
Πώς διάφορα είδη γλωσσών συνυπάρχουν στην πεζογραφία της Κωνσταντίας Σωτηρίου και πώς αναπτύσσεται η κειμενική φωνή της. Κάποιες σκέψεις. Τα βιβλία της βραβευμένης συγγραφέα από την Κύπρο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη. Εικόνα: Γυναίκα αγγειοπλάστης από το χωριό Κόρνος, της επαρχίας Λάρνακας. ©Φωτογραφικό αρχείο ΓΤΠ
Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος
Η λογοτεχνία είναι πρωτίστως γλωσσική κατασκευή. Η γλώσσα της προκύπτει από επεξεργασία και οργάνωση, ώστε μέσα από τον ρυθμό, τη σύνταξη, τις επαναλήψεις, τις σιωπές και την επιλογή των λέξεων να αποκτά τη δική της αναγνωρίσιμη υφή. Από αυτή την επεξεργασία αναδύεται εκείνο που μπορούμε να ονομάσουμε κειμενική ή συγγραφική φωνή: μια ιδιαίτερη τονικότητα που διαπερνά το έργο και επιτρέπει στον αναγνώστη να αναγνωρίζει, πίσω από διαφορετικούς χαρακτήρες και διαφορετικές αφηγήσεις, μια σταθερή λογοτεχνική ιδιοπροσωπία. Η φωνή αυτή διακρίνεται από τη βιογραφική παρουσία του συγγραφέα και από τη φωνή ενός συγκεκριμένου αφηγητή ή ήρωα.
Η διάκριση αυτή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στην περίπτωση της Κωνσταντίας Σωτηρίου. Η επίμονη παρουσία της κυπριακής διαλέκτου στα βιβλία της έχει εύλογα συνδεθεί με τη συγγραφική της φυσιογνωμία. Η κειμενική της φωνή, όμως, συγκροτείται από ένα ευρύτερο σύνολο υλικών και τεχνικών. Η κυπριακή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της πεζογραφίας της και συνυπάρχει με την προφορικότητα, τον ρυθμό, την τελετουργική επανάληψη, τη θραυσματική ή παρατακτική οργάνωση του λόγου, την είσοδο της λαϊκής μνήμης στην αφήγηση, τη διαρκή ώσμωση της ιδιωτικής εμπειρίας με τη μεγάλη Ιστορία και, κυρίως, με την παρουσία διαφορετικών κοινωνικών γλωσσών μέσα στο ίδιο κείμενο.
Η πορεία της Σωτηρίου από τα τρία πρώτα βιβλία της έως την Κεφαλή του Τσάτσγουερθ μπορεί να διαβαστεί ως σταδιακή εμβάθυνση αυτής της ετερογλωσσικής αρχής. Ήδη στην Αϊσέ πάει διακοπές η γλωσσική επιλογή αποκτά ιδιαίτερη αφηγηματική λειτουργία.
Από αυτή την άποψη, η θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο πλαίσιο ανάγνωσης. Η έννοια της ετερογλωσσίας περιγράφει τη συνύπαρξη διαφορετικών κοινωνικών και ιδεολογικών γλωσσών, καθεμιά από τις οποίες φέρει έναν τρόπο να βλέπει, να ταξινομεί και να αξιολογεί τον κόσμο. Η επίσημη γλώσσα του κράτους, η γλώσσα της θρησκείας, του εθνικισμού, της οικογένειας, της εργασίας, του χωριού, της επιστήμης, της λαϊκής δοξασίας και της δημοσιογραφίας αποτελούν διαφορετικές κοινωνικές συνειδήσεις. Το μυθιστόρημα γίνεται έτσι ο τόπος στον οποίο αυτές οι γλώσσες συναντιούνται, διασταυρώνονται, μετασχηματίζονται και φωτίζουν η μία την άλλη.
Τα πρώτα βήματα
Η πορεία της Σωτηρίου από τα τρία πρώτα βιβλία της έως την Κεφαλή του Τσάτσγουερθ μπορεί να διαβαστεί ως σταδιακή εμβάθυνση αυτής της ετερογλωσσικής αρχής. Ήδη στην Αϊσέ πάει διακοπές η γλωσσική επιλογή αποκτά ιδιαίτερη αφηγηματική λειτουργία. Η ίδια η συγγραφέας έχει εξηγήσει ότι στο βιβλίο υπάρχουν δύο φωνές: η γυναίκα αφηγείται σε δευτεροπρόσωπη αφήγηση στην κοινή ελληνική και ο τόπος αποκτά τη δική του φωνή στην κυπριακή διάλεκτο. Η διάλεκτος συνδέεται έτσι με μια διαφορετική περιοχή της μνήμης και της εμπειρίας. Όταν παρεμβαίνουν οι γυναικείες φωνές, τα νανουρίσματα, το μοιρολόι και ο προφορικός λόγος της κοινότητας, το κείμενο αλλάζει ακουστικό πεδίο: τραυλίζει, επαναλαμβάνει, ανακυκλώνει φράσεις, τραγουδιέται και θρηνεί. Ήδη στο πρώτο βιβλίο η κυπριακή λειτουργεί ως τρόπος γνώσης του τραύματος, ως γλώσσα που φέρει μαζί της τον τόπο, τη μνήμη και μια γυναικεία γενεαλογία προφορικού λόγου.
Η ίδια η Σωτηρίου έχει αναφερθεί σε μέρη της Αϊσέ που αφορούσαν τον τόπο και το τραύμα και τα οποία δοκιμάστηκαν αρχικά στην κοινή ελληνική, πριν βρουν τελικά τη μορφή τους στην κυπριακή. Παράλληλα επιμένει ότι η προφορικότητα της γραφής της είναι αισθητή και όταν χρησιμοποιεί την κοινή. Η παρατήρηση αυτή δείχνει ότι η βαθύτερη υφολογική σταθερά βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η φωνή.
Στις Φωνές από χώμα η σχέση των γλωσσών γίνεται ακόμη πιο σύνθετη. Το έργο οικοδομείται πάνω στην εναλλαγή γυναικείων φωνών: η Τουρκοκύπρια Τζεμαλιγιέ εκφράζεται στην κοινή ελληνική και οι δώδεκα Ελληνοκύπριες γυναίκες που την πλαισιώνουν μιλούν στην κυπριακή διάλεκτο. Η επιλογή αυτή αναδεικνύει με σαφήνεια τον κατασκευασμένο χαρακτήρα της λογοτεχνικής γλώσσας. Η κοινή ελληνική της Τζεμαλιγιέ αποτελεί λογοτεχνική σύμβαση και αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο εσωτερικό της σύνθεσης: η εθνικά και κοινωνικά «άλλη» γυναίκα χρησιμοποιεί την επίσημη γλώσσα που ο Ελληνοκύπριος αναγνώστης συνδέει με το εθνικό κέντρο, και οι Ελληνοκύπριες μιλούν τη μητρική, καθημερινή διάλεκτο του νησιού.
Η γλώσσα εδώ γίνεται θέση μέσα στην Ιστορία. Κάθε φωνή φέρει μαζί της μια κοινωνική τοποθέτηση, έναν ιδεολογικό ορίζοντα και μια ιδιαίτερη σχέση με τα γεγονότα. Η Ιστορία διαθλάται μέσα από γυναίκες που βίωσαν τις συνέπειές της στο σώμα, στο σπίτι, στη σχέση με τους άντρες και τα παιδιά τους. Το ενδιαφέρον της Σωτηρίου για την ιστορία «από τα κάτω», για τις μικρές απώλειες που μένουν έξω από τις κυρίαρχες αφηγήσεις, είναι ήδη σαφώς διατυπωμένο και από την ίδια: επιδιώκει να δίνει χώρο σε όσους δεν διαθέτουν βήμα στην εθνική και πατριαρχική αφήγηση.
Μέσα στη φωνή της Τζεμαλιγιέ μπορούν να εισχωρούν και άλλες φωνές. Η εναλλαγή του γυναικείου λόγου με την εθνικιστική κατήχηση, η συνύπαρξη της συνταγής με τη γλώσσα των όπλων και της «μητέρας πατρίδας», δημιουργούν έναν λόγο που κουβαλά περισσότερα από ένα ιδεολογικά φορτία. Βρισκόμαστε εδώ κοντά σε εκείνο που ο Μπαχτίν ονομάζει διπλόφωνο λόγο: μια πρόταση μεταφέρει μαζί με τη φωνή που την προφέρει και το ίχνος μιας άλλης κοινωνικής φωνής που έχει εισχωρήσει μέσα της.
Δίνοντας τον ρυθμό
Στην Πικρία χώρα η ετερογλωσσία διευρύνεται και αγκαλιάζει διαφορετικά είδη λόγου. Η ίδια η συγγραφέας χαρακτηρίζει το έργο πολυφωνική νουβέλα, στην οποία η κυπριακή διάλεκτος έχει σημαντικό ρόλο, δίπλα σε διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές, ιστορίες, μύθους, δοξασίες και αρχαία έθιμα θανάτου. Η μαρτυρία, το μοιρολόι, ο θρύλος, η τελετουργία και η καθημερινή γυναικεία κουβέντα συνυπάρχουν και δημιουργούν μια μορφή πεζού λόγου με έντονη ποιητική λειτουργία: ελλειπτικές φράσεις, επιστροφές μοτίβων, ηχητικές επαναλήψεις και ένας σχεδόν ψαλμωδικός ρυθμός οργανώνουν τη μνήμη μέσα από τον ήχο και τη ρυθμική επανάληψη.
Εδώ διακρίνεται πιο καθαρά ένα από τα σταθερά συστατικά της κειμενικής φωνής της Σωτηρίου: ο ρυθμός. Οι λέξεις, η διάταξή τους, οι επανεμφανίσεις των ίδιων μοτίβων και οι θεματικές αντιστίξεις δημιουργούν μια αίσθηση πνοής, και αυτή η πνοή δίνει υπόσταση στη φωνή του κειμένου. Η προφορικότητα βρίσκεται έτσι και στον τρόπο που η πρόταση αναπνέει, επανέρχεται, διστάζει, επιμένει ή συσσωρεύει.
Το Brandy Sour αποτελεί έναν σημαντικό ενδιάμεσο σταθμό. Η πολυφωνική του σύνθεση, οργανωμένη γύρω από το Λήδρα Πάλας και τις ζωές που διασταυρώθηκαν στους χώρους του, συνεχίζει την ιστορία «από τα κάτω» και διευρύνει την πολλαπλότητα των αφηγηματικών προσώπων. Η συγγραφική φωνή γίνεται πλέον αναγνωρίσιμη και σε κείμενα στα οποία η διαλεκτική σήμανση έχει περιοριστεί. Η εξέλιξη αυτή προετοιμάζει την επόμενη μετατόπιση.
Η Κεφαλή του Τσάτσγουερθ
Στην Κεφαλή του Τσάτσγουερθ η πορεία αυτή φτάνει στην πιο σύνθετη μέχρι σήμερα μορφή της. Η κυπριακή διάλεκτος παραμένει πανταχού παρούσα και έχει ποτίσει μια κατασκευασμένη προφορική ελληνική, μέσα στην οποία συμπλέκονται λεξιλογικά, μορφοσυντακτικά και κυρίως ρυθμικά χαρακτηριστικά της κυπριακής με την κοινή. Ο λόγος της ηλικιωμένης αφηγήτριας κινείται με επαναλήψεις, προσθετικές ακολουθίες, αυτοδιορθώσεις, διαρκή «και», επιστροφές στην ίδια φράση και παρεκβάσεις που μιμούνται τον τρόπο με τον οποίο η μνήμη ανασύρει και οργανώνει την εμπειρία. Στην αρχή κιόλας του βιβλίου το επαναλαμβανόμενο «κοίτα τον» περιγράφει έναν δύτη στην Κόκκινη Λίμνη και συγχρόνως εγκαθιστά μια φωνή που απαιτεί ακροατή, δείχνει, θυμάται, φοβάται και συνδέει το παρόν με όσα έχουν προηγηθεί.
Μέσα σε αυτή τη μία αφηγηματική φωνή κατοικούν πολλές διαφορετικές κοινωνικές γλώσσες. Ακούγεται ο βιβλικός λόγος, ο κυπριακός θρύλος, το δημοτικό τραγούδι, η γλώσσα του μεταλλείου, το λεξιλόγιο της Εταιρείας, οι συνδικαλιστικοί όροι, η πολιτική γλώσσα της ΕΟΚΑ, ο ιατρικός λόγος, η εκκλησιαστική παράδοση, οι ειδήσεις, η αστυνομική εκδοχή για τις εξαφανισμένες γυναίκες, η γλώσσα της μετανάστευσης και η ακατανόητη για την αφηγήτρια γλώσσα της Λάνι.
Χαρακτηριστικό είναι ήδη το κοσμογονικό άνοιγμα. Η βιβλική Γένεση μετασχηματίζεται σε μια ιδιότυπη γεωλογική Γένεση της Κύπρου: η λάβα γεννά τον χαλκό, τον σίδηρο, το ασήμι και τον χρυσό, σχηματίζει το Τρόοδος, τον Πενταδάκτυλο και τη Μεσαορία, και μέσα στη βιβλική σύνταξη εισέρχεται η φυσική και ιστορική ύλη του νησιού. Δύο διαφορετικοί τρόποι αφήγησης της αρχής του κόσμου, ο ιερός και ο γεωλογικός, συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο εκφώνημα. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική μπαχτινική υβριδική κατασκευή.
Το ίδιο συμβαίνει με την ίδια την κεφαλή του Τσάτσγουερθ. Ο αρχαιολογικός λόγος, ο λαϊκός μύθος του Δράκου του Νερού, η πίστη στον Θεό ή στον Απόλλωνα και η αποικιακή αρπαγή του αντικειμένου συγχωνεύονται στη λαϊκή αφήγηση, η οποία μετατρέπει την αποικιακή ιστορία σε προφορικό θρύλο: η κεφαλή περνά από τον Δράκο και τον Θεό στον Άγγλο δούκα και στο μουσείο, και τα τμήματα του αγάλματος που διασώζουν οι χωρικοί μετατρέπονται σε κατσαρόλες, τηγάνια και καθημερινά σκεύη. Η «μεγάλη» Ιστορία ξαναμπαίνει στην κουζίνα και στην αυλή. Το μουσειακό αντικείμενο επιστρέφει στη χρήση, η αρχαιολογία στη λαϊκή μνήμη, η αποικιακή λεηλασία στο οικογενειακό αφήγημα.
Η γλώσσα του συνδικαλισμού μεταφράζεται στη βιωμένη γνώση μιας γυναίκας που προσπαθεί να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά για τον άντρα της, τον μισθό, τη σκόνη και το σώμα του. Ένας δημόσιος, θεσμικός λόγος γίνεται ιδιωτικός.
Εξίσου χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο η γλώσσα της εργασίας εισέρχεται στη συνείδηση της αφηγήτριας. Λέξεις όπως «πληρωμένη άδεια ασθενείας», «καλύτερες συνθήκες εργασίας» ή «απεργοσπάστες» εμφανίζονται ως «καινούριες λέξεις» που οι άνθρωποι του χωριού μαθαίνουν μέσα από την εμπειρία των μεταλλείων. Η γλώσσα του συνδικαλισμού μεταφράζεται στη βιωμένη γνώση μιας γυναίκας που προσπαθεί να καταλάβει τι σήμαιναν όλα αυτά για τον άντρα της, τον μισθό, τη σκόνη και το σώμα του. Ένας δημόσιος, θεσμικός λόγος γίνεται ιδιωτικός. Η ιστορική ορολογία περνά μέσα από το φίλτρο της μνήμης.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και η σχέση της αφηγήτριας με τη Λάνι. Η ηλικιωμένη γυναίκα διαθέτει ένα ολόκληρο κοινωνικό λεξιλόγιο για να μιλήσει για τις μετανάστριες: «ξένες», «μαυρού», υποψίες γύρω από τη σεξουαλική ζωή τους, στερεότυπα για το φαγητό, τη θρησκεία και τις συνήθειές τους. Η Λάνι αποκτά τη δική της φωνή και απαντά «με ό,τι ελληνικά και αγγλικά ήξερε», κατηγορώντας τους Κυπρίους για όσα λένε για τις δολοφονημένες γυναίκες. Στη συνέχεια αποσύρεται στο δωμάτιό της και μιλά στα φιλιππινέζικα, σε μια γλώσσα που η αφηγήτρια αδυνατεί να καταλάβει και να ελέγξει.
Η σκηνή αυτή είναι καίρια για μια μπαχτινική ανάγνωση. Ο Άλλος αποκτά δικό του λόγο, και μάλιστα έναν λόγο που παραμένει εν μέρει αμετάφραστος μέσα στο γλωσσικό σύστημα της αφηγήτριας. Η παρουσία μιας άλλης γλώσσας διευρύνει τον ορίζοντα του κειμένου και φανερώνει τα όρια της δικής της κοινωνικής συνείδησης.
Η πολυφωνία
Εδώ χρειάζεται και μια θεωρητική διευκρίνιση σχετικά με τον όρο «πολυφωνία». Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά για τη Σωτηρίου και χρησιμοποιείται και από την ίδια για να δηλώσει την επιθυμία της να παραχωρεί χώρο σε διαφορετικές φωνές. Στην αυστηρή μπαχτινική χρήση του ο όρος αφορά την εξαιρετικά μεγάλη αυτονομία ασυγχώνευτων συνειδήσεων, όπως συμβαίνει κατεξοχήν στον Ντοστογιέφσκι. Για τη Σωτηρίου η έννοια της ετερογλωσσίας αποδίδει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη συνάντηση κοινωνικών γλωσσών, τη διαλογική τους σχέση, τον διπλόφωνο λόγο και την υβριδική κατασκευή. Η μία φωνή ακούγεται μέσα στην άλλη, την αναγκάζει να μετακινηθεί, της προσδίδει νέο τόνο και ανοίγει νέες δυνατότητες νοηματοδότησης.
Η κυπριακή έχει εισχωρήσει στον ρυθμό, στη σύνταξη, στην ακουστική υφή του κειμένου, στον τρόπο με τον οποίο η αφηγήτρια συνδέει τα πράγματα και στον τρόπο με τον οποίο ο ένας λόγος κουβαλά ίχνη άλλων λόγων.
Από αυτή την άποψη μπορούμε να περιγράψουμε και τη συνολική εξέλιξη της γραφής της Σωτηρίου. Στην Αϊσέ πάει διακοπές οι δύο γλώσσες διακρίνονται αρκετά καθαρά και αντιστοιχούν σε διαφορετικές περιοχές της αφήγησης. Στις Φωνές από χώμα οι γλωσσικοί κώδικες κατανέμονται σε διαφορετικές κοινωνικές φωνές και η ίδια η γλώσσα γίνεται θέση μέσα στην Ιστορία. Στην Πικρία χώρα η ετερογλωσσία επεκτείνεται προς τα διαφορετικά είδη λόγου – μοιρολόγι, θρύλο, μαρτυρία, τελετουργία. Στο Brandy Sour η συγγραφική φωνή αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία από την εμφανή διαλεκτική σήμανση. Στην Κεφαλή του Τσάτσγουερθ οι διαφορετικές γλώσσες έχουν πλέον εσωτερικευθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε μπορούν να συναντηθούν μέσα στην ίδια αφηγηματική φωνή, κάποτε και μέσα στην ίδια πρόταση.
Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ εμφανίζει έτσι μια ιδιαίτερα πυκνή μορφή ετερογλωσσίας, ακόμη και σε σημεία όπου η διαλεκτική σήμανση είναι λιγότερο εμφανής από ό,τι στα πρώτα βιβλία. Η κυπριακή έχει εισχωρήσει στον ρυθμό, στη σύνταξη, στην ακουστική υφή του κειμένου, στον τρόπο με τον οποίο η αφηγήτρια συνδέει τα πράγματα και στον τρόπο με τον οποίο ο ένας λόγος κουβαλά ίχνη άλλων λόγων.
Εδώ εντοπίζεται και η ιδιότυπη κειμενική φωνή της Κωνσταντίας Σωτηρίου. Η κυπριακή διάλεκτος αποτελεί ένα από τα βασικά υλικά που τη συγκροτούν. Δίπλα της λειτουργούν ο ρυθμός, η προφορικότητα, η επανάληψη, η τελετουργική σύνταξη, η λαϊκή μνήμη και η διαρκής συνύπαρξη κοινωνικών γλωσσών και ειδών λόγου. Το μοιρολόι, η προσευχή, το δελτίο ειδήσεων, η συνταγή, η πολιτική προπαγάνδα, η γλώσσα της μάνας, ο λόγος του γιατρού, ο θρύλος και η ιστοριογραφία οργανώνονται σε ένα ενιαίο ακουστικό και αφηγηματικό πεδίο. Μέσα από αυτή την πολλαπλότητα η Ιστορία κατεβαίνει από το ύψος των επίσημων αφηγήσεων και ξαναβρίσκει τα σώματα, τις κουζίνες, τα μεταλλεία, τις αυλές και τις φωνές των ανθρώπων που την έζησαν.
Η βασική ιδιοτυπία της Σωτηρίου βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή την ικανότητα: γράφει με μία αναγνωρίσιμη κειμενική φωνή μέσα στην οποία εξακολουθούν ν’ ακούγονται πολλές άλλες.
* Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Κωνσταντία Σωτηρίου γεννήθηκε στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τµήµατος Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστηµίου Κύπρου και κάτοχος µεταπτυχιακού στην ιστορία της Μέσης Ανατολής από το Πανεπιστήµιο του Μάντσεστερ. Εργάζεται στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δηµοκρατίας.

Το µυθιστόρηµά της Η Αϊσέ πάει διακοπές (εκδ. Πατάκη, 2015) βραβεύτηκε µε το Athens Prize for Literature και ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Κύπρου και Ελλάδας· οι Φωνές από χώµα (εκδ. Πατάκη, 2017) ήταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Κύπρου και Ελλάδας. Η νουβέλα της Πικρία χώρα (εκδ. Πατάκη, 2019) ήταν στη βραχεία λίστα του περιοδικού Ο Αναγνώστης, στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Ελλάδας, βραβεύτηκε µε το Κρατικό Βραβείο Κύπρου στην κατηγορία Διήγηµα/Νουβέλα και ήταν υποψήφια για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας 2021. Το Brandy Sour (εκδ. Πατάκη, 2022) βραβεύτηκε µε το Κρατικό Βραβείο Κύπρου στην κατηγορία Μυθιστόρηµα, ενώ κυκλοφόρησε στα αγγλικά (Foundry Editions, Ιούνιος 2023) και είναι υπό έκδοση στα γαλλικά (Editions Heloise d’Ormesson). Το πιο πρόσφατο έργο της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη είναι το μυθιστόρημα Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ (2025).



























