
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κλερ Λιντς [Claire Lynch] «Μια οικογενειακή υπόθεση» (μτφρ. Δέσποινα Κανελλοπούλου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Η Μάγκι είχε διαβάσει παλιά σ’ ένα περιοδικό ότι, σύμφωνα με μια θεωρία, το αυτοκίνητο είναι το ιδανικό μέρος για να μιλήσεις στα έφηβα παιδιά σου. Οφείλεται, λέει, στην αναγκαστική οικειότητα του χώρου, στην αδυναμία διαφυγής. Γυρίζει το κλειδί στη μίζα, και ο γιος της απλώνει το χέρι για να ρυθμίσει την ένταση του ραδιοφώνου. Σε απάντηση, εκείνη ανάβει τους υαλοκαθαριστήρες. Νερό και καουτσούκ τρίζουν πάνω στο ήδη καθαρό τζάμι. Ο μικρός πηγαίνει ελάχιστα παραπίσω το κάθισμά του. Εκείνη ρυθμίζει το καλοριφέρ, λίγο μόνο. Μοιάζουν πολύ μάνα και γιος. Δελεάζονται και οι δύο από τα κουμπιά και τους διακόπτες. Έχουν την ίδια ανάγκη για έλεγχο.
Προσπερνούν το βενζινάδικο του περιφερειακού, το δημοτικό κολυμβητήριο με τις γαλανόλευκες νεροτσουλήθρες που αιωρούνται πάνω από το πάρκινγκ. Η Μάγκι παρατηρεί ότι το καθαριστήριο στη γωνία έχει βάλει λουκέτο, και πάει να το πει στον Τομ, αλλά το μετανιώνει. Γιατί ο γιος της θα θεωρήσει την παρατήρηση άσκοπη και θ’ αναστενάξει, όπως πάντα, σαν να το θεωρεί προσβλητικό να του επισημαίνουν κάτι τόσο κοινότοπο. Ή, ακόμα χειρότερα, ίσως τη φιλοδωρήσει μ’ ένα ευγενικό, συγκαταβατικό επιφώνημα, όπως συνηθίζει τώρα τελευταία. Υπομειδιώντας με τις ανούσιες λεπτομέρειες που πιάνει το μάτι της, τα πράγματα που μόνο για κείνη έχουν σημασία.
Έτσι, του λέει απλώς: «Ξέρεις τι θα του πεις;».
«Θα του κάνω ερωτήσεις. Ο καθηγητής μάς έχει δώσει μια λίστα».
«Σαν τι ερωτήσεις;» Η Μάγκι δεν το βάζει κάτω. Συνεχίζει.
«Ερωτήσεις, μαμά. Απλές, φυσιολογικές ερωτήσεις».
/
«Είναι για το σχολείο. Για το μάθημα της Ιστορίας» είχε πει ο Τομ στον παππού του από τηλεφώνου, και ο Χέρον σκέφτηκε: Έτσι πάει. Στην αρχή σού δίνουν ελευθέρας για τα λεωφορεία, κι ύστερα γίνεσαι αντικείμενο ιστορικής μελέτης.
«Δεν είμαι σίγουρος ότι έχω και πολλά να σου πω, αλλά δεν χάνουμε κάτι να το προσπαθήσουμε. Θες να ’ρθεις το Σάββατο το πρωί;» Στην πραγματικότητα, πολύ χαίρεται που θα έχει κάτι διαφορετικό να κάνει. Τώρα τελευταία ο Χέρον νιώθει ότι σπαταλάει τις μέρες του. Έχει την αίσθηση πως θα έπρεπε να βρει πιο ουσιώδεις ασχολίες, όπως να ζωγραφίζει ακουαρέλες ή να ατενίζει τη θάλασσα, αντί να καθαρίζει απλώς την αυλή με τον καινούργιο φυσητήρα για τα φύλλα.
Όταν η Μάγκι με τον Τομ παρκάρει έξω από το σπίτι, ο Χέρον έχει τα πάντα έτοιμα: ένα πιάτο με σαντουιτσάκια και τα δύο μεγάλα φωτογραφικά άλμπουμ από τη βιβλιοθήκη. Παραδόξως, σκέφτεται, η δική μας ζωή δεν έχει ποτέ την αίσθηση της Ιστορίας. Μα δεν περνάει πολύς καιρός, και τα παιδιά σου, τα παιδιά των παιδιών σου, αρχίζουν να βλέπουν τα ρούχα που φορούσες, τις σκέψεις που σκεφτόσουν, σαν κειμήλια σε προθήκη.
Ο Τομ κρεμάει το παλτό του και συνειδητοποιεί, δυστυχώς πολύ αργά, ότι θα μπορούσε να μην είχε πει απολύτως τίποτα για την εργασία και να ’χε βγάλει απλώς τις απαντήσεις από το μυαλό του. Οι συνεντεύξεις με ηλικιωμένους ήταν απ’ αυτά που γούσταρε ο καθηγητής του της Ιστορίας. «Η Ιστορία συμβαίνει τώρα» έλεγε ο κύριος ΜακΆλπαϊν, και ο Τομ απορούσε. Η Ιστορία είναι κάτι που έχει ήδη συμβεί, σκεφτόταν, αυτό δεν είναι το όλο νόημα;
Ο Τομ κρεμάει το παλτό του και συνειδητοποιεί, δυστυχώς πολύ αργά, ότι θα μπορούσε να μην είχε πει απολύτως τίποτα για την εργασία και να ’χε βγάλει απλώς τις απαντήσεις από το μυαλό του. Οι συνεντεύξεις με ηλικιωμένους ήταν απ’ αυτά που γούσταρε ο καθηγητής του της Ιστορίας. «Η Ιστορία συμβαίνει τώρα» έλεγε ο κύριος ΜακΆλπαϊν, και ο Τομ απορούσε. Η Ιστορία είναι κάτι που έχει ήδη συμβεί, σκεφτόταν, αυτό δεν είναι το όλο νόημα;
«Θα εκπλαγείτε» είχε πει ο καθηγητής τους «με το πόσα έχετε να μάθετε από την ίδια σας την οικογένεια». Αν και, ομολογουμένως, ήταν πολύ πιο εύκολο παλιά, τότε που οι παππούδες και οι γιαγιάδες είχαν να διηγηθούν ιστορίες από κάποιον πόλεμο.
«Ρωτήστε τους αν θυμούνται την Εβδομάδα των Τριών Ημερών» τους είχε προτείνει ο κύριος ΜακΆλπαϊν, και ο Τομ ήταν σίγουρος ότι τους έκανε πλάκα, ότι ήταν κάποιο τέχνασμα για να δοκιμάσει την ευφυΐα τους, σαν τα σφυριά για αριστερόχειρες ή τις καρό μπογιές, μέχρι που το γκούκλαρε στο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν προς τα δω.
/
«Εδώ είμαι περίπου στην ηλικία σου» λέει ο Χέρον, δίνοντας στον Τομ μια φωτογραφία «ή ίσως λίγο μεγαλύτερος».
Στην πίσω όψη κάποιος έχει γράψει Ολντ Κεντ Ρόουντ, 1974, και μάλιστα πιέζοντας αρκετά το μπλε στιλό, γιατί τα γράμματα έχουν βγει ανάγλυφα στην μπροστινή πλευρά, σαν γραφή Μπράιγ.
Ο Τομ κρατάει τη φωτογραφία από τις στρογγυλεμένες της γωνίες· όλα τα χρώματα έχουν πάρει μια καφετιά απόχρωση, σαν κάποιος να τη βούτηξε σε τσάι. Απεικονίζει ένα χαμογελαστό αγόρι με σκούρα μαλλιά που του φτάνουν ως τον γιακά. Ο Τομ δεν έχει φανταστεί ποτέ τον παππού του χωρίς άσπρα μαλλιά. Ανοίγει το κλασέρ και την εφαρμογή ηχογράφησης του κινητού του, σύμφωνα με τις οδηγίες του καθηγητή. Οι ερωτήσεις είναι απλές. Πώς ήταν, για παράδειγμα, το σχολείο τον παλιό καιρό. Ή τι θυμάται ο Χέρον, αν θυμάται, από τα γεγονότα που, σύμφωνα με το βιβλίο της Ιστορίας, θα έπρεπε να γνωρίζει. Απεργίες. Πρωθυπουργούς. Τέτοια πράγματα. Ο Χέρον λέει στον Τομ πως, όταν πήγαινε σχολείο, οι δάσκαλοι χτυπούσαν τους μικρότερους μαθητές με μια παντόφλα και τους μεγαλύτερους με τη βέργα, κι ο Τομ αναρωτιέται –ξανά– μήπως του κάνει πλάκα. Ο Χέρον προσπαθεί να του περιγράψει τον λογαριθμικό κανόνα, κάτι σαν το κομπιουτεράκι της εποχής, αλλά όχι ακριβώς. Του λέει πως υπήρχε τηλεόραση, αλλά δεν ήταν τόσο διαδεδομένη. Είχαν δίσκους, μετά κασέτες και στη συνέχεια CD. Του λέει για τότε που αγόρασε το πρώτο του αυτοκίνητο, και πόσα άτομα μπορούσε να βάλει μέσα πριν γίνουν υποχρεωτικές οι ζώνες ασφαλείας. Κινητά τηλέφωνα δεν υπήρχαν. Οι άνθρωποι έγραφαν γράμματα ή, όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, μιλούσαν ο ένας στον άλλον, τετ α τετ.
«Και τώρα…» Ο Τομ νιώθει λίγο άβολα, αναρωτιέται μήπως να το παρέλειπε καλύτερα αυτό το κομμάτι. «Έχει κάποιες ερωτήσεις περί γάμου και τέτοια».
«Κανένα πρόβλημα. Όπως ξέρεις, υπήρξα παντρεμένος κάποτε. Ρώτα με ό,τι θες».
«Οκέι». Ο Τομ κοιτάζει τη φωτοτυπία του ερωτηματολογίου.
«Πώς γνωριστήκατε;»
«Από μια εφαρμογή γνωριμιών» απαντά ο Χέρον.
Ο εγγονός του κάνει έναν μορφασμό· δεν του φαίνεται καθόλου αστείο ή, τέλος πάντων, δεν το παραδέχεται.
«Απλώς γνωριστήκαμε, υποθέτω. Μόλις είχαμε τελειώσει το σχολείο. Εγώ ήμουν μαθητευόμενος στη δουλειά και έκοψα το χέρι μου με κάτι, δεν θυμάμαι τι. Εκείνη δούλευε στο φαρμακείο όπου πήγα να πάρω τσιρότα. Το άκρον άωτον του ρομαντισμού, ε;»
Ο Τομ χαμογελάει βεβιασμένα, αισθάνεται ότι αυτό πρέπει να κάνει. Στη συνέχεια, διαγράφει από τον κατάλογο την ερώτηση περί γάμου και προχωράει βιαστικά στην επόμενη.
Στην κουζίνα, η Μάγκι αφήνει κάτω το πιάτο που σκουπίζει, και σταματάει τη δουλειά, συνεπαρμένη απ’ αυτή την ιστορία που δεν την έχει ξανακούσει. Ακούει τον γιο της να θέτει τις ερωτήσεις που εκείνη ποτέ δεν κατάφερε να θέσει, υπενθυμίζοντας στον εαυτό της να αναπνέει πού και πού.
Ο Τομ θεωρεί πως τελείωσαν, ή μάλλον θέλει να τελειώνουν, μα ο παππούς του συνεχίζει να μιλάει, κι εκείνος δεν ξέρει πώς να τον σταματήσει. Ο Χέρον έχει πάρει φόρα, μιλάει για πράγματα ξεχασμένα εδώ και δεκαετίες, θυμάται έναν εαυτό που έχει πάψει προ πολλού να είναι ο δικός του. Ένα παλικαράκι που νοιαζόταν για το πώς ήταν τα μαλλιά του, που έμπαινε στον κόπο να βρέχει τα τζιν του στην μπανιέρα για να γίνουν πιο εφαρμοστά. Του φαίνεται αδιανόητο ότι κάποτε δεν είχε άλλες σκοτούρες πέρα απ’ το αν του έδινε σημασία το κορίτσι που του άρεσε. «Την πήγαινα σε παμπ» λέει στον Τομ «απ’ αυτές όπου μπορούσες να βγάλεις μια κοπέλα. Αρέσαμε πολύ ο ένας στον άλλον. Ήμασταν και οι δύο λιγομίλητοι, και μαζί μπορούσαμε να είμαστε όσο λιγομίλητοι θέλαμε». Ο Τομ τον ακούει συγκατανεύοντας, μπορεί να κάνει κι αλλιώς;
«Ζήτησα από έναν συνάδελφο να μας παντρέψει, γιατί δεν μπορούσα να διαλέξω κάποιον από τους δύο αδερφούς μου. Όλα απλά κι ωραία. Όπως ακριβώς ευελπιστούσα. Μετά κάναμε τη μαμά σου, κι αρχίσανε τα ξεσκατίσματα και τα μπιμπερό. Εσύ λογικά σ’ αυτή την ηλικία θα είσαι φοιτητής αντί να πλένεις μωρά στον νεροχύτη. Το καλό που σου θέλω, δηλαδή».
Ο Τομ κοκκινίζει, αμήχανος στη σκέψη του εαυτού του ως πατέρα, ως ενήλικα.
Και μετά τι; σκέφτεται η Μάγκι από το διπλανό δωμάτιο. Μετά τι;
Ο γιος της. Ο πατέρας της. Μιλάνε σαν να ’ναι απούσα, σαν να μην είναι εκείνη το επίκεντρο της ιστορίας που αφηγούνται. Τους ακούει, ανήμπορη να κουνηθεί. Το ένα της πόδι σκιρτάει, έτοιμο να ορμήσει μέσα, να τη βάλει κι εκείνη στην κουβέντα. Το άλλο, ριζωμένο στο πάτωμα, την κρατάει στη θέση της για να μη λυθούν τα μάγια.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
1982
Η Ντον είναι μια νεαρή σύζυγος και μητέρα, εγκλωβισμένη στις προσδοκίες της εποχής και του τόπου της. Τότε η Χέιζελ μπαίνει στη ζωή της σαν φως στο σκοτάδι. Είναι από κείνες τις σχέσεις που είναι αδύνατον να τους αντισταθεί κανείς, και ξαφνικά ο κόσμος της Ντον γίνεται πιο χαρούμενος αλλά και πιο περίπλοκος απ’ ό,τι περίμενε ποτέ. Όμως η Ντον έχει ευθύνες, έχει δεσμεύσεις: η Ντον έχει τη Μάγκι.
2022
Ο Χέρον, ένας ηλικιωμένος άντρας με απλές και ήσυχες συνήθειες, μόλις έκανε εκείνη την επίσκεψη στον γιατρό που ανατρέπει μια ολόκληρη ζωή. Του φαίνεται αδιανόητο να μοιραστεί τη διάγνωση με τη Μάγκι, τη μοναδική του κόρη. Ο Χέρον απλώς δεν μπορεί να βρει τα λόγια να της το πει, όπως δεν της έχει πει κάτι ακόμα εδώ και τόσο καιρό, σε μια προσπάθεια να την προστατεύσει.
Ταυτόχρονα σπαρακτικό και γεμάτο ελπίδα, το Μια οικογενειακή υπόθεση αναρωτιέται πώς μπορούμε να θεραπευτούμε από τις πληγές του παρελθόντος και τι μπορούμε να μάθουμε από αυτές.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Claire Lynch (Κλερ Λιντς) έχει αφιερώσει την καριέρα της στη διδασκαλία της λογοτεχνίας σε πανεπιστήμια. Ζει στο Γουίνδσορ με τη σύζυγό της και τις τρεις κόρες της. Το Μια οικογενειακή υπόθεση είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.




















