον Σεζαίρ, τον μετέπειτα (πρώτο) πρόεδρο της Δημοκρατίας της Σενεγάλης Λεοπόλντ Σεντάρ Σενγκόρ, τον Λεόν-Γκοντράν Νταμάς κ.ά. και ότι εντωμεταξύ είχαν μεσολαβήσει δεκαετίες αντιαποικιακών αγώνων και μετααποικιακών εμπειριών («κατά την άσκηση της νεοαποκτηθείσας ανεξαρτησίας ανέκυψαν πολλές αναποδιές και, ενίοτε, διαψεύσεις», σ. 202), οι οποίες θα μπορούσαν να ωθήσουν στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση μιας έννοιας που είχε γεννηθεί και ευδοκιμήσει σε λογοτεχνικά περιβάλλοντα, και η οποία απέδιδε κυρίαρχη θέση στα αρχέτυπα («Τα χρωμοσώματα με αφήνουν αδιάφορο. Αλλά πιστεύω στα αρχέτυπα», σ. 199), στο παρελθόν, στη φαντασία, στις πολιτισμικές αξίες, στις ρίζες – κάτι που δεν έβρισκε τους πάντες σύμφωνους.

Εξάλλου, αν δεχτείς ότι οι ιθαγενείς, οι Αφρικανοί, είναι από τη φύση τους άγριοι, έχουν μια «σταθερή, αναλλοίωτη φύση» (έστω και αν της αποδίδεται θετικό πρόσημο), και άγριοι πρόκειται να μείνουν για πάντα (εδώ πλέον έχουμε να κάνουμε με την ουσιοκρατική αντίληψη περί φυλής του Αρτύρ ντε Γκομπινώ), κατά βάθος και στην πραγματικότητα δικαιώνεις το επιχείρημα του λευκού αποικιοκράτη

Ότι η νεγροσύνη, από κάποιο σημείο και μετά, αποτελούσε περισσότερο πρόβλημα και τροχοπέδη παρά λύση, και ότι, καθώς είχε μετατραπεί σε φετίχ, η ταυτότητα/διαφορά μετατρεπόταν σε αληθινή φυλακή εξίσου περιοριστική απέναντι στους άλλους, διαιώνιζε μια κρυμμένη μορφή ρατσισμού, τις απαξιωτικές αντιλήψεις, όπως επίσης τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα της αποικιακής/ευρωπαϊκής/λευκής σκέψης απέναντι στο μαύρο υποκείμενο, όχι μόνο δεν το χειραφετούσε, αλλά το καθήλωνε στα ρατσιστικά στερεότυπα, το είχε επισημάνει και επικρίνει με οξύτατο πνεύμα ο Φραντς Φανόν. Εξάλλου, αν δεχτείς ότι οι ιθαγενείς, οι Αφρικανοί, είναι από τη φύση τους άγριοι, έχουν μια «σταθερή, αναλλοίωτη φύση» (έστω και αν της αποδίδεται θετικό πρόσημο), και άγριοι πρόκειται να μείνουν για πάντα (εδώ πλέον έχουμε να κάνουμε με την ουσιοκρατική αντίληψη περί φυλής του Αρτύρ ντε Γκομπινώ), κατά βάθος και στην πραγματικότητα δικαιώνεις το επιχείρημα του λευκού αποικιοκράτη και από την άποψη αυτή η αποικιοκρατία νομιμοποιείται να παραμείνει εκεί για πάντα, προκειμένου να τους εκπολιτίσει (βλ. «το φορτίο του λευκού ανθρώπου»).

Από την άλλη, αν η αναζήτηση και εξερεύνηση της «ταυτότητας» του κυριαρχούμενου συνιστά ένα απαραίτητο σκαλί στην πορεία της αναγνώρισης, ελλοχεύει η απειλή να μετατραπεί σε κλουβί-κελί εξίσου επικίνδυνο με εκείνο της κατασκευής του εκ μέρους του κυρίαρχου, αν παραμείνουμε σε αυτή ως «ουσία» – ο Σεζαίρ συζητά το συγκεκριμένο ζήτημα στις σσ. 204-208. Αλλά εν προκειμένω εξόχως εύστοχο είναι το σχόλιο του Νιγηριανού συγγραφέα Ουόλε Σογίνκα: «Η τίγρη δεν διακηρύσσει την “τιγροσύνη” της. Επιτίθεται στο θήραμά της και το καταβροχθίζει» («Un tigre ne proclame pas sa tigritude. Il bondit», Le monde,‎ 01/11/2007, αλλά τη συγκεκριμένη άποψη λίγο πολύ με τους ίδιους όρους την είχε διατυπώσει ήδη το 1962, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης συγγραφέων στην Καμπάλα της Ουγκάντας).

Τους περιορισμούς της νεγροσύνης και τα αδιέξοδα στα οποία αυτή μπορούσε να οδηγήσει τους είχε ήδη υπογραμμίσει με τα πλέον ξεκάθαρα λόγια και χωρίς τον παραμικρό κίνδυνο παρερμηνείας ο Φανόν στο καταληκτήριο κεφάλαιο «En guise de conclusion», στην πραγματικότητα ένα συγκλονιστικό μανιφέστο, του Peau noire, masques blancs:

«Ο Ινδοκινέζος δεν εξεγέρθηκε επειδή ανακάλυψε μία δική του κουλτούρα. Εξεγέρθηκε επειδή “απλούστατα” για πολλούς λόγους, δεν μπορούσε πια ν’ αναπνεύσει. […] Οι Βιετναμέζοι που πεθαίνουν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν ελπίζουν ότι η θυσία τους θα επιτρέψει την επανεμφάνιση κάποιου παρελθόντος: είναι στο όνομα του παρόντος και του μέλλοντος που δέχονται να πεθάνουν. Αν κάποια στιγμή τέθηκε για μένα το ζήτημα να σταθώ έμπρακτα αλληλέγγυος προς ένα συγκεκριμένο παρελθόν, αυτό συνέβη στον βαθμό που δεσμεύτηκα απέναντι στον εαυτό μου και απέναντι στον πλησίον μου να αγωνιστώ με όλη μου την ύπαρξη, με όλη μου τη δύναμη, ώστε να μην υπάρξουν ποτέ ξανά στη γη υποδουλωμένοι λαοί. Δεν είναι ο μαύρος κόσμος αυτός που υπαγορεύει τη συμπεριφορά μου. Το μαύρο δέρμα μου δεν είναι θεματοφύλακας κάποιων ιδιαίτερων αξιών. […] Δεν έχω λοιπόν τίποτε άλλο να κάνω πάνω σε αυτή τη γη παρά να εκδικηθώ για λογαριασμό των Μαύρων του 17ου αιώνα; Πρέπει άραγε, πάνω σε τούτη τη γη, που ήδη προσπαθεί να φύγει κάτω από τα πόδια μου, να θέσω το ζήτημα της μαύρης αλήθειας; Πρέπει να περιοριστώ στη δικαιολόγηση μιας συγκεκριμένης οπτικής γωνίας; Δεν έχω το δικαίωμα, εγώ ο έγχρωμος, να αναζητήσω σε τι η φυλή μου είναι ανώτερη ή κατώτερη από μία άλλη φυλή. Δεν έχω το δικαίωμα, εγώ ο έγχρωμος, να προσδοκώ να αποκρυσταλλωθεί στον Λευκό μία θέση ενοχής απέναντι στο παρελθόν της φυλής μου. […] Δεν υπάρχει νέγρικη αποστολή· δεν υπάρχει λευκό φορτίο. […] Όχι, δεν έχω το δικαίωμα να είμαι Μαύρος. Δεν έχω το καθήκον να είμαι αυτό ή εκείνο… […] Μια μέρα βρίσκομαι μέσα στον κόσμο και αναγνωρίζω στον εαυτό μου ένα μόνο δικαίωμα: να απαιτώ από τον άλλο ανθρώπινη συμπεριφορά. Ένα μόνο καθήκον: να μην απαρνούμαι την ελευθερία μου μέσα από τις επιλογές μου. Δεν θέλω να είμαι το θύμα της Πανουργίας ενός μαύρου κόσμου. Η ζωή μου δεν πρέπει να αφιερωθεί στην αποτίμηση των νέγρικων αξιών. Δεν υπάρχει λευκός κόσμος, δεν υπάρχει λευκή ηθική, ούτε λευκή ευφυΐα. Υπάρχουν, στη μία και στην άλλη πλευρά του κόσμου, άνθρωποι που αναζητούν. Δεν είμαι αιχμάλωτος της Ιστορίας. Δεν πρέπει να αναζητώ σ’ αυτήν το νόημα του πεπρωμένου μου. […] Μέσα στον κόσμο προς τον οποίο πορεύομαι, δημιουργώ αδιάκοπα τον εαυτό μου. […] Θα ζητήσω από τον λευκό άνθρωπο του σήμερα να είναι υπεύθυνος για τους δουλεμπόρους του 17ου αιώνα; Θα προσπαθήσω με κάθε μέσο να γεννήσω την Ενοχή στις ψυχές; Τον ηθικό πόνο μπροστά στο βάρος του Παρελθόντος; Είμαι νέγρος και τόνοι από αλυσίδες, καταιγίδες από χτυπήματα, ποτάμια από φτυσίματα κυλούν πάνω στους ώμους μου. Αλλά δεν έχω το δικαίωμα να επιτρέψω στον εαυτό μου να καθηλωθεί. […] Δεν έχω το δικαίωμα να αφήσω τον εαυτό μου να βουλιάξει μέσα στους καθορισμούς του παρελθόντος. Δεν είμαι σκλάβος της Σκλαβιάς που αποανθρωποποίησε τους προγόνους μου. […] Είμαστε πεπεισμένοι ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να έρθουμε σε επαφή με μια νέγρικη λογοτεχνία ή αρχιτεκτονική του 3ου αιώνα προ Χριστού. Θα χαιρόμασταν πολύ να γνωρίζαμε ότι υπήρξε αλληλογραφία ανάμεσα σε κάποιον νέγρο φιλόσοφο και τον Πλάτωνα. Αλλά δεν βλέπουμε καθόλου τι θα μπορούσε να αλλάξει αυτό το γεγονός στην κατάσταση των οκτάχρονων παιδιών που δουλεύουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου στη Μαρτινίκα ή τη Γουαδελούπη. Δεν πρέπει να προσπαθούμε να καθηλώσουμε τον άνθρωπο, αφού το πεπρωμένο του είναι να απελευθερωθεί. Η πυκνότητα της Ιστορίας δεν καθορίζει καμία από τις πράξεις μου. Εγώ είμαι το θεμέλιό μου. Και, υπερβαίνοντας το ιστορικό, εργαλειακό δεδομένο, εγκαινιάζω τον κύκλο της ελευθερίας μου. Η κατάρα του έγχρωμου ανθρώπου είναι ότι υπήρξε σκλάβος. Η κατάρα και η απανθρωπιά του Λευκού είναι ότι σκότωσε τον άνθρωπο κάπου. Και ότι, ακόμη και σήμερα, οργανώνει ορθολογικά αυτή την αποανθρωποποίηση. Αλλά εγώ, ο έγχρωμος άνθρωπος, στον βαθμό που μου καθίσταται εφικτό να υπάρξω απόλυτα, δεν έχω το δικαίωμα να περιοριστώ σ’ έναν κόσμο αναδρομικών επανορθώσεων. Εγώ, ο έγχρωμος άνθρωπος, θέλω ένα μόνο πράγμα: Να μην κυριαρχήσει ποτέ το εργαλείο πάνω στον άνθρωπο. Να πάψει για πάντα η υποδούλωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Δηλαδή η δική μου υποδούλωση από έναν άλλο. Να μου επιτραπεί να ανακαλύπτω και να θέλω τον άνθρωπο, όπου κι αν βρίσκεται. Ο νέγρος δεν υπάρχει. Όχι περισσότερο από τον λευκό. Και οι δύο οφείλουν να απομακρυνθούν από τις απάνθρωπες (inhumaines) φωνές που ήταν εκείνες των αντίστοιχων προγόνων τους, ώστε να γεννηθεί μια αυθεντική επικοινωνία. […] Μόνο μέσα από μια προσπάθεια επανάκτησης του εαυτού και απογύμνωσης, μόνο μέσα από μια διαρκή ένταση της ελευθερίας τους, μπορούν οι άνθρωποι να δημιουργήσουν τις ιδανικές συνθήκες ύπαρξης ενός ανθρώπινου κόσμου. Ανωτερότητα; Κατωτερότητα; Γιατί πολύ απλά να μην προσπαθήσω να αγγίξω τον άλλο, να αισθανθώ τον άλλο, να αποκαλύψω τον άλλο στον εαυτό μου;… Η τελευταία μου προσευχή: Ω σώμα μου, κάνε με πάντα έναν άνθρωπο που θέτει ερωτήματα!»

Ούτε επίσης πρέπει να μας διαφεύγει ότι εκείνο της νεγροσύνης δεν υπήρξε ένα ενιαίο, μονοφωνικά συμπαγές κίνημα, αλλά εκφραζόταν μέσα από διαφορετικές ψυχές οι οποίες κινούνταν γύρω από έναν κοινό πυρήνα (για παράδειγμα, Σενγκόρ και Σεζαίρ δεν συγκλίνουν πάντα), εξού και η βαθύτερη πραγμάτευσή της υπερβαίνει τις προθέσεις του παρόντος κειμένου. Από την άποψη αυτή, δεν θα πρέπει να είναι μονόπλευρη και η όποια πρόσληψη και ερμηνεία του από την πλευρά μας, ως εάν να επρόκειτο για κάποια αφηρημένη ιδέα ανεξάρτητη από τους θεμελιωτές της.

Η ελληνική έκδοση 

Όσον αφορά την ελληνική έκδοση των δοκιμίων, ιδιαίτερη μνεία οφείλουμε να κάνουμε στην εργοβιογραφική εργασία -γιατί, πραγματικά, για μία αυτόνομη εργασία πρόκειται- που εν είδει Εισαγωγής συνοδεύει τον Λόγο περί αποικιοκρατίας. Ο Στάθης Παπασταθόπουλος προχωρά σε μια εξαιρετικά αναλυτική και κατατοπιστική παρουσίαση της σκέψης και της προβληματικής του Σεζαίρ, πραγματευόμενος, εκτός από το εν λόγω κείμενο, και εκείνο που αφορά την έννοια της νεγροσύνης και ένα ακόμη από τα σημαντικότερα και καθοριστικότερα κείμενα της μαύρης σκέψης: το Τετράδιο μιας επιστροφής στη γενέθλια γη.

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η ιστορική και βιογραφική πλαισίωση που προσφέρει η Εισαγωγή του Παπασταθόπουλου καθιστά προσφορότερη και την προσέγγιση του κειμένου καθώς μας παρέχει τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε τόσο την επικαιρότητα όσο και την εκρηκτικότητα που εξέφραζε στην εποχή του το δοκίμιο του Σεζαίρ.

* Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΣΙΑΜΟΥΡΑΣ είναι διδάκτορας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Γράφει και μεταφράζει κείμενα σχετικά με το ζήτημα των ζώων από φιλοσοφική και πολιτική σκοπιά. Από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων κυκλοφορεί το βιβλίο του Να σπάσουμε τα κλουβιά-κελιά. Κείμενα αντιειδισμού (2025) και εντός των επόμενων ημερών από τις εκδόσεις Ροές θα κυκλοφορήσουν τα κείμενα του Λέοντος Τολστόι κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας με εκτενή εισαγωγή του.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Αιμέ Σεζαίρ (1913-2008) ήταν Μαρτινικανός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και πολιτικός, που αναδείχθηκε σε θεμελιώδη μορφή του αντιαποικιακού αγώνα και της Μαύρης Συνείδησης. Ως συνιδρυτής του κινήματος της Νεγροσύνης (Negritude), το οποίο διαμορφώθηκε στο Παρίσι τη δεκαετία του 1930, ο Σεζαίρ υπερασπίστηκε με συνέπεια και πάθος τη μαύρη ταυτότητα, την πολιτισμική επαναδιεκδίκηση και την αντίσταση στην αποικιακή καταπίεση. Η γραφή του, στην οποία η σουρεαλιστική εικονοποιία συνδυάζεται με οξυδερκή πολιτική κριτική, άσκησε βαθιά επιρροή στα αποαποικιακά κινήματα παγκοσμίως.

© Britannica 

Ο Φραντς Φανόν, μαθητής του Σεζαίρ, άντλησε σημαντικά στοιχεία για τα βασικά έργα του από την ανάλυση του δασκάλου του σχετικά με την ψυχολογική βία της αποικιοκρατίας. Για τον Φανόν, ο Σεζαίρ υπήρξε προάγγελος της ριζοσπαστικής κριτικής της αποικιοκρατίας, καθώς ο σουρεαλιστικός αντιαποικιακός λόγος του ανανέωσε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι αποικιοκρατούμενοι αντιλαμβάνονταν τον αγώνα για απελευθέρωση και πολιτισμική αξιοπρέπεια.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Γυναίκες» του Εδουάρδο Γκαλεάνο (κριτική) – Ένας ύμνος στο γυναικείο θαύμα

«Γυναίκες» του Εδουάρδο Γκαλεάνο (κριτική) – Ένας ύμνος στο γυναικείο θαύμα

Για το βιβλίο του Εδουάρδο Γκαλεάνο (Eduardo Galeano) «Γυναίκες» (μτφρ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Μεταίχμιο). © Britannica

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Από τη θεά Αφροδίτη έως την Ασπασία. Από την Κλεοπάτρα έως την αυτοκράτειρα Θεοδώρα. Μα, ακόμη υπάρχουν η Εβίτ...

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

«Το βιβλίο της Πολιτείας των Κυριών» της Κριστίν Ντε Πιζάν (κριτική) – Ένα από τα πρώτα φεμινιστικά κείμενα της ευρωπαϊκής γραμματείας (1405), σε μια εξαιρετική έκδοση

«Το βιβλίο της Πολιτείας των Κυριών» της Κριστίν Ντε Πιζάν (κριτική) – Ένα από τα πρώτα φεμινιστικά κείμενα της ευρωπαϊκής γραμματείας (1405), σε μια εξαιρετική έκδοση

Για το πρωτοφεμινιστικό βιβλίο της Κριστίν Ντε Πιζάν (Christine de Pizan) «Το βιβλίο της Πολιτείας των Κυριών» (μτφρ. Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ν. Κ. Κοκκομέλης, εκδ. Εστία). Εικόνα: Από την πρώτη έκδοση του 1405. 

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Η κριτική, η συμβολική εξουσία και οι τυφλές περιοχές του λογοτεχνικού πεδίου – Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας»

Η κριτική, η συμβολική εξουσία και οι τυφλές περιοχές του λογοτεχνικού πεδίου – Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας»

Ποια είναι τα όρια ανάμεσα στην ερμηνευτική ελευθερία της κριτικής και την ανάγκη τεκμηρίωσης όταν μια κρίση μετατρέπεται σε ιστορικό ισχυρισμό; Σκέψεις με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για την έννοια της «πρωτοπορίας». Εικόνα: Ο Νικόλαος Κάλας. 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχ...

«Παράλληλες ιστορίες» του Ασγκάρ Φαραντί (κριτική) – Μυθοπλασία και βίωμα, ερμηνεία και συμμετοχή

«Παράλληλες ιστορίες» του Ασγκάρ Φαραντί (κριτική) – Μυθοπλασία και βίωμα, ερμηνεία και συμμετοχή

Για τη γαλλική ταινία «Παράλληλες ιστορίες» του Ιρανού Ασγκάρ Φαραντί, την καλλιτεχνική δημιουργία και τις επιπτώσεις της. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας

Ο Ασγκάρ Φαραντί έφυγε από το Ιράν το 2023, ερχόμενος σε διάσταση και σύγκρουση με το ιρανικό, θεοκρατικ...

9o Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας: Βραβεία στους Αχιλλέα Κυριακίδη, Βασίλη Λαδά, Φραντσέσκο Νέρι

9o Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας: Βραβεία στους Αχιλλέα Κυριακίδη, Βασίλη Λαδά, Φραντσέσκο Νέρι

Στο πλαίσιο του 9ου Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας, απονεμήθηκαν τα Βραβεία «Ελαίας Κότινος» που αναγνωρίζουν τη διαχρονική προσφορά ανθρώπων και φορέων στα ελληνικά γράμματα. Ποιοι τιμήθηκαν. 

Επιμέλεια: Book Press ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Αθλητικά παπούτσια No 7» του Βασίλη Τσαλή (προδημοσίευση)

«Αθλητικά παπούτσια No 7» του Βασίλη Τσαλή (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος ενός διηγήματος, από τη συλλογή διηγημάτων του Βασίλη Τσαλή «Αθλητικά παπούτσια No 7», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 22 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Με τη Λουίζα, τη μικρότερη από τις δύο...

«Χελιδόνια» της Νατσούο Κιρίνο (προδημοσίευση)

«Χελιδόνια» της Νατσούο Κιρίνο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Νατσούο Κιρίνο [Natsuo Kirino] «Χελιδόνια» (μτφρ. Δέσποινα Γιανναρούδη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γυρίζοντας στο σπίτι από τη ...

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Παύλος Φύσσας, 13 χρόνια από τη δολοφονία του από τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής – 5 βιβλία κρατούν τη μνήμη ζωντανή

Παύλος Φύσσας, 13 χρόνια από τη δολοφονία του από τους νεοναζί της Χρυσής Αυγής – 5 βιβλία κρατούν τη μνήμη ζωντανή

Σαν σήμερα, 18 Σεπτεμβρίου 2013, δολοφονήθηκε ο Παύλος Φύσσας. Από τον αρχικό τρόμο μέχρι την κραυγή «Γιε μου, τα κατάφερες», της μητέρας του όταν καταδικάστηκαν τα μέλη της νεοναζιστικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή, αναζητούμε τα βιβλία που κρατούν τη μνήμη ζωντανή. Εικόνα: Γκραφίτι της ομάδας Political Stencil. 

...
Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ