
Για τον τόμο με δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς [György Lukács] «Τόμας Μαν» (μτφρ., σχόλια, επιμέλεια Μαρία Ηώς Δούκα, Νίκος Φούφας, εκδ. Ήτωρ). Κεντρική εικόνα: Ο Γκέοργκ Λούκατς και ο Τόμας Μαν όταν συναντήθηκαν για μια και μοναδική φορά στο Hotel Imperial της Βιέννης, πιθανότατα στις 17 Ιανουαρίου 1922».
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Ο θαυμασμός του Λούκατς για τον Μαν υπήρξε αδιάλειπτος από την εποχή της νεότητας –κατά δήλωση του Ούγγρου– οπότε ήρθε σε επαφή με το πρώιμο έργο του Γερμανού (συγκεκριμένα το Τόνιο Κρέγκερ). Στον τόμο Τόμας Μαν από τις εκδόσεις Ήτορ περιέχονται τα τρία βασικά δοκίμια που καλύπτουν διαφορετικές δεκαετίες, με το γνωστότερο «Σε αναζήτηση του αστού», να έχει γραφτεί το 1945 για τα 70ά γενέθλια του Τόμας Μαν. Μεγάλο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και το δεύτερο μισό του βιβλίου που περιλαμβάνει κείμενα από άλλα έργα του, τα οποία περιέχουν εκτενείς αναφορές στον Μαν και την εργογραφία του. Η έκδοση είναι χορταστική, παρουσιάζοντας μεγάλο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες του έργου το Μαν, αν και οφείλω να τονίσω ότι το βιβλίο έχρηζε πιο προσεκτικής επιμέλειας.
Ο Λούκατς στα κείμενα αυτά επιχειρεί να συμπεριλάβει δύο δυνητικά αντιθετικές οπτικές: αφενός τη μαρξιστική / αντικαπιταλιστική του θεωρία κι από την άλλη τον θαυμασμό του για την καλλιτεχνική αξία του λογοτέχνη. Πώς μπορούν να συνδυαστούν αυτά τα δύο; Προφανώς με υποχωρήσεις, κάποιες πιθανώς αυθαίρετες αναγωγές και εμφανή προσπάθεια να χωρέσουν «δυο καρπούζια σε μια μασχάλη», με όχι απαραίτητα πειστικό τρόπο (επ’ αυτού θα αναφερθώ στη συνέχεια). Βεβαίως, ας μην ξεχνάμε τον χρόνο και τον χώρο που γράφτηκαν τα κείμενα αυτά: κατά τη διάρκεια και λίγο μετά το αιματοκύλισμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Ουγγαρίας, όπου ο φιλόσοφος προσπαθούσε να συνδυάσει τον ανεξάρτητο φιλοσοφικό του λόγο με τη φυσική ύπαρξή του ως πολίτη και διανοούμενου σε ένα σταλινικό καθεστώς (η υποστήριξή του στην ουγγρική εξέγερση και το μεταβατικό καθεστώς δεν βοήθησε ιδιαίτερα, αν και λόγω διεθνούς αναγνώρισης έπεσε στα μαλακά στη συνέχεια).
Από τη μία πλευρά λοιπόν βρίσκεται ο μαρξιστής Λούκατς, θαυμαστής του Ρεαλισμού, ρεύματος το οποίο υπό τη μία ή την άλλη μορφή περιλαμβάνει στους κόλπους του τεράστιο εύρος έργων του 18ου, 19ου και 20ου αιώνα. Βασικό κριτήριο ανήκειν στον Ρεαλισμό είναι η συμπόρευση του καλλιτεχνικού με το κοινωνικό, το πώς ο δημιουργός παράγει έργο το οποίο εκπορεύεται εξίσου από την έμπνευσή του και την κοινωνική του θέση, το οποίο βεβαίως οφείλει να επιστρέφει ως πλεόνασμα και ως υποχρέωση στο κοινωνικό σύνολο. Αυτή η διαλεκτική σχέση, είναι αδιάρρηκτη και αδιατάρακτη, απαραίτητη προϋπόθεση ύπαρξης και παρουσίας του καλλιτεχνικού έργου. Να θυμίσω ότι στο μαρξιστικό Πάνθεο ο Μπαλζάκ κατέχει κεντρική θέση, όχι βεβαίως λόγω της ιδεολογίας του (ήταν αντιδραστικός), αλλά γιατί το έργο του αποτελούσε νωπογραφία της κοινωνικής κινητικότητας και ταξικών συγκρούσεων της μετα-Ναπολεόντειας εποχής. Δεν είναι επομένως τυχαίο ότι ο Λούκατς αναφέρεται συχνά σε αυτόν, όπως και στους Ζολά, Ουγκό και βεβαίως τον Τολστόι, μεταξύ άλλων.
Ο Λούκατς, αν και έζησε τα χρόνια κατά τα οποία ο Μοντερνισμός ενηλικιώθηκε καταθέτοντας στην αιωνιότητα τα μεγάλα του έργα, στέκει απέναντι είτε χαρακτηρίζοντας το ρεύμα ως επιφαινόμενο της αστικής παρακμής και του καπιταλισμού που έχει εισέλθει στην ιμπεριαλιστική του φάση είτε επιχειρεί να εντάξει τα μοντερνιστικά έργα στο corpus του Ρεαλισμού δια της πλαγίας οδού, όπως κάνει ειδικότερα στην περίπτωση του Μαν. Ο όρος «Μοντερνισμός» δεν παρατίθεται στα κείμενά του – χρησιμοποιεί την έννοια της «πρωτοπορίας» με αρνητικό πρόσημο, καθώς τη θεωρεί αυτοαναφορική, παράγωγο αντικοινωνικών και εγωπαθών καλλιτεχνών (συμβαδίζοντας με τη ζντανοφική ορθοδοξία, αν κι όχι ευτυχώς στον ίδιο βαθμό). Συγκεκριμένα στην περίπτωση της μοντερνιστικής πρωτοπορίας τονίζεται η αρνητική κατά τον ίδιο αντίθεση μεταξύ «νεκρού και βιωμένου χρόνου» που οδηγεί στην απάθεια, την απονέκρωση και την απόσυρση του καλλιτέχνη στον χρυσελεφάντινο πύργο του.
Επιπλέον υποστηρίζει ότι ο Μοντερνισμός αποτελεί την «κανονικοποίηση της ακραίας υποκειμενικής διαστρέβλωσης της πραγματικότητας» και τη «μετατροπή της τέχνης και λογοτεχνίας σε μια γκαλερί εκλεπτυσμένων νεκρών φύσεων». Το διαφοροποιητικό στοιχείο μεταξύ του Μαν και των ομοτέχνων του είναι ότι στον πρώτο βασική προτεραιότητα παραμένει η ζωογόνος αλληλεπίδραση μεταξύ τέχνης και ζωής. Σε αντίθεση με τους Φλομπέρ, Τζόυς και Ίψεν η στάση του δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στο τραγικό στοιχείο, καθιστάμενη αναπόφευκτα μοιρολατρική (συντηρητικό χαρακτηριστικό και στάση για τους βολονταριστές οπτιμιστές του Μαρξισμού), αλλά ξεπερνά τον εσωτερικό διχασμό κινούμενη προς τα έξω, βρίσκοντας τον κοινό βηματισμό της με την κοινωνία. Έχει ενδιαφέρον το πώς επικρίνει τον Φλομπέρ, ο οποίος μέσω του αισθητικού του περφεξιονισμού αναδείκνυε την ατομικότητα ως προάγγελο της αστικής παρακμής. Συγκεκριμένα τον κατηγορεί ότι «επικεντρώνεται στην ανούσια ατομική ζωή, από την Αισθηματική αγωγή και μετά», καθώς κι ότι πάσχει από «υπερτροφική υποκειμενική εμπειρία».
Τα πρώιμα έργα
Για να επανέλθω, στην περίπτωση του Μαν ο Λούκατς ξεχωρίζει δύο περιόδους. Η πρώτη, στην οποία περιλαμβάνεται το Τόνιο Κρέγκερ και το Θάνατος στη Βενετία το βάρος από πλευράς συγγραφέα δίνεται στη σχέση καλλιτέχνη και ζωής (συνείδησης και είναι, με φιλοσοφικούς όρους). Η σύγκρουση των δύο αποτελεί το έναυσμα της αφήγησης και ουσιαστικά απομονώνει το άτομο από το κοινωνικό γίγνεσθαι, προκρίνοντας την αντιπαλότητα που οδηγεί ακόμα και στον θάνατο. Προφανώς για τον μαρξιστή Λούκατς, η χολέρα από την οποία πεθαίνει ο πρωταγωνιστής φον Άσενμπαχ συμβολίζει με υποδειγματικό τρόπο τον καπιταλισμό, ο οποίος αργοσβήνει από τις εσωτερικές του αντιφάσεις, παρασύροντας ό,τι δημιουργικό. Παρομοίως το Οι Στοχασμοί ενός Απολιτικού εκφράζει την προ του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου αντιδραστική, αντιφιλελεύθερη στάση του συγγραφέα.
Ο Μαν, όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του, υπήρξαν θαυμαστές του Σοπενχάουερ (ο Τόμας Μπούντενμπροκ διαβάζει το Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση και αλλάζει η ζωή του) και οι επιρροές του, μαζί με τον Νίτσε, είναι σαφείς στα έργα του. Για τον Λούκατς βεβαίως, οι επιδράσεις αυτές είναι από ανεπιθύμητες έως καταδικαστέες.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στους Μπούντενμπροκ, έργο νεότητας κι αυτό, το πρώτο του, το οποίο βρίσκεται στο μεταίχμιο, στηριζόμενο σε δύο πυλώνες: ο πρώτος περιγράφει τη σύγκρουση μεταξύ του παραδοσιακού Χανσεατικού συντηρητισμού με αστικές αξίες (τις οποίες εκπροσωπεί η οικογένεια Μπούντενμπροκ) και των ανερχόμενων ανήθικων καπιταλιστών (Χάγκενστρεμ), κάτι που για τον Λούκατς αποτελεί τη θετική διάσταση του έργου, καθώς του προσδίδει την απαιτούμενη ρεαλιστική διάσταση κοινωνικής κριτικής. Ο δεύτερος πυλώνας, στον οποίο στέκεται επικριτικά (κι ο οποίος για πολλούς αναγνώστες, μεταξύ τους κι εγώ, είναι ο πιο ενδιαφέρον) είναι η ατομική σύγκρουση που περιέγραψα πιο πάνω μεταξύ του ατόμου (καλλιτέχνη ή ενσυνείδητου /σκεπτόμενου) και ζωής. Ο Μαν, όπως και οι περισσότεροι της γενιάς του, υπήρξαν θαυμαστές του Σοπενχάουερ (ο Τόμας Μπούντενμπροκ διαβάζει το Ο κόσμος ως βούληση και παράσταση και αλλάζει η ζωή του) και οι επιρροές του, μαζί με τον Νίτσε, είναι σαφείς στα έργα του. Για τον Λούκατς βεβαίως, οι επιδράσεις αυτές είναι από ανεπιθύμητες έως καταδικαστέες. Ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε, ο Βάγκνερ, ο Φρόιντ (κι όμως!) χαρακτηρίζονται αντιδραστικοί διανοητές («μουσηγετες της σύγχρονης αντίδρασης») – οι δύο πρώτοι, δε, θεωρεί ότι δικαίως συσχετίσθηκαν με τον Ναζισμό, μολονότι ο Μαν με το έργο του προσπάθησε να τους προσδώσει τη χαμένη αστική συντηρητική τους ταυτότητα, κάτι που για τον φιλόσοφο αποτελεί μια εξαρχής χαμένη μάχη.
Τα έργα της ωριμότητας
Ο Λούκατς θεωρεί ότι τα πρώιμα έργα αποτελούν προετοιμασία για εκείνα της ωριμότητας (Μαγικό βουνό, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού και βέβαια το Δόκτωρ Φάουστους), στα οποία ο Μαν επιχειρεί, κατά τον φιλόσοφο, το ξεπέρασμα της αστικότητάς του, προσεγγίζοντας μέσω της ευθείας δημοκρατικής κριτικής του στον ναζισμό τον κόσμο της εργασίας, οδηγούμενος στην υπέρβαση του καπιταλισμού, μολονότι βαθύτατα αστός. Για παράδειγμα, στο Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού, ο προικισμένος, αυτάρεσκος και εγωκεντρικός νεαρός «ζει στον ονειρικό κόσμο όπου νομίζει ότι όλοι τον αγαπούν». Η εμπειρία της πτώσης στον λάκκο αποτελεί το σημείο καμπής, οπότε συν τω χρόνω μετατρέπεται στον επαναστατικό και δικτατορικό ηγέτη ενός λαού. Συμβολικά ο εγωπαθής και ανυποψίαστος ήρωας βγαίνει βίαια στον έξω κόσμο αναγεννημένος, ώστε να επιτελέσει τον κοινωνικό του ρόλο, για τον οποίο προοριζόταν εξαρχής.
Ο Λούκατς εστιάζει επιπλέον σε δύο έργα του συγγραφέα, το Μαγικό βουνό και το Δόκτωρ Φάουστους, προκειμένου να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του. Στο μεν πρώτο, η σύγκρουση του αντιδραστικού Νάφτα με τον φιλελεύθερο Σετεμπρίνι και έπαθλο την ψυχή του νεαρού αστού Χανς Κάστορπ προσδίδει κύρος στην κριτική του Λούκατς, προκρίνοντας την πολιτική / κοινωνική ανάλυση. Το σημαντικό είναι ότι ναι μεν ο Λεβέρκυν είναι το αντιπροσωπευτικό δείγμα της αστικής παρακμής, αλλά ταυτόχρονα αίρεται πάνω από αυτήν, εκθέτοντας έτσι τις αντινομίες και τα όριά της. Καταλήγει ότι ο τραγικός ήρωας του Μαν βρίσκει εδώ τον δρόμο που οδηγεί στον Μαρξ, έχοντας αφήσει στο τέλος πίσω του την τραγωδία, εμβαπτιζόμενος ολοκληρωτικά στο ιστορικό γίγνεσθαι με την έναρξη του πολέμου.
Καταλήγει ότι ο τραγικός ήρωας του Μαν βρίσκει εδώ τον δρόμο που οδηγεί στον Μαρξ, έχοντας αφήσει στο τέλος πίσω του την τραγωδία, εμβαπτιζόμενος ολοκληρωτικά στο ιστορικό γίγνεσθαι με την έναρξη του πολέμου.
Όσον αφορά τον «Φάουστους», παραθέτει τις οφειλές στον Γκαίτε (προσημαίνεται θετικά από τον Λούκατς, καθώς τον θεωρεί κορυφαίο εκπρόσωπο του κλασικού γερμανικού ανθρωπισμού και του ευρωπαϊκού ρεαλισμού) και το αξιολογεί θετικά όσον αφορά την έμμεση κριτική του στον ναζισμό και την αστική κοινωνία. Βασικός πυλώνας του έργου είναι η σχέση του μικρού με τον μεγάλο κόσμο. Σε αντίθεση με το έργο του Γκαίτε το «Φάουστους» είναι ένας «Φάουστ του σπουδαστηρίου». Σύμφωνα με τον Λούκατς, το σπουδαστήριο του παλιού Φάουστ οδηγούσε από τη σκέψη στην κοινωνική πρακτική. Εξ ου και ο Μεφιστοφελής του Γκαίτε ανήκει στον εξωτερικό κόσμο, σε αντίθεση με εκείνον του Μαν, ο οποίος αποτελεί προβολή του εσωτερικού κόσμου. Προφανώς, για τον Λούκατς ο διάβολος είναι η κριτική της κουλτούρας του ιμπεριαλισμού. Εν τέλει το Δόκτωρ Φάουστους είναι ένα έργο που εστιάζει στην τραγωδία της Γερμανίας, της ανθρωπότητας της ίδιας «υπό τον ζυγό της αστικής κυριαρχίας». Από την άλλη, ως εχθρικά διακείμενος στον Μοντερνισμό, επικρίνει τις αφηγηματικές τεχνικές του Μαν, τόσο όσον αφορά την πολυπλοκότητα της γραφής όσο και για τη μουσική θεωρία, η οποία είναι επηρεασμένη από τον Αντόρνο (προφανώς η σχέση του ορθόδοξου μαρξιστή με την Κριτική θεωρία της Φρανκφούρτης είναι εκείνη της αντιπαλότητας, ιδίως στα ζητήματα αισθητικής).
Η οπτική του Λούκατς
Δεν είναι σκοπός μου να κρίνω τον Λούκατς, καθότι δεν διαθέτω ούτε τα εργαλεία ούτε τις γνώσεις. Ομολογώ βεβαίως ότι διάβασα το βιβλίο κυρίως για το θέμα του κι όχι τόσο για την οπτική του συγγραφέα του, του οποίου η μαρξιστική ορθοδοξία δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα ως εργαλείο λογοτεχνικής κριτικής, όπως όλες οι επιμέρους «σχολές» που προτάσσουν το ιδεολογικό στοιχείο (αν και σωστά έχει ειπωθεί ότι και η απουσία του είναι επίσης ιδεολογία, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα μεταξύ των κριτικών τέχνης), επιχειρώντας να περιβάλλουν το έργο τέχνης με αυτό, επισκιάζοντας το αισθητικό με μια συχνά βεβιασμένη προθεσιακότητα που τελικά αντικατοπτρίζει τις δικές τους πεποιθήσεις.
Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διακρίνει ότι η οπτική του Λούκατς κινείται κατά βάση στη λογική του ευχολόγιου κι όχι στην αντικειμενική κριτική του ύστερου έργου του Μαν. Όπως τελικά όλοι οι αναγνώστες, έτσι κι ο Ούγγρος, επιθυμεί να αποδώσει στον αγαπημένο του συγγραφέα τις ιδιότητες που θα ήθελε να έχει ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις απόψεις του ιδίου για το πώς οφείλει να είναι ο λογοτέχνης και το έργο του, κινούμενος αντίστροφα: έρχεται εκ των υστέρων να αιτιολογήσει την ήδη ειλημμένη απόφαση, η οποία βασίζεται στην προτίμηση. Ο Μαν είναι ένας αγαπημένος συγγραφέας, οπότε θα βρεθούν τα κατάλληλα επιχειρήματα που θα αιτιολογήσουν την αξιολογική κρίση. Αίφνης, ο κατά τα άλλα οριστικά και αμετάκλητα αστός συγγραφέας διαχωρίζεται από τους παρακμιακούς πρωτοπόρους τύπου Τζόυς (δεν τον κατανόησε ποτέ, ευτελίζοντας το έργο του ως μια τεχνικά εντυπωσιακή πλην όμως αντικοινωνική, υποκειμενική εμπειρία, σύμπτωμα της αστικής κρίσης). Ο κατά Λούκατς Μαν, ιδίως ο μεταπολεμικός αναβαπτισμένος εαυτός του, αναγορεύεται σε πρωθιερέα του ξεπεράσματος της αστικής του φύσης, ένας δημοκράτης που προσέγγισε με το ύστερο έργο του τον σοσιαλισμό ως τη μοναδική απάντηση στην κρίση του φασισμού και του καπιταλισμού.
Όπως τελικά όλοι οι αναγνώστες, έτσι κι ο Ούγγρος, επιθυμεί να αποδώσει στον αγαπημένο του συγγραφέα τις ιδιότητες που θα ήθελε να έχει ώστε να ανταποκρίνεται καλύτερα στις απόψεις του ιδίου για το πώς οφείλει να είναι ο λογοτέχνης και το έργο του, κινούμενος αντίστροφα: έρχεται εκ των υστέρων να αιτιολογήσει την ήδη ειλημμένη απόφαση, η οποία βασίζεται στην προτίμηση.
Ο χρόνος δεν δικαίωσε αφενός τις προβλέψεις κι αφετέρου τις κρίσεις του Λούκατς όσον αφορά τουλάχιστον τη σύνδεση του έργου του Μαν με τη σοσιαλιστική προοπτική (όπως τουλάχιστον την αποζητούσε τα δύσκολα μεσοπολεμικά και μεταπολεμικά χρόνια). Ο Γερμανός συγγραφέας στάθηκε με περίσσιο θάρρος απέναντι στον φασισμό, απορρίπτοντας τις νεανικές του αντιδημοκρατικές / αντιδραστικές απόψεις. Εν συνεχεία υπερασπίστηκε την αστική του ταυτότητα, όπως βεβαίως την εννοούσε ο ίδιος ως απόγονος του Γκαίτε και του γερμανικού πνεύματος («Όπου είμαι εγώ, είναι η Γερμανία» δήλωνε με αποστομωτική έπαρση ως εξόριστος), στρεφόμενος σε πιο προοδευτικά ιδεολογικά μονοπάτια. Από την άλλη πλευρά, ως εγγράμματος πνευματικός άνθρωπος δεν υπήρχε περίπτωση να δικαιολογήσει και να ταυτιστεί με τον χυδαίο αγοραίο καπιταλισμό και τη μαζική κουλτούρα της ασημαντότητας (κόκκινο πανί για κάθε έντιμο συντηρητικό υπερασπιστή της υψηλής κουλτούρας), τα οποία δεν έζησε να τα δει να θριαμβεύουν σε Ευρώπη και Αμερική.
Το μεγαλείο της κριτικής
Εκεί που ο Λούκατς μεγαλουργεί, τουλάχιστον όσον αφορά εμένα, είναι όταν ξεχνά για λίγο τον Μαρξιστή και φέρνει στο προσκήνιο τον θεωρητικό της λογοτεχνίας – όταν δηλαδή αναλύει με οξυδέρκεια και βάθος τους χαρακτήρες και το περιβάλλον τους, οπότε το έργο αυτονομείται και αναδεικνύεται γι’ αυτό που είναι κι όχι απαραίτητα για να αποδείξει κάποια ήδη υπάρχουσα συλλογιστική του κρίνοντος. Για παράδειγμα, οι σελίδες που αναλύει το πώς το τελετουργικό, το στιλιζάρισμα της καθημερινότητας σε μια «ρομαντική ομορφιά» αποτελεί την αρχή της παρακμής της οικογένειας στους Μπούντενμπροκ είναι απολαυστικές. Ευθύς αμέσως κατανοεί κανείς το γιατί ο Μαν καταγράφει τις μικρές και ασήμαντες καθημερινές τελετουργίες, οι οποίες προκαλούν δυσφορία στον ανυπόμονο αναγνώστη λόγω της εξαντλητικής τους παράθεσης – είναι μέσω αυτών των αυτοματισμών, της επανάληψης που έχουν γίνει αποδεκτές ως θέσφατα που φανερώνεται ο μεταβατικός χαρακτήρας της εποχής και επομένως των πρωταγωνιστών που τις έχουν ενστερνιστεί, οπότε η αναπόφευκτη αμφισβήτησή τους θα γκρεμίσει δια παντός τη βεβαιότητα και την ασφάλεια που προσφέρουν στους αποδέκτες τους.
Ολοκληρώνοντας, πιστεύω ότι ο Λούκατς, γράφοντας συχνά για συγκεκριμένο κοινό (και πιθανώς τις αρχές του Κόμματος) στις χώρες του υπαρκτού, με τον τρόπο του προσπάθησε να αιτιολογήσει ιδεολογικά την αγάπη και τον βαθύ σεβασμό για τον Μαν, εξ ου και η αγωνία του να τον χωρέσει δια της πλαγίας στη μαρξιστική συλλογιστική. Λίγη σημασία έχει πια, αφού οι αντιφάσεις στη σκέψη του είναι προφανείς για τον σύγχρονο αναγνώστη που δεν επιζητά το χρίσμα ή την ευλογία κάποιας αρχής για να απολαύσει το μεγαλείο του Τόμας Μαν.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η παρακμή μιας οικογένειας είναι και το θέμα αυτού του μυθιστορήματος. Η οικογένεια ως μονάδα και επίκεντρο της ζωής παρέχει το πλαίσιο, και τα μικρά γεγονότα στη ζωή μιας οικογένειας, τα βαφτίσια, οι ανησυχίες για τη μόρφωση των παιδιών, οι αγώνες των γονέων και οι πράξεις που σημαδεύουν τη ζωή τους είναι οι σταθμοί που μας λένε πώς περνάει ο καιρός και πώς παρακμάζει η οικογένεια. Οι θάνατοι και οι γεννήσεις είναι σημάδια της αργής συνέχειας της ζωής. Και συγχρόνως είναι σημάδια της παρακμής: της αλλαγής των αξιών, της συμπεριφοράς και των στάσεων. Αυτή η εξέλιξη περνάει από την αφελή σιγουριά στη συνειδητή διαμόρφωση, και εδώ βρίσκεται το μικρόβιο της παρακμής, διότι η συνειδητή χειρονομία μπορεί ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε ειρωνεία, και αυτό που έγινε για χάρη της ειρωνείας μπορεί να μετατραπεί σε παρωδία – και από εδώ είναι μόνο ένα βήμα προς την απώλεια του ελέγχου και την πλήρη παρακμή. Γιατί ζωή σημαίνει να γεννιέσαι σε μια κοινότητα και να εκπληρώνεις τα καθήκοντά της. Μόλις αμφισβητηθούν, μόλις αμφισβητηθεί το αλάθητό τους, μόλις στιλιζαριστούν σε μια ρομαντική ομορφιά για να βρεθούν όμορφα, ώστε να αξίζει κανείς να ζήσει σύμφωνα με αυτά, τότε έχει επέλθει η παρακμή. Και κάθε ερώτηση απομονώνει αυτόν που ρωτάει, και κάθε στιλιζάρισμα τον χωρίζει από το αντικείμενο του στιλιζαρίσματός του, και μόλις χαθεί η ενότητα του ανθρώπου (ή μάλλον: της κοινότητας των ανθρώπων, της οικογένειας) και η αιτία της, ο δεσμός που τους συνδέει ακόμα γίνεται σκόνη, και ο άνθρωπος μαραίνεται μόλις δεν υπάρχει κάτι που να σημαίνει ζωή γι' αυτόν.
























