
Για τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθ.-μτφρ. Γιώργος Θάνος, εκδ. Printa). Εικόνα: Πίνακας του Χόντφριντ Σάλκεν.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Υπάρχουν ιστορίες τρόμου στις οποίες ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το φανταστικό στοιχείο με μέτρο, περιορίζοντάς το στο υπόστρωμα της αφήγησης, και κάποιες άλλες που αυτό εισβάλλει έντονα στην πλοκή, οδηγώντας τους πρωταγωνιστές στα όριά τους. Στα διηγήματα του Σέρινταν Λε Φανού, που διαβάζουμε στη συλλογή Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες (ανθ.-μτφρ. Γιώργος Θάνος, εκδ. Printa), το κακό τριγυρίζει συνεχώς τους πρωταγωνιστές, ώσπου φτάνει η ώρα που φανερώνει το πρόσωπό του.
Ευγενείς που υπηρετούν τον διάβολο -ή τον ενσαρκώνουν-, γριές μάγισσες που μισούν τα παιδιά και ξωτικά που τα κλέβουν, αλχημιστές που αμείβονται με υπερβολική μακροζωία, με υψηλό το κόστος: αυτές είναι ορισμένες από τις φιγούρες που συναντάμε στα διηγήματα του Ιρλανδού Λε Φανού (1814-1873), με πατέρα κληρικό, και μητέρα καθώς και γιαγιά αλλά και θείο συγγραφείς. Μελετώντας τις ρίζες του, ο αναγνώστης προϊδεάζεται για κάποια από τα στοιχεία που θα συναντήσει διαβάζοντας: ένα από αυτά, ιδίως στην ιστορία που χαρίζει το όνομά της στη συλλογή, είναι η χριστιανική πίστη και οι ενοχές όσων απομακρύνονται από αυτή.
Ο ήρωας της ιστορίας «Ο μυστηριώδης ένοικος» ξεκινά δηλώνοντας απροκάλυπτα άπιστος – μάλιστα, ενοχλείται τόσο από τη θρησκεία, που προτιμά να μην νοικιάσει το πάνω δωμάτιο του σπιτιού του σε έναν ιερέα, αλλά σε έναν μυστικοπαθή, αυθάδη ξένο που, ομοίως, αμφισβητεί τον θεό. Σύντομα, όμως, η παρουσία αυτού του άντρα -που κρύβει το πρόσωπό του και φαίνεται να συνομιλεί με μια απαίσια γάτα- επιφέρει πολλά δεινά, οδηγώντας στο τέλος της οικογενειακής ευημερίας. Το ασφυκτικό σκηνικό της ιστορίας, το κλειστό σπίτι, με τον νοικάρη να βρίσκεται στον επάνω όροφο, μπορεί να εμπνεύσει μια ψυχαναλυτικά ανάγνωση, καθώς όσα βρίσκονται και συμβαίνουν από πάνω καθορίζουν τις ζωές από κάτω.
Τρομακτική ατμόσφαιρα, αναξιόπιστες αφηγήσεις
Στα δυνατά στοιχεία της συλλογής συγκαταλέγεται η ικανότητα του συγγραφέα να υφαίνει προσεκτικά την ατμόσφαιρα των ιστοριών του, όπως επισημαίνει και ο καλός μεταφραστής και ανθολόγος Γιώργος Θάνος στο επίμετρό του. Η πλοκή προχωράει με αργά βήματα και ο κάθε ήρωας φωτίζει τμηματικά το σκοτάδι. Το κακό πολύ συχνά βρίσκεται μπροστά στον κάθε χαρακτήρα (και κατά συνέπεια, μπροστά μας), αλλά αρχικά εκείνος αδυνατεί να το αντιληφθεί και στη συνέχεια, να εξηγήσει τη φύση του. Είναι αλήθεια πως σε αρκετές ιστορίες, η ταυτότητα των σκοτεινών ηρώων δεν αποκαλύπτεται αναλυτικά. Αυτή η μόνιμη αμφισημία, την οποία υποδεικνύει και ο Γιώργος Θάνος, σαν να αποτελεί τεκμήριο της αδυναμίας του ανθρώπου να κατανοήσει το παραφυσικό – ακόμα και ο αλχημιστής Μπορρομέο, που συνάπτει συμφωνία με τον διάβολο, δεν καταλαβαίνει σε τι έχει συναινέσει μέχρι να είναι πολύ αργά.
Σε ορισμένα σημεία δεν γίνεται να μην πιάσουμε μια δόση χιούμορ: «Κοντολογίς, ήταν όσο ερωτευμένος μπορούσε να είναι ένας Ολλανδός», ενώ κάποια άλλα φαντάζουν αστεία στον σύγχρονο αναγνώστη, όπως εκείνο όπου μιλάει ένας υπηρέτης του διαβόλου, προτρέποντας τον ήρωα: «Αφήστε τη Βίβλο (…) και, για όνομα της Λογικής, μελετήστε το Κοράνι ή κάποιο λιγότερο ασκητικό βιβλίο».
Αυτό που ονομάσαμε «παραφυσικό», όμως, υπάρχει εντέλει στις ιστορίες του Λε Φανού; Ή μήπως είναι το δημιούργημα αναξιόπιστων αφηγήσεων; Μιας και αναφέραμε τον Μπορρομέο, στο διήγημα που εμφανίζεται, ο αναγνώστης διαβάζει: «Θα σας διηγηθώ μία [ιστορία], που δεν έχει νομίζω ποτέ δημοσιευτεί. Εγώ τη βρήκα μονάχα σε χειρόγραφο, δεμένο σε περγαμηνή, πλάι σ' ένα ψαλτήρι και μισή ντουζίνα βίους αγίων» – ας σταθούμε στην ένδειξη για την πιθανή πλαστότητα της ιστορίας, αλλά και στο πού τοποθετεί ο συγγραφέας υπαινικτικά την περγαμηνή, δείγμα πεζογραφικής δεινότητας. Στην πρώτη ιστορία δε, που παρουσιάζει τη συνάντηση του υπαρκτού ζωγράφου Χόντφριντ Σάλκεν με τους υπηρέτες του διαβόλου -ανοίγοντας μια διακαλλιτεχνική συνομιλία μεταξύ λογοτεχνίας και ζωγραφικής-, μαθαίνουμε τα γεγονότα χρόνια αργότερα, από «δεύτερο» στόμα.
Το ύφος
Υπάρχουν σημεία που η αφήγηση είναι πιο επίπεδη, υπάρχουν άλλα που ο συγγραφέας λάμπει πεζογραφικά. Ιδίως αυτά που συναντάμε το παραφυσικό κατά πρόσωπο: «τέτοιο συνδυασμό φρίκης δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί κανείς, παρά μόνο αν υποθέσουμε πως το κουφάρι κάποιου ειδεχθούς κακούργου, που αφέθηκε να μαυρίζει κρεμασμένο στο ικρίωμα, κατέληξε τελικά κατοικία κάποιου δαίμονα». Αλλά και αλλού: «Ο κληρικός έφτασε σύντομα (…) πιθανότητα ενέπνεε περισσότερο φόβο σαν αντίπαλος απ’ ό,τι αγάπη σαν χριστιανός».
Σε ορισμένα σημεία δεν γίνεται να μην πιάσουμε μια δόση χιούμορ: «Κοντολογίς, ήταν όσο ερωτευμένος μπορούσε να είναι ένας Ολλανδός», ενώ κάποια άλλα φαντάζουν αστεία στον σύγχρονο αναγνώστη, όπως εκείνο όπου μιλάει ένας υπηρέτης του διαβόλου, προτρέποντας τον ήρωα: «Αφήστε τη Βίβλο (…) και, για όνομα της Λογικής, μελετήστε το Κοράνι ή κάποιο λιγότερο ασκητικό βιβλίο».
Ο συστηματικός αναγνώστης των ιστοριών τρόμου, ούτως ή άλλως, θα απολαύσει την πένα του δημιουργού, αλλά και όσοι ψάχνουν ένα παράθυρο στον κόσμο της φαντασίας.
Ίσως η έντονη προσήλωση του Λε Φανού στο στοιχείο της πίστης να λειτουργεί κάπως μελοδραματικά. Δεν χρειάζεται, όμως, να σταθούμε τόσο εκεί – ούτως ή άλλως, κάθε επαρκής αναγνώστης οφείλει να διαβάζει κριτικά, οπότε θα εντοπίσει τα στοιχεία που δεν άντεξαν τόσο στον χρόνο, όπως, για παράδειγμα, η κάπως οριενταλιστική ματιά εδώ: «Η επιδερμίδα της μαύρη, ο λαιμός της πολύ μακρύς, με κρεμασμένα διάφορα πολύχρωμα χαϊμαλιά, και στο κεφάλι κάτι σαν τουρμπάνι».
Άλλωστε, η μυθοπλασία του Ιρλανδού, ως αποτύπωμα μιας εποχής, έχει ενδιαφέρον – την ιστορία, για παράδειγμα, με τα ξωτικά που απαγάγουν το χωριατόπουλο, θα μπορούσε να τη γράψει και ένας σύγχρονος συγγραφέας, όμως με την απόσταση που μας χωρίζει από τον Λε Φανού, η δική του εκδοχή φαντάζει αμέσως πειστικότερη ως μέρος κάποιου λαϊκού θρύλου.
Ο συστηματικός αναγνώστης των ιστοριών τρόμου, ούτως ή άλλως, θα απολαύσει την πένα του δημιουργού, αλλά και όσοι ψάχνουν ένα παράθυρο στον κόσμο της φαντασίας.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σέρινταν Λε Φανού (1814-1873), αν και καταπιάστηκε στη διάρκεια της ζωής του με διάφορα λογοτεχνικά είδη, συγκαταλέγεται δικαίως ανάμεσα στους θεμελιωτές της σύγχρονης λογοτεχνίας τρόμου. Ο Ιρλανδός συγγραφέας όχι μόνον υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς ιστοριών με φαντάσματα της βικτωριανής εποχής, αλλά μπόλιασε την υπό διαμόρφωση λογοτεχνία τρόμου με χαρακτηριστικά όπως η αμφισημία και η εστίαση στην ψυχολογική διάσταση, μετατοπίζοντας ταυτόχρονα τη γεωγραφία της γοτθικής λογοτεχνίας και κατορθώνοντας να φέρει τον υπερφυσικό τρόμο ένα βήμα πιο κοντά στο παρόν.

Εμπνεόμενος από τη μαγευτική όσο και απειλητική ιρλανδική ύπαιθρο, εξετάζοντας το βάρος της θρησκευτικότητας και τα μυστικά που κρύβουν τα παλιά, παρηκμασμένα αρχοντικά, o Λε Φανού πλάθει ιστορίες στις οποίες παρελαύνουν επιστρέφοντες νεκροί, δαιμονικοί επισκέπτες κι αλλόκοτα ξωτικά. Το έργο του συνεχίζει να ανακαλύπτεται συνεχώς από νέους αναγνώστες, ενώ έχει επηρεάσει σημαντικότατους συγγραφείς όπως ο Μπραμ Στόκερ και ο Χένρι Τζέιμς.























