
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα στο Σεμπάστιαν Φίτζεκ [Sebastian Fitzek] «Ο γείτονας» σε μετάφραση της, το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Έβηξε και τη ρώτησε αν στο μεταξύ είχε ανακαλύψει κανένα σημείο πρόσβασης.
«Όχι, μπαμπά!»
Το δάπεδο φαινόταν συμπαγές. Δεν υπήρχε καταπακτή κάτω από το τραπέζι της κουζίνας ούτε κάτω από το χαλί, δεν υπήρχε κρυφή είσοδος από το αποθηκάκι. Ούτε ρωγμές, κενά ή οτιδήποτε άλλο που να υποδεικνύει μυστική δίοδο.
Η Ζάρα είχε μάλιστα τραβήξει και το εντοιχισμένο ψυγείο που βρισκόταν σε ένα σταθερά βιδωμένο έπιπλο. Καθώς το έκανε αυτό, έπεσε στο πάτωμα η λίστα με τα ψώνια της.
Ελαφρώς αλατισμένο βούτυρο
Προζυμένιο ψωμί με τραγανή κόρα
Φρέσκο χαμόν σεράνο
Και μόνο με τη σκέψη, της έτρεξαν τα σάλια. Θα πήγαινε να ψωνίσει αμέσως μόλις βεβαιωνόταν ότι δεν ζούσε πάνω σε διπλό πάτωμα.
Μπορώ όμως ποτέ να είμαι σίγουρη μετά από όλα αυτά;
«Πώς να αποδείξω ότι το Τίποτα δεν υπάρχει;» ήταν η αμπελοφιλοσοφία με την οποία της είχε απαντήσει κάποτε ο Ραλφ. Ήταν έγκυος στη Ρούμπι και με τις συνεχείς ναυτίες δεν μπορούσε ούτε να σκεφτεί το σεξ. Κάποια στιγμή η Ζάρα πρόσεξε ότι ο Ραλφ δεν άφηνε πια το κινητό του όπου να ’ναι και το είχε πάντα στο αθόρυβο. Μήπως είχε εξωσυζυγική σχέση;
Δεν μπορείς να αποδείξεις ότι κάτι δεν υπάρχει.
Ένα ρίγος διαπέρασε τη ράχη της, καθώς σηκώθηκε από το πάτωμα και κοίταξε έξω από το παράθυρο της κουζίνας τον δρόμο. Δεν ήταν δεισιδαίμων και δεν ήθελε να δώσει σημασία σε ένα τεράστιο σύννεφο που σκίαζε τον μπροστινό κήπο. Από την άλλη, ο καιρός ταίριαζε όλο και καλύτερα στην ψυχική της κατάσταση.
Γκρίζος, ζοφερός, δυσάρεστος.
Όταν μετακόμισαν, ο ήλιος έλαμπε στον ασυννέφιαστο ουρανό απαλύνοντας όλα τα σημαντικά και ασήμαντα ψεγάδια του νέου τους σπιτιού. Τα φθαρμένα σκαλιά της εισόδου, τις λειασμένες από πολλά παπούτσια σανίδες του πατώματος στο χολ. Τις λεπτές χαραμάδες στους τοίχους και τα ακάλυπτα θερμαντικά σώματα, βαμμένα ανόμοια λευκά από κάποιον άπειρο τεχνίτη.
Η Ρούμπι είχε διαμαρτυρηθεί για το μικρό καθιστικό και την τραπεζαρία, που, σε αντίθεση με το διαμέρισμά τους στη Φρανκφούρτη, δεν ήταν ενωμένη με την ανοιχτή κουζίνα, αλλά χωριζόταν απ’ αυτήν με μια ξύλινη πόρτα που κολλούσε στο άνοιγμα. Η Ζάρα πάλι είχε ευχαριστηθεί με το μικροσκοπικό της γραφείο στο ισόγειο, που είχε ανεμπόδιστη θέα στον κήπο. Εκεί είχε εγκαταστήσει τα σύνεργα της ζωγραφικής της, όμως μέχρι στιγμής δεν είχε βρει την ευκαιρία να ασχοληθεί με το χόμπι της. Στο καβαλέτο βρισκόταν ένα σχέδιο με κάρβουνο του μικρού κήπου, με τη φλαμουριά, τους αειθαλείς θάμνους του φράχτη και το υπόστεγο για τα εργαλεία, μπροστά από το οποίο τα αγριόχορτα είχαν μεγαλώσει κι άλλο από τη μέρα που τα είχε σχεδιάσει.
Και μέσα της η Ζάρα έπρεπε να παραδεχτεί ότι απολάμβανε την αυθόρμητη ανησυχία του. Πόσοι γονείς είχαν αποξενωθεί από τα παιδιά τους επειδή οι μεν αδιαφορούσαν για τους δε; Η ίδια προτιμούσε έναν υπερδραστήριο πατέρα που κυκλοφορούσε γύρω γύρω στο σπίτι μουτρωμένος και κάνοντας κήρυγμα για τα ανεπαρκή μέτρα ασφαλείας.
Μόνο που τώρα η ανάμνηση του σχολίου από την ιστοσελίδα, που της είχε δείξει ο μεσίτης, επισκίαζε την εικόνα στο καβαλέτο.
…ο σπιτονοικοκύρης είναι εντελώς λαλημένος. Έχει φτιάξει κάπου στο κτίριο μυστικά περάσματα και ζει εκεί κρυμμένος…
«Δεν αισθάνομαι ασφαλής εδώ πέρα», είπε άθελά της δυνατά.
Αμέσως ακούστηκε ο πατέρας της που ρουθούνιζε επικριτικά. «Δεν ήθελες να μ’ ακούσεις!»
Την είχε συμβουλέψει να αντικαταστήσει από την αρχή όλες τις κλειδαριές με ένα ηλεκτρονικό σύστημα κλειδώματος, από κείνα που τα κλειδιά τους θύμιζαν μικρά πλαστικά ούφο. Από τους δυο τους, προφανώς ο πατέρας της ήταν ο προχωρημένος κι εκείνη ο δεινόσαυρος. Για κείνην ένα κλειδί που δεν έμπαινε σε κλειδαριά δεν ήταν κλειδί. Ήδη θεωρούσε ύποπτο το ότι μπορούσε ν’ ανοίξει το αυτοκίνητό της με ένα τηλεχειριστήριο το οποίο δεν χρειαζόταν καν να βγάλει από την τσάντα της. Αλλά όχι και εξώπορτα σπιτιού που να ανοίγει μέσω του κινητού!
«Και τι θα μου προσέφερε, παρακαλώ, η σούπερ κλειδαριά σου;» Στήριξε το τηλέφωνο ανάμεσα στον ώμο και το πιγούνι της για να μπορέσει να πλύνει τα χέρια της στον νεροχύτη. «Αυτό που με ανησυχεί δεν είναι ότι θα μπει κάποιος, αλλά ότι κάποιος είναι ήδη μέσα!»
«Τι λέει η εταιρεία που κατασκεύασε το υπόγειο;»
«Δεν υπάρχει πια. Φαλίρισε», του είπε. Η ηλεκτρονική διεύθυνση που αναγραφόταν στην απόδειξη δεν οδηγούσε πουθενά, ο αριθμός τηλεφώνου δεν λειτουργούσε.
Ο Χόλγκερ άφησε ένα μουγκρητό. Με την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας οι χρεοκοπίες ήταν στην ημερησία διάταξη.
«Νομίζω ότι καλό θα είναι να σε επισκεφθώ επιτέλους», είπε ο πατέρας της αποχαιρετώντας την και πρόσθεσε βιαστικά: «Είναι ώρα να δω από μόνος μου τις νέες συνθήκες της ζωής σου». Έκλεισε το τηλέφωνο πριν η Ζάρα προλάβει να διαμαρτυρηθεί.
Αυτό μου έλειπε.
Ας ελπίσουμε ότι δεν το είχε πει σοβαρά. Ήταν όμως χαρακτηριστικό του να μπαίνει στο αυτοκίνητο, χωρίς να έχει συμφωνήσει μαζί της την επίσκεψη. Η μητέρα της ήταν πεπεισμένη, ήδη πριν από είκοσι χρόνια, ότι ο «γερο-ξεροκέφαλος» είχε ΔΕΠΥ ενηλίκων, που με την ηλικία χειροτέρευε. Και πράγματι, τίποτα δεν σταματούσε τον Χόλγκερ Βολφ όταν αποφάσιζε κάτι.
Αλλά εγώ φταίω. Τι ήθελα και τον πήρα τηλέφωνο;
Και μέσα της η Ζάρα έπρεπε να παραδεχτεί ότι απολάμβανε την αυθόρμητη ανησυχία του. Πόσοι γονείς είχαν αποξενωθεί από τα παιδιά τους επειδή οι μεν αδιαφορούσαν για τους δε; Η ίδια προτιμούσε έναν υπερδραστήριο πατέρα που κυκλοφορούσε γύρω γύρω στο σπίτι μουτρωμένος και κάνοντας κήρυγμα για τα ανεπαρκή μέτρα ασφαλείας.
Ή μήπως όχι;
Άνοιξε το ψυγείο πεινασμένη με την ελπίδα να βρει έστω λίγα φρούτα για να βάλει έστω και κάτι ελάχιστο στο στομάχι της. Και την έπιασε τρεμούλα.
Ελαφρώς αλατισμένο βούτυρο
Προζυμένιο ψωμί με τραγανή κόρα
Φρέσκο χαμόν σεράνο
Όλα βρίσκονταν μπροστά στα μάτια της. Μπορούσε ν’ απλώσει το χέρι της και να τα πιάσει. Μαζί με όλα τα υπόλοιπα τρόφιμα που είχε γράψει στη λίστα της το ίδιο εκείνο πρωί.
Τακτοποιημένα επιμελώς.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η Ζάρα ζει με την κόρη της τη Ρούμπι στα προάστια του Βερολίνου και κουβαλά ένα μεγάλο ψυχικό τραύμα. Παρ’ όλα αυτά, προσπαθεί πολύ να έχει μια ήρεμη και φυσιολογική ζωή. Μέχρι που αρχίζουν να συμβαίνουν περίεργα πράγματα: αντικείμενα που μετακινούνται μόνα τους μέσα στο σπίτι, απειλητικά τηλεφωνήματα… Άνθρωποι από το παρελθόν της που καταλήγουν νεκροί.
Ποιος είναι ο άνθρωπος που έχει τα μάτια του καρφωμένα επάνω της; Είναι φύλακας άγγελος; Ή αυτός που θα την οδηγήσει στην τρέλα;
Ο Sebastian Fitzek σε αυτό το βιβλίο μιλά για τον κύκλο της βίας, την ευαλωτότητα που μπορεί να μας κάνει θύματα τοξικών ανθρώπων, την ψυχική υγεία, την εμμονή που παρουσιάζεται ως φροντίδα και την παραβίαση κάθε ιδιωτικότητας στο όνομα της αγάπης.
Διαβάζουμε στην περίληψη του βιβλίου:
Νόμιζε πως ο μεγαλύτερός της φόβος ήταν να είναι μόνη. Μέχρι που ανακάλυψε ότι μόνη δεν ήταν ποτέ…
Η ποινικολόγος Ζάρα Βολφ πάσχει από μονοφοβία, τον φόβο της μοναξιάς. Αυτό που δεν γνωρίζει είναι πως, απ’ όταν μετακόμισε με την κόρη της στα προάστια του Βερολίνου, έχει έναν αόρατο γείτονα που δεν πρόκειται να την αφήσει μόνη ούτε για ένα δευτερόλεπτο…
Το κακό παραμονεύει κοντά σου. Πιο κοντά σου απ’ ό,τι μπορείς να φανταστείς…






















