
Για το βιβλίο του Κρις Χέιζ (Chris Hayes) «Το κάλεσμα της σειρήνας» (μτφρ. Χριστόδουλος Λιθαρής, εκδ. Πεδίο).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Η παλιά γνωστή ιστορία: ο Οδυσσέας, φρονίμως ποιών, ζήτησε από τους συντρόφους του να τον δέσουν στο κατάρτι, γνωρίζοντας ότι το τραγούδι των Σειρήνων είναι τόσο ελκυστικό, ώστε όποιος το ακούσει κινδυνεύει να χάσει τον έλεγχο και να οδηγηθεί στην καταστροφή. Θέλει να ακούσει το τραγούδι, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται προστασία από τη δύναμή του.
Παραπέμποντας ευθέως στις περιπέτειες του πλάνητα Οδυσσέα, ο Κρις Χέιζ σημειώνει στο βιβλίο του Το κάλεσμα της σειρήνας πως οι σύγχρονες «Σειρήνες» έχουν διαφορετική μορφή. Είναι οι ειδοποιήσεις του κινητού, οι ατελείωτες ροές περιεχομένου, τα βίντεο που ξεκινούν το ένα μετά το άλλο, οι τίτλοι των ειδήσεων, οι διαφημίσεις, τα likes, οι κοινοποιήσεις και όλα εκείνα τα ψηφιακά ερεθίσματα που διεκδικούν συνεχώς ένα μικρό κομμάτι της προσοχής μας. Δεν είναι απαραίτητα κακά από μόνα τους. Το ζήτημα είναι ότι σχεδιάζονται και λειτουργούν μέσα σε ένα σύστημα που έχει κάθε λόγο να μας κρατά όσο περισσότερο γίνεται.
Ανταγωνισμός
Εδώ βρίσκεται η κεντρική ιδέα του βιβλίου: η σύγχρονη οικονομία έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο ανταγωνισμό για την ανθρώπινη προσοχή. Αρκεί να σκεφτούμε το εξής: τι είναι αυτό που όλοι έχουμε, όλοι χρειαζόμαστε, αλλά κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει περισσότερο, όσο πλούσιος και ισχυρός κι αν είναι, όσα τεχνολογικά μέσα κι αν διαθέτει; Η απάντηση είναι «ο χρόνος μας», και μαζί του η προσοχή μας. Κάθε μέρα έχουμε έναν περιορισμένο αριθμό ωρών και, μέσα σε αυτές, έναν περιορισμένο αριθμό στιγμών κατά τις οποίες μπορούμε πραγματικά να συγκεντρωθούμε, να σκεφτούμε, να αισθανθούμε και να αποφασίσουμε. Πάνω σε αυτή την απλή αλλά θεμελιώδη παρατήρηση χτίζει ο συγγραφέας το βιβλίο του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαπολύει μια ακόμη επίθεση εναντίον των κινητών τηλεφώνων ή των κοινωνικών δικτύων. Ο Χέιζ κάνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη προσοχή μετατράπηκε σταδιακά σε έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς και κοινωνικούς πόρους της εποχής μας. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία είναι άφθονη και σχεδόν δωρεάν, αυτό που έχει γίνει σπάνιο είναι η δυνατότητα να κάνουμε έναν άνθρωπο να σταματήσει, να κοιτάξει, να ακούσει και να ασχοληθεί.
Υπερπληροφόρηση
Κάποτε το πρόβλημα ήταν η έλλειψη πληροφορίας. Σήμερα συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Έχουμε περισσότερες πληροφορίες από όσες μπορούμε να επεξεργαστούμε. Περισσότερες ειδήσεις, περισσότερα βίντεο, περισσότερα μηνύματα, περισσότερες απόψεις και περισσότερες επιλογές από ποτέ. Το ερώτημα επομένως δεν είναι πλέον «πού θα βρω πληροφορία;», αλλά «σε τι θα αφιερώσω την προσοχή μου;».
Και αυτό το ερώτημα έχει τεράστια οικονομική αξία. Αν μια εταιρεία καταφέρει να κερδίσει μερικά επιπλέον λεπτά από την ημέρα ενός χρήστη, αυτά τα λεπτά μπορούν να μετατραπούν σε περισσότερες προβολές, περισσότερες διαφημίσεις, περισσότερα δεδομένα και περισσότερα έσοδα. Έτσι, η ανθρώπινη προσοχή αποκτά χαρακτηριστικά εμπορεύματος. Ο Χέιζ εξηγεί αυτή τη διαδικασία μέσα από ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές και τεχνολογικές αναφορές. Δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τι κάνει η τεχνολογία στον άνθρωπο, αλλά και για το πώς ο άνθρωπος και η κοινωνία δημιούργησαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες αυτή η τεχνολογία μπορεί να γίνει τόσο ισχυρή.
Η σύγκριση
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η σύγκριση των σύγχρονων ψηφιακών πλατφορμών με έναν κουλοχέρη. Κάθε φορά που κάνουμε scroll δεν γνωρίζουμε ακριβώς τι θα εμφανιστεί. Μπορεί να είναι κάτι βαρετό, μπορεί να είναι κάτι αστείο, συγκινητικό, εξοργιστικό ή συναρπαστικό. Αυτή η αβεβαιότητα είναι σημαντική: μας κάνει να συνεχίζουμε. Ίσως το επόμενο περιεχόμενο να είναι αυτό που περιμένουμε.
Όταν όμως το δημόσιο περιβάλλον ανταμείβει το σοκαριστικό, το εξοργιστικό, το ακραίο και το εύκολα καταναλώσιμο, η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν ακόμη αγώνα για clicks και engagement.
Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος: βλέπω, κάνω scroll, ανταμείβομαι, συνεχίζω, περιμένω την επόμενη ανταμοιβή. Το ενδιαφέρον του Χέιζ δεν είναι να παρουσιάσει τον χρήστη ως αδύναμο ή ανόητο. Αντίθετα, προσπαθεί να δείξει πόσο βαθιά ανθρώπινοι είναι οι μηχανισμοί που αξιοποιεί αυτό το σύστημα. Και εδώ το βιβλίο περνά από την τεχνολογία στην ανθρώπινη φύση. Γιατί άραγε δυσκολευόμαστε τόσο πολύ να βαρεθούμε; Γιατί, όταν υπάρχει ένα κενό λίγων δευτερολέπτων, απλώνουμε σχεδόν αυτόματα το χέρι προς το κινητό; Γιατί αισθανόμαστε την ανάγκη να ελέγξουμε αν κάποιος μας έστειλε μήνυμα ή αν κάποιος αντέδρασε σε αυτό που δημοσιεύσαμε;
Η ανθρώπινη ανάγκη
Η απάντηση δεν αφορά αποκλειστικά στα κόλπα των εταιρειών τεχνολογίας. Ο άνθρωπος έχει μια βαθιά ανάγκη να τον βλέπουν και να τον αναγνωρίζουν. Θέλει να ανήκει, να έχει σημασία, να αισθάνεται ότι οι άλλοι τον προσέχουν. Τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να μετατρέψουν αυτή την ανάγκη σε έναν αδιάκοπο μηχανισμό επιβεβαίωσης. Εδώ ο Χέιζ κάνει μια σημαντική διάκριση: άλλο είναι να έχεις την προσοχή των άλλων και άλλο να έχεις την πραγματική τους αναγνώριση. Μπορεί κάποιος να συγκεντρώνει εκατομμύρια προβολές και ταυτόχρονα να αισθάνεται μόνος. Η ποσότητα της προσοχής δεν εγγυάται την ποιότητα της ανθρώπινης σύνδεσης.
Το βιβλίο του Χέιζ καλεί τον αναγνώστη να δει την καθημερινότητά του με διαφορετικό μάτι. Την επόμενη φορά που θα ανοίξει μηχανικά το κινητό, που θα κάνει άλλο ένα scroll ή που θα αφήσει μια ειδοποίηση να διακόψει μια σκέψη του, ίσως αναρωτηθεί: ποιος με κάλεσε να κοιτάξω, και γιατί απάντησα;
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν περνά από την προσωπική ζωή στη δημοκρατία. Η πολιτική, όπως και κάθε άλλη δημόσια δραστηριότητα, εξαρτάται από την προσοχή των πολιτών. Για να διαβάσει κάποιος ένα επιχείρημα, να ακούσει μια διαφορετική άποψη και να σχηματίσει κρίση, πρέπει πρώτα να είναι σε θέση να συγκεντρωθεί. Όταν όμως το δημόσιο περιβάλλον ανταμείβει το σοκαριστικό, το εξοργιστικό, το ακραίο και το εύκολα καταναλώσιμο, η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν ακόμη αγώνα για clicks και engagement. Το πιο σημαντικό μήνυμα δεν είναι πάντοτε αυτό που είναι αληθινότερο ή πιο χρήσιμο, αλλά εκείνο που καταφέρνει να τραβήξει περισσότερο την προσοχή.
Ποιος αποφασίζει
Ποιος αποφασίζει τελικά πού θα στραφεί το μυαλό μας; Εμείς ή τα συστήματα που έχουν σχεδιαστεί για να προβλέπουν τι θα μας κρατήσει περισσότερο μπροστά στην οθόνη; Ο Χέιζ δεν προτείνει μια απλοϊκή επιστροφή σε έναν κόσμο χωρίς τεχνολογία. Η τεχνολογία δεν πρόκειται να εξαφανιστεί και, άλλωστε, προσφέρει τεράστια οφέλη. Το ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε τη δύναμή της και να ανακτήσουμε κάποιον έλεγχο πάνω στην προσοχή μας. Γιατί η προσοχή δεν είναι απλώς ένα ακόμη αγαθό: εκεί όπου πηγαίνει η προσοχή μας, πηγαίνει και ένα μέρος της ζωής μας.
![]() |
|
©Pexels |
Αυτό είναι τελικά το πιο ουσιαστικό ερώτημα που αφήνει το βιβλίο στον αναγνώστη: αν κάποιος άλλος αποφασίζει συνεχώς τι θα κοιτάξουμε, τι θα φοβηθούμε, τι θα επιθυμήσουμε και για πόσο θα παραμείνουμε εκεί, πόσο ελεύθεροι είμαστε πραγματικά; Το βιβλίο του Χέιζ καλεί τον αναγνώστη να δει την καθημερινότητά του με διαφορετικό μάτι. Την επόμενη φορά που θα ανοίξει μηχανικά το κινητό, που θα κάνει άλλο ένα scroll ή που θα αφήσει μια ειδοποίηση να διακόψει μια σκέψη του, ίσως αναρωτηθεί: ποιος με κάλεσε να κοιτάξω, και γιατί απάντησα;
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Κρις Χέιζ (Chris Hayes) μεγάλωσε στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης και σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Brown. Είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος, γνωστός για τις οξυδερκείς πολιτικές αναλύσεις του, και παρουσιαστής τηλεοπτικών εκπομπών, βραβευμένος με Emmy. Από το 2013 παρουσιάζει την ειδησεογραφική εκπομπή All In with Chris Hayes στο MSNBC, ενώ από το 2018 διατηρεί το δικό του πόντκαστ με τίτλο Why Is This Happening?.
![]() |
|
© Wikipedia |
Πέρα από την τηλεόραση, ο Χέιζ είναι περιζήτητος κεντρικός ομιλητής σε δημόσιες εκδηλώσεις. Οι δυναμικές ομιλίες του διερευνούν φλέγοντα ζητήματα όπως ο αντίκτυπος του καπιταλισμού της προσοχής, το μέλλον του πολιτικού διαλόγου, και το πώς μπορούμε να ανακτήσουμε τον έλεγχο σε έναν κόσμο που η προσοχή του αποσπάται όλο και περισσότερο. Είναι επίσης συγγραφέας των βιβλίων Twilight of the elites και A colony in a nation. Δοκίμια, άρθρα και κριτικές του έχουν δημοσιευτεί στα The New York Times Magazine, Time, The Nation, The American Prospect, The New Republic, The Washington Monthly και The Guardian. Ζει στο Μπρούκλιν με τη σύζυγό του Κέιτ Σο και τα τρία παιδιά τους.

























