
Για τη μελέτη του Έριχ Άουερμπαχ (Erich Auerbach, 1892-1957) «Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. ΜΙΕΤ). Εικόνα: Ο Άουερμπαχ περίπου το 1930. ©Wikimedia
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Το έργο της φιλολογίας συνίσταται στη «μελέτη των γραμματειακών πηγών εντός του ιστορικού τους πλαισίου». Σύμφωνα με τον Ντάνιελ Μέντελσον, η σχολαστικότητα (όρος που σε πολλές περιπτώσεις έχει αδίκως δυσφημιστεί) του κλάδου αυτού διαθέτει κάτι μεγαλειώδες και μεγαλόπνοο, καθώς επιχειρεί να κατασκευάσει μια «μακέτα του παρελθόντος» βασισμένη στα δομικά υλικά (κείμενα, αποσπάσματα), με άμεσο στόχο να αναπαραγάγει την «εσωτερική ιστορία» του κλάδου. Πρόκειται για τιτάνιο έργο που απαιτεί γνώση, πειθαρχία, σεβασμό και αγάπη για το αντικείμενο, όπου η επιτυχία και η δικαίωση σε βάθος χρόνου αποτελούν μόνιμα διακυβεύματα.
Στο σημαντικότερο έργο του με τον χαρακτηριστικό τίτλο Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία, ο Έριχ Άουερμπαχ επιχείρησε να ερμηνεύσει την πραγματικότητα μέσω της λογοτεχνικής απεικόνισης ή «μίμησης». Συγκεκριμένα, εστίασε σε κεντρικές έννοιες όπως η διάκριση των τριών υφολογικών βαθμίδων: Υψηλό ύφος (για βασιλείς, ήρωες και τα ηρωικά τους έργα με έμφαση στο τραγικό), Μεσαίο ύφος (η καθημερινότητα σε σοβαρή γλώσσα, σε κόσμιο ύφος) και Χαμηλό ύφος (λαϊκά δρώμενα, ευτελής θεματολογία και κωμικό / γκροτέσκο ύφος). Σύμφωνα με τη λογική αυτή, στην κλασική αρχαιότητα και συγκεκριμένα στα ομηρικά έπη κυριαρχεί το Υψηλό ύφος, ενώ η Βίβλος ανατρέπει το δεδομένο αυτό εστιάζοντας στις ιστορίες απλών ανθρώπων με την ανάμειξη των υφών, δεδομένου ότι η στόχευσή της υπήρξε εντελώς διαφορετική.
Εν συνεχεία, στη ρωμαϊκή εποχή και τον Μεσαίωνα προκύπτει σταδιακή ενοποίηση, όχι δίχως οπισθοδρομήσεις μεταξύ Υψηλού / Μεσαίου και Χαμηλού. Στη νεότερη εποχή, μετά τον 18ο κυρίως αιώνα, οδηγούμαστε στην πλήρη υφολογική εξίσωση ως προς αυτό που ονομάζουμε ρεαλισμό στην τέχνη – εν ολίγοις έναν εκδημοκρατισμό της αναπαράστασης, οπότε καθετί ανθρώπινο μπορεί να ειπωθεί με τον αρμόζοντα τρόπο (επομένως και υψηλό).
Μία ακόμα κεντρική έννοια στο έργο του Άουερμπαχ είναι εκείνη της figura (τυπολογική ερμηνεία). Σύμφωνα με αυτήν, ένα γεγονός όπως παρουσιάζεται, για παράδειγμα, στην Παλαιά Διαθήκη προαναγγέλλει/ προεικονίζει ένα άλλο σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο, επαναλαμβάνοντας και επιβεβαιώνοντάς το. Κατά τον Άουερμπαχ δεν πρόκειται απαραίτητα περί «χρονικής ή αιτιώδους εξέλιξης» αλλά για ενότητα, η οποία προσφέρει το ενοποιητικό νόημα που διατρέχει το τεράστιας έκτασης υλικό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται το ιστορικό βάθος στα πρόσωπα, η μη στατικότητά τους και η ανάδειξη της σπουδαιότητάς τους (ιστορείται ο αριστοκράτης κι ο αλιέας εξίσου). Οι έννοιες της τυπολογικής ερμηνείας και των υφολογικών βαθμίδων ενσωματώνονται στο βιβλίο από την αρχή ως το τέλος, με την επιλογή συγγραφέων και κειμένων να λειτουργούν υποστηρικτικά ως προς αυτές.
- Διαβάστε επίσης: «Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (1892-1957), μια φιλόδοξη ιστορία των ποικίλων μεταμορφώσεων του ρεαλισμού στη δυτική λογοτεχνία
Το έργο
Είναι αδύνατον κι άσκοπο να αναλύσω εδώ διεξοδικά το κάθε κεφάλαιο. Εντούτοις, θα παραθέσω κάποια βασικά σημεία ως πρόγευση του τι περιλαμβάνεται, για όσους ενδιαφερόμενους.
Η Μίμησις ξεκινάει με το πιο δημοφιλές κεφάλαιο, «Η ουλή του Οδυσσέα», εκείνο της σύγκρισης της Οδύσσειας (η Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον Οδυσσέα από την ουλή του) με τη Βίβλο (θυσία του Ισαάκ, Γένεση). Η αντιπαράθεση μεταξύ του άμεσου, προφανούς, επικού-ηρωικού ποιήματος όπου τα πάντα εκτίθενται στο φως του ήλιου προς τέρψη του αναγνώστη, με το ερμητικό, απρόσιτο και υπαινικτικό ύφος της Βίβλου, όπου η αφήγηση στηρίζεται στο μυστήριο, αποτελεί το ιδανικό παράδειγμα – οι δύο αφηγηματικές οπτικές συγκρούονται, δεδομένου ότι το σκοπούμενο της καθεμιάς παραμένει διαφορετικό. Εκεί που η Οδύσσεια ψυχαγωγεί, τα Ευαγγέλια αποκαλύπτουν, διδάσκουν, υπηρετούν τη θεϊκή αλήθεια, απαιτώντας την πλήρη και αδιαπραγμάτευτη αποδοχή από τον αναγνώστη που πρώτα από όλα είναι πιστός, ενώ θέτουν, έστω και αθέλητα, για πρώτη φορά την «ανάπτυξη ιστορικών δυνάμεων» και την υφολογική ανάμειξη υψηλού και χαμηλού.
Η μεγάλη καμπή λαμβάνει χώρα με τον Δάντη, όπου για πρώτη φορά στην Κωμωδία του (το «Θεία» το προσέθεσε εκ των υστέρων ο Βοκάκιος) η λαϊκή γλώσσα χρησιμοποιείται για λογοτεχνικούς σκοπούς, αναμειγνύοντας τα υφολογικά επίπεδα...
Στη συνέχεια, ο συγγραφέας συνεχίζει με την περίοδο της αρχαιότητας. Στον Πετρώνιο, εν αντιθέσει με τον Όμηρο, παρεισφρέει ο υποκειμενισμός (το «εγώ» του αφηγητή), όπως και στον Τάκιτο, ενώ ο Αμμιανός διαθέτει μια αφ’ υψηλού οπτική και ηθική κρίση που την καταθέτει με στόμφο, οπότε το παραστατικό στοιχείο εμφιλοχωρεί στο περιεχόμενο. Συνέχεια με την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Αυγουστίνο. Ο Μεσαίωνας εκπροσωπείται με τον Γρηγόριο της Τουρ και τον Κρετιέν ντε Τρουά, καθώς και τα άκαμπτα ιπποτικά κείμενα («Άσμα του Ρολάνδου») σημάδι κατά τον συγγραφέα της «γεροντικής ακαμψίας», του κατακερματισμού που ακολούθησε την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Από τον Δάντη στη Βιρτζίνια Γουλφ
Η μεγάλη καμπή λαμβάνει χώρα με τον Δάντη, όπου για πρώτη φορά στην Κωμωδία του (το «Θεία» το προσέθεσε εκ των υστέρων ο Βοκάκιος) η λαϊκή γλώσσα χρησιμοποιείται για λογοτεχνικούς σκοπούς, αναμειγνύοντας τα υφολογικά επίπεδα, την ίδια στιγμή που «μέσα στο ίδιο το υπερπέραν δημιούργησε έναν κόσμο επίγειων μορφών και παθών» και για πρώτη φορά «η εικόνα του ανθρώπου μπαίνει μπροστά από την εικόνα του Θεού». Ο Βοκάκιος ακολουθεί με το Δεκαήμερο και στα χέρια του η ιταλική λαϊκή γλώσσα δημιουργεί την έντεχνη ιταλική πεζογραφία, την πρώτη στην Ευρώπη μετά την Αρχαιότητα, ασχολούμενος επιπλέον με θέματα τα οποία ο Δάντης θα θεωρούσε ταπεινά.
Στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες η τρέλα του ιππότη είναι διαλυτική, μετατρέποντας τον πραγματικό κόσμο σε μια εύθυμη θεατρική σκηνή.
Θα ακολουθήσει ο Ραμπελαί, ο οποίος με επαναστατικό τρόπο «απελευθερώνει το βλέμμα, το αίσθημα και τη σκέψη» παίζοντας με τη γλώσσα, υποχρεώνοντας τον αναγνώστη να αφουγκραστεί τον κόσμο σε όλη του την επίγεια δόξα. Ο Μονταίνιος από την άλλη πλευρά, παραμένει ο πρώτος συγγραφέας που έγραψε για ένα μορφωμένο κοινό και ο πρώτος που περιγράφει αναλυτικά ένα μόνο δείγμα, τον εαυτό του, δημιουργώντας επομένως ένα αρχετυπικό βιβλίο αυτοστοχασμού. Η ελισαβετιανή τραγωδία, εκείνη των Νεότερων Χρόνων, βλέπει τον άνθρωπο όχι ως θύμα συμβάντων που έρχονται έξωθεν και άνωθεν, αλλά αποτέλεσμα της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα του ανθρώπου, του εσώτερου είναι του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο «Άμλετ» του Σαίξπηρ, του οποίου ο «διανοητικός και ηθικός κόσμος παρουσιάζει κίνηση», καθώς η δραματική αυτοθεώρηση συμβαδίζει με την εναλλαγή υψηλού και ταπεινού, υπέροχου και καθημερινού. Στον Δον Κιχώτη του Θερβάντες η τρέλα του ιππότη είναι διαλυτική, μετατρέποντας τον πραγματικό κόσμο σε μια εύθυμη θεατρική σκηνή. Με τον Μολιέρο ο ρεαλισμός περιορίζεται στο ψυχολογικό και ηθικολογικό στοιχείο, ενώ ο Βολταίρος κατασκευάζει την πραγματικότητα έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στους σκοπούς του, αναμειγνύοντας τα υφολογικά επίπεδα, αλλά αποφεύγοντας να εμβαθύνει στο τραγικό, παραμένοντας πνευματώδης και ευχάριστος.
Ο ρομαντισμός του Σίλερ στη «Λουίζα Μίλλερ» χαρακτηρίζεται από τον συγγραφέα ως «μελοδραματικό πυροτέχνημα», υποδηλώνοντας την ανεπάρκεια του αστικού δράματος τον 18ο αιώνα, το οποίο δεν επέτρεπε να συμπεριληφθούν τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Ο Γκαίτε ένιωθε μεν «το γενικό και ζωτικό ρεύμα της ιστορίας», αλλά προτιμούσε να σταθεί στο «συμπτωματικό, προσωπικό και ηθικολογικό επίπεδο», κάτι που τον κρατούσε απομονωμένο από τον παλμό της εποχής του (ο Άουερμπαχ κρίνει πάντα σε σχέση με τον ρεαλισμό ως απεικόνιση). Στο Κόκκινο και το μαύρο του Σταντάλ οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες ενσωματώνονται στην πλοκή με ρεαλιστικό τρόπο, για πρώτη φορά σε μυθιστόρημα ή γραπτό έργο γενικά.
• Διαβάστε επίσης: «Ρεαλισμός: Αντικατοπτρισμοί του πραγματικού στη λογοτεχνία» του Τέρι Ίγκλετον (κριτική) – Εξετάζοντας το πιο ανθεκτικό λογοτεχνικό ρεύμα
Ο Μπαλζάκ αντιλαμβανόταν τη σχέση των ανθρώπων με το περιβάλλων ως αναγκαία. Η εισβολή της τραγικής και υπαρξιακής σοβαρότητας στον ρεαλισμό οδηγείται στο απόγειό της με τους Σταντάλ και Μπαλζάκ, οπότε αναμειγνύονται τα υφολογικά επίπεδα (σοβαρότητα και καθημερινότητα). Με τον Φλομπέρ -άλλη μια πρωτιά εδώ- ο συγγραφέας καθιστά γλωσσικά ώριμο το υλικό που η ηρωίδα του (Μποβαρί) προσφέρει στην πλήρη υποκειμενικότητά του, ενώ η γνώμη του για τα γεγονότα και τα πρόσωπα του έργου δεν εκφράζεται ρητά (εν αντιθέσει με τους Σταντάλ-Μπαλζάκ και όσους προηγήθηκαν), καθώς είναι πεπεισμένος ότι εφόσον η γλώσσα χρησιμοποιηθεί στην εντέλεια, δηλώνει από μόνη της την αλήθεια. Οι αδελφοί Γκονκούρ προωθούν περαιτέρω τον ρεαλισμό, ενσωματώνοντας στο έργο τους τις αγωνίες της τέταρτης τάξης, μολονότι αστοί οι ίδιοι. Ο Ζολά οδηγεί στα άκρα τον ρεαλισμό καταγράφοντας με κλινικό τρόπο, εισχωρώντας σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, όντας ο πρώτος που το έργο του βρίθει από τέτοιες εικόνες και τέτοιες αξίες.
Το τελευταίο εξαιρετικό κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον Μοντερνισμό. Η Βιρτζίνια Γουλφ στον Φάρο χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο. Ο αφηγητής δεν είναι πλέον αντικειμενικός παρατηρητής, αφού «όσα λέγονται εμφανίζονται ως αντανάκλαση στη συνείδηση των προσώπων του μυθιστορήματος», διευρύνοντας περαιτέρω την απεικόνιση της πραγματικότητας. Από την άλλη, ο Προυστ προσπαθεί να εντοπίσει την ουσία των γεγονότων όχι παρακολουθώντας την προσωπική του συνείδηση σε όλες τις εκφάνσεις της, αλλά πρώτιστα βασιζόμενος στη μνημονική της λειτουργία. Η ανάδυση του παρελθόντος απελευθερώνει τη συνείδηση από τα δεσμά αναδιατάσσοντας την πραγματικότητα.
Η αξία του έργου για τον σύγχρονο αναγνώστη
Για αρχή, η Μίμησις είναι προϊόν πολυετούς έρευνας, μια μελέτη που εκτείνεται στον χρόνο, έχοντας τη φιλοδοξία να ενσωματώσει τη δυτική ευρωπαϊκή γραμματεία από την εποχή του Ομήρου έως και τον Μοντερνισμό, σε συγκεκριμένο πλαίσιο (εκείνο της αναπαράστασης της πραγματικότητας, όπου σταδιακά γίνεται όλο και πιο ρεαλιστική). Παρόλο που πρόκειται για ένα μεγάλο σε όγκο και πυκνότητα περιεχομένου βιβλίο, καθορίζεται από την επιλογή του θέματός του και επομένως από τις αισθητικές προτιμήσεις του συγγραφέα του. Αυτό είναι κάτι που ο αναγνώστης οφείλει εξαρχής να αποδεχτεί ως δεδομένο. Τι εννοώ; Είναι προφανές ότι ο Άουερμπαχ θεωρεί εκ προοιμίου ότι το κορυφαίο καλλιτεχνικό επίτευγμα στη λογοτεχνική παραγωγή (γραμματεία της επιμέρους εξεταζόμενης εποχής) παραμένει ο Ρεαλισμός στις ποικίλες εκδοχές του. Βάσει αυτής της παραδοχής συγκεντρώνει το τεράστιας έκτασης υλικό του, το δομεί, το διατάσσει και το ρίχνει στη μάχη της κρίσης και του χρόνου.
Αυτή η κεντρική επιλογή εντούτοις, προϋποθέτει ανάλογης εμβέλειας αποκλεισμούς. Προφανώς κανένα βιβλίο του είδους δεν μπορεί να αναδειχθεί σε ιερό κείμενο που εμπεριέχει το όλον, αν υποθέσουμε ότι υπήρξε τέτοια η πρόθεση του συγγραφέα του (δεν υπήρξε). Ο Άουερμπαχ συγκέντρωσε, στη λογική των ιστορικών, τα λογοτεχνικά κειμήλια έχοντας κατά νου μια κεντρική ιδέα που θα τα συνένωνε αποδεικνύοντας την εγκυρότητά της μέσω των πηγών. Θα ήταν άτοπο να αποφανθώ εγώ για το αν και κατά πόσο το επέτυχε – μελετητές που έχουν αναλώσει τον χρόνο της ζωής τους στο αντικείμενο, έχουν ήδη πιστοποιήσει την αδιαμφισβήτητη αξία του. Απομένει βέβαια η κρίση του αναγνώστη όσον αφορά τα επιμέρους, και σε αυτά οφείλω να σταθώ.
Ο κριτικός αγωνίζεται ενάντια στον χρόνο, έχοντας στα χέρια του επιλεκτικά τα έργα του παρελθόντος και ακόμα πιο επιλεκτικά εκείνα του παρόντος.
Ένα κλασικό ζήτημα κρίσης παραμένει εκείνο της χρονικής απόστασης, το οποίο ισχύει στην περίπτωση της λογοτεχνίας, αλλά περισσότερο σε έργα λογοτεχνικής κριτικής: στο ενδιάμεσο έχουν προστεθεί ομοειδή έργα που πιθανόν να έχουν συμπληρώσει ή αναθεωρήσει το ένα έργο, καθώς και φρέσκα λογοτεχνικά κείμενα και ρεύματα που θα ήταν αδύνατο να ενσωματωθούν στο υπάρχον κείμενο για προφανείς λόγους. Ο κριτικός αγωνίζεται ενάντια στον χρόνο, έχοντας στα χέρια του επιλεκτικά τα έργα του παρελθόντος και ακόμα πιο επιλεκτικά εκείνα του παρόντος. Αυτοί είναι οι περιορισμοί και βάσει αυτών θα κριθεί, ενώ η πρόσβαση στις πηγές και η ευρυμάθεια του συγγραφέα είναι κάτι παραπάνω από το ήμισυ του παντός. Ο Έριχ Άουερμπαχ έγραψε το βιβλίο, υπενθυμίζω, στη διάρκεια των ετών 1942-1945, ενώ βρισκόταν εξόριστος στην Κωνσταντινούπολη.
Σε συνέχεια των προηγουμένων, δεν δύναμαι να κρίνω την επιλογή των κειμένων – γιατί ο συγγραφέας επέλεξε τον Πετρώνιο και τον Κρετιέν ντε Τρουά, για παράδειγμα, κι όχι κάποιον άλλον που οι ειδικοί θεωρούν εξίσου σημαντικό; Θα ήταν τουλάχιστον φαιδρό, τουλάχιστον όσον αφορά την αρχαία ελληνική, ρωμαϊκή και μεσαιωνική γραμματεία όπου οι γνώσεις μου είναι περιορισμένες. Η θέση μου καλυτερεύει αισθητά όσο προχωράμε προς το παρόν, στον Δάντη, τον Βοκάκιο, τον Μονταίνι, τον Ραμπελαί και βέβαια στον 19ο και 20ό αιώνα, ολοκληρώνοντας με τους Μοντερνιστές συγγραφείς. Προφανώς, ο συγγραφέας εξηγεί με σαφήνεια τους λόγους επιλογής των κειμένων και των συγγραφέων και εναπόκειται στον καταρτισμένο αναγνώστη να κρίνει κατά πόσον ανταποκρίνονται στο κανονιστικό πλαίσιο που εκείνος έχει θέσει – όσο πιο κοντά στο παρόν τόσο πιο εύκολο, τουλάχιστον για εμένα. Ακόμα όμως και στην περίπτωση των πηγών που αναφέρονται στη ρωμαϊκή και μεσαιωνική γραμματεία, μπορεί ο αναγνώστης να μην έχει τη δυνατότητα να κρίνει, όμως θα απολαύσει την επαφή με κείμενα και συγγραφείς που αγνοούσε ως τότε. Εξίσου σημαντικό, έχει τη δυνατότητα να τα εξετάσει στη συγχρονία και τη διαχρονία τους, τοποθετημένα εντός ενός ευρύτερου πλαισίου μεν, αλλά με συγκεκριμένη στόχευση (απεικόνιση της πραγματικότητας), καθώς δεν έχουν ριχτεί αυθαίρετα στη σελίδα, αλλά υπηρετούν τον συγκεκριμένο σκοπό του συγγραφέα προεικονίζοντας με τη μορφή κρίκων αλυσίδας που οδηγούν στο παρόν. Η συχνά δύσβατη πορεία του αναγνώστη εν μέσω των αιώνων, μετατρέπεται σε προσκύνημα που διευρύνει τους ορίζοντες της γνώσης και της συμμετοχής σε κάτι συνολικό και ευρύτερο, το οποίο θεωρώ πολύτιμο.
Κάποιες απουσίες
Ο Άουερμπαχ δείχνει ξεκάθαρη προτίμηση στην εποχή του Ρεαλισμού (Φλομπέρ, το απόγειο). Μολονότι αφιερώνει ένα υποβλητικό τελευταίο κεφάλαιο στον Μοντερνισμό (Γουλφ, Προυστ), παρουσιάζοντάς τον ως εναλλακτική πραγμάτωση της ρεαλιστικής απεικόνισης, τα όρια του χρόνου έχουν τεθεί – η επαναστατική δυναμική της μετεξέλιξης του ρεύματος αυτού και βέβαια ο Μεταμοντερνισμός (έστω ως συντηρητική υπαναχώρηση, για κάποιους) δεν περιέχονται στο έργο αυτό. Ο Στάινερ στο εισαγωγικό του κείμενο στηλιτεύει τις παραλείψεις, ιδίως στην περίπτωση της ελλιπούς αναφοράς στον Οδυσσέα του Τζόις, το οποίο περιγράφεται από τον συγγραφέα ως ένα κρυπτικό και δύσβατο κείμενο, αμφίσημο και αυτοαναφορικό. Χωρίς να αρνηθεί κάποιος την εγκυρότητα των επιμέρους, είναι αδύνατον να μην καταγράψει τον αντίκτυπο του εν λόγω μυθιστορήματος στην ιστορία της λογοτεχνίας (σε τελική ανάλυση, ο ελεύθερος πλάγιος λόγος της Γουλφ δεν θα υπήρχε εάν δεν είχε προηγηθεί ο Τζόις). Όπως όμως προείπα, ο σημερινός κριτικός και αναγνώστης έχει σύμμαχό του τον χρόνο και την καταξίωση που έχει επιδαψιλεύσει στον Τζόις. Ο Άουερμπαχ προς τιμήν του διέκρινε την επαναστατική πρωτοπορία του Μοντερνισμού (η ανάλυσή του για τον Φάρο της Γουλφ παραμένει υποδειγματική), αλλά δεν μπορούσε να έχει συνολική εποπτεία του κινήματος, όπως οι συγκαιρινοί μας. Πέραν αυτού, ας μην ξεχνάμε, είχε προτιμήσεις, όπως και στόχευση στο έργο του, προσεγγίζοντας το θέμα από συγκεκριμένη γωνία.
Στη λογική αυτή, θεωρώ ότι θα ήταν λάθος να κρίνει κάποιος το έργο με την οπτική του σύγχρονου αναγνώστη που αναζητά την εποχή και τις προσωπικές του επιθυμίες και ιδεολογίες. Το βιβλίο αυτό περιέχει αποκλειστικά τα έργα της δυτικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας (ούτε καν της βορειοαμερικανικής γραμματείας), οπότε δεν περιλαμβάνονται άλλα έργα που για κάποιους μπορεί να είναι εξίσου σημαντικά για λόγους πληρότητας. Ένας βασικός λόγος, εκτός από τη εποχή που γράφτηκε το έργο, είναι και το γεγονός ότι ο συγγραφέας του απέρριψε τη συμπερίληψη έργων τα οποία δεν είχε τη δυνατότητα να διαβάσει στο πρωτότυπο. Η σπάνια εντιμότητά του είχε ως τίμημα βέβαια να παραμείνουν εκτός τα θεμελιώδη έργα της ρωσικής λογοτεχνίας (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Γκόγκολ, Πούσκιν κ.λπ.), τα οποία επηρεάστηκαν και επηρέασαν με τη σειρά τους την ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Παραμένει συγκινητικό το γεγονός ότι προς το τέλος του βιβλίου ο Έριχ Άουερμπαχ απολογείται για τις όποιες ελλείψεις και ασυνέπειες του έργου του, οφειλόμενες κατά κύριο λόγο στην αδυναμία πρόσβασης στη βιβλιογραφία, αλλά και τη δική του αδυναμία να διαβάσει όσα έργα θα χρειαζόταν στο πρωτότυπο.
Ο φιλομαθής αναγνώστης έρχεται σε επαφή με πληθώρα πηγών, οι οποίες παρατίθενται χρονολογικά. Ο συγγραφέας επιλέγει ένα απόσπασμα, το οποίο μεταφράζει και στη συνέχεια αναλύει διεξοδικά τόσο από ερμηνευτικής όσο και ποιητικής πλευράς, εστιάζοντας κατά περίπτωση στα μέρη του λόγου, προκειμένου να αναδείξει ομοιότητες και να περιγράψει διακειμενικές διαφορές. Ο εκφραστικός πλούτος, η θεωρητική κατάρτιση, ο πυκνός πλην όμως ευκρινής λόγος που δεν εκπίπτει σε στείρο ανούσιο βερμπαλισμό (ουδεμία σχέση με τη μετέπειτα αμετροέπεια της French Theory που τραυμάτισε τη λογοτεχνική κριτική με την αδολεσχία της), η ειλικρινής προσπάθεια του διανοούμενου να προβάλλει το έργο κι όχι το Εγώ του (πάλι σε αντίθεση με τη γαλλική σχολή), καθιστούν το έργο αυτό μοναδικό.
Ταπεινότητα και μετριοφροσύνη
Παραμένει συγκινητικό το γεγονός ότι προς το τέλος του βιβλίου ο Έριχ Άουερμπαχ απολογείται για τις όποιες ελλείψεις και ασυνέπειες του έργου του, οφειλόμενες κατά κύριο λόγο στην αδυναμία πρόσβασης στη βιβλιογραφία, αλλά και τη δική του αδυναμία να διαβάσει όσα έργα θα χρειαζόταν στο πρωτότυπο. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ένα τέτοιο παράδειγμα εἶναι καὶ ἡ παρούσα μελέτη. Ποτέ δὲν θὰ μποροῦσα νὰ γράψω κάτι ποὺ θὰ ἔμοιαζε μὲ ἱστορία τοῦ εὐρωπαϊκοῦ ρεαλισμοῦ. Θὰ πνιγόμουν μέσα στὸ ὑλικό, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμπλακῶ σὲ συζητήσεις χωρὶς διέξοδο γιὰ τὴν ὁροθέτηση τῶν διαφόρων περιόδων, γιὰ τὴν κατάταξη τῶν ἐπιμέρους συγγραφέων καὶ προπάντων γιὰ τὸν ὁρισμὸ τῆς ἔννοιας τοῦ ρεαλισμοῦ. Ἐπιπλέον θὰ ἤμουν ἀναγκασμένος γιὰ λόγους πληρότητας νὰ ἀσχοληθῶ μὲ φαινόμενα ποὺ μόνο φευγαλέα γνωρίζω καὶ νὰ καταφεύγω, ἀνάλογα μὲ τὴν περίπτωση, σὲ πρόχειρες ἀναγνώσεις γιὰ νὰ καλύπτω τὰ κενὰ μὲ ἐπιφανειακή μόρφωση, κάτι ποὺ κατὰ τὴ γνώμη μου εἶναι ἕνας ἐπισφαλὴς τρόπος ἀπόκτησης καὶ ἀξιοποίησης γνώσεων». Ο παραδοσιακός αναγνώστης, εκείνος που πιστεύει αταλάντευτα στην ύπαρξη κριτηρίων που αποκτώνται σταδιακά μέσα από εντατική και πειθαρχημένη μελέτη, ο οποίος κρίνει και συγκρίνεται αποκλειστικά και μόνο με εκείνους που στέκουν πάντα πολύ ψηλότερα πανέτοιμος να διδαχθεί κάθε στιγμή, θα χαμογελάσει με την ταπεινότητα και τη μετριοφροσύνη του Άουερμπαχ.
Ο συγγραφέας κλείνει τον Επίλογο του βιβλίου ως εξής: «Μὲ αὐτὲς τὶς παρατηρήσεις ὁλοκλήρωσα ὅσα πίστευα ὅτι ὀφείλω ἀκόμη στὸν ἀναγνώστη. Αὐτὸ ποὺ ἀπομένει τώρα εἶναι μόνο νὰ τὸν βρῶ. Μακάρι ἡ μελέτη μου νὰ φτάσει στοὺς ἀναγνῶστες της, τόσο στοὺς παλαιότερους φίλους μου ποὺ ἐπέζησαν ὅσο καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους γιὰ τοὺς ὁποίους προορίζεται, καὶ νὰ συμβάλει ὥστε νὰ σμίξουν πάλι ἐκεῖνοι ποὺ διατήρησαν ἀνέπαφη τὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴ δυτικὴ ἱστορία μας». Οι ειδήσεις της γενοκτονίας είχαν ήδη αρχίσει να καταφτάνουν κι ο Άουερμπαχ απευθύνεται σε εκείνους που «επέζησαν», ενώ ταυτόχρονα προσκαλεί τον συγκαιρινό και τον μελλοντικό αναγνώστη. Δεν ξέρω ειλικρινά στην εποχή μας, την εποχή της ασημαντότητας, όπου όλα κινούνται με τρομερή ταχύτητα παραχωρώντας τη θέση τους στην επόμενη μόδα, καθιστώντας όσα προηγήθηκαν ένα μουσειακό έκθεμα και ανθρώπους σαν τον Άουερμπαχ νεκρές αυθεντίες, ποιοι θα είναι οι αναγνώστες του. Εκείνοι όμως που νιώθουν την ανάγκη να «σμίξουν», γιατί «διατήρησαν ανέπαφη την αγάπη τους για τη δυτική ιστορία μας» θα δώσουν για μία ακόμα φορά το «παρών».
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Κάθε κεφάλαιο πραγματεύεται μιὰ ἐποχή, ποὺ ἡ διάρκειά της εἶναι μερικές φορές σχετικά μικρή, μισός αἰώνας, ἄλλοτε ὅμως πολὺ μεγαλύτερη. Ανάμεσά τους ὑπάρχουν πολλές φορές κενά, δηλαδὴ ἐποχές τις ὁποῖες δὲν πραγματεύομαι, ὅπως εἶναι ἡ ἀρχαιότητα, ποὺ μοῦ χρησιμεύει μόνον ὡς εἰσαγωγή, ἢ ὁ πρώιμος Μεσαίωνας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν σώζονται πολλά κείμενα. Θὰ μποροῦσαν νὰ παρεμβληθοῦν καὶ ἀργότερα μερικά κεφάλαια, πάνω σὲ ἀγγλικά, γερμανικά, ἰσπανικά κείμενα. Τὸν ἰσπανικό «χρυσό αἰώνα», τὸν Siglo de Oro, θὰ προτιμοῦσα νὰ τὸν ἐξετάσω ἐκτενέστερα. Ἐπίσης θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω ἕνα ἰδιαίτερο κεφάλαιο γιὰ τὸν γερμανικό ρεαλισμό τοῦ 17ου αἰώνα. Οἱ δυσκολίες ὅμως ἦταν πολὺ μεγάλες, ἀφοῦ μάλιστα εἶχα νὰ κάνω μὲ κείμενα ἀπὸ τρεῖς χιλιετίες καὶ συχνὰ ἤμουν ἀναγκασμένος νὰ ἐγκαταλείψω τὸ ἰδιαίτερο πεδίο μου, τὴ λογοτεχνία τῶν ρομανικῶν γλωσσῶν. Πρέπει ἀκόμη νὰ σημειώσω ὅτι ἡ μελέτη γράφτηκε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει καμιὰ βιβλιοθήκη ἐπαρκῶς ἐξοπλισμένη γιὰ εὐρωπαϊκές μελέτες. Οἱ διεθνεῖς ἐπικοινωνίες ἦταν συχνά κομμένες. Ἔτσι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶ ἀπὸ ὅλα σχεδὸν τὰ εἰδικὰ περιοδικὰ καὶ τὶς περισσότερες νεότερες μελέτες, συχνὰ μάλιστα καὶ ἀπὸ ἀξιόπιστες κριτικές ἐκδόσεις τῶν κειμένων ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσω. Εἶναι λοιπόν δυνατὸν καὶ μάλιστα πιθανὸ νὰ μοῦ ξέφυγαν μερικά πράγματα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ λάβω ὑπόψη, καθὼς ἐπίσης ἐνδέχεται νὰ ἰσχυρίζομαι σὲ μερικά σημεῖα κάτι ποὺ ἔχει ἀναιρεθεῖ ἢ τροποποιηθεῖ ἀπὸ πρόσφατες ἔρευνες. Ἐλπίζω ὅτι ἀνάμεσα σὲ αὐτὲς τὶς πιθανὲς πλάνες δὲν θὰ ὑπάρχει καμιὰ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ θίγει τὸν πυρήνα τῶν συλλογισμῶν μου. Μὲ τὴν ἔλλειψη εἰδικῆς βιβλιογραφίας καὶ περιοδικῶν συνδέεται καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ βιβλίο δὲν περιέχει σημειώσεις. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ κείμενα ὑπάρχουν λίγα μόνο παραθέματα καὶ ἀναφορές, καὶ αὐτὰ τὰ λίγα ἦταν εὔκολο νὰ τὰ ἐντάξω στὸ ἴδιο τὸ κείμενό μου. Θὰ μποροῦσα ἴσως νὰ πῶ ὅτι τὸ βιβλίο μου ὀφείλει τὴ συγγραφή του στὴν ἔλλειψη μιᾶς μεγάλης εἰδικῆς βιβλιοθήκης. Αν εἶχα ἐπιχειρήσει νὰ ἐνημερωθῶ γιὰ ὅσα ἔχουν γραφτεῖ πάνω σὲ τόσο πολλὰ ἀντικείμενα, μᾶλλον δὲν θὰ ἔβρισκα πιὰ καιρὸ νὰ καταπιαστῶ μὲ τὸ γράψιμο.
»Μὲ αὐτὲς τὶς παρατηρήσεις ὁλοκλήρωσα ὅσα πίστευα ὅτι ὀφείλω ἀκόμη στὸν ἀναγνώστη. Αὐτὸ ποὺ ἀπομένει τώρα εἶναι μόνο νὰ τὸν βρῶ. Μακάρι ἡ μελέτη μου νὰ φτάσει στοὺς ἀναγνῶστες της, τόσο στοὺς παλαιότερους φίλους μου ποὺ ἐπέζησαν ὅσο καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους γιὰ τοὺς ὁποίους προορίζεται, καὶ νὰ συμβάλει ὥστε νὰ σμίξουν πάλι ἐκεῖνοι ποὺ διατήρησαν ἀνέπαφη τὴν ἀγάπη τους γιὰ τὴ δυτική ἱστορία μας».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Έριχ Άουερμπαχ (1892-1957) ήταν καθηγητής ρομαντικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μαρβούργου από το 1929 μέχρι το 1935. Κυνηγημένος από το ναζιστικό καθεστώς βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου από το 1950 ως το θάνατό του δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Συνέγραψε πολλά έργα με ποικίλα θέματα από την αρχαία, τη μεσαιωνική και τη σύγχρονη λογοτεχνία. Η Μίμησις θεωρείται το αριστούργημά του.























