
«Όσο μεγαλώνω, γίνομαι ολοένα και πιο ευαίσθητος στην συναισθηματική πλευρά των ηρώων μου» μας είπε ο Άκης Παπαντώνης με αφορμή τη συλλογή διηγημάτων του «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» (εκδ. Κίχλη).
Συνέντευξη στην Αγγελική Σπηλιοπούλου
Το νέο βιβλίο του Άκη Παπαντώνη, Στα θερμοκήπια του Αυγούστου (εκδ. Κίχλη), είναι μια συλλογή είκοσι έξι διηγημάτων με πρώτο κοινό σημείο μεταξύ τους το ότι εκτυλίσσονται τον μήνα Αύγουστο. Ιστορίες με θέμα τη μνήμη, τις οριακές καταστάσεις που δοκιμάζουν τους ανθρώπους, τον τρόπο που το αίσθημα ζεστασιάς μπορεί να συνυπάρχει με την πίεση που δεχόμαστε.
Ο συγγραφέας μάς μίλησε για τη συμβολική λειτουργία του τίτλου του, για τους ήρωές του και τις επιρροές του, τον τρόπο που η επιστημονική του ιδιότητα καθορίζει τη γραφή του, κ.ά.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρικός. Γιατί «θερμοκήπια» και γιατί «Αύγουστος»; Τι συμβολίζουν για εσάς αυτές οι δύο λέξεις;
Ο Αύγουστος είναι ο κατεξοχήν μήνας των θερινών διακοπών στην Ελλάδα – από τους εορτασμούς του Δεκαπεντάγουστου ως τα «μπάνια του λαού», ένα σύμβολο ανεμελιάς και αποφόρτισης. Από την άλλη, τα θερμοκήπια είναι κατασκευές που δεν βρίσκουν χρήση το καλοκαίρι, καθώς δεν το απαιτεί το κλίμα. Συνεπώς, η παράδοξη συγκατοίκηση των δύο λέξεων στον τίτλο ήλπιζα, πέραν της αίσθησης αποπνικτικής ζέστης, να καλλιεργεί και την εντύπωση του «εδώ μάλλον συμβαίνει κάτι αντιφατικό, αναπάντεχο».
Το θερμοκήπιο είναι ένας χώρος όπου η φύση τελεί υπό έλεγχο και περιορισμό. Θα μπορούσε να αποτελεί και μια μεταφορά για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε σήμερα τη ζωή μας;
Σαφώς, αλλά την ίδια στιγμή είναι και ένας χώρος που προσφέρει μια (ψευδή, ίσως) αίσθηση ζεστασιάς και προστασίας. Αυτή την αντίστιξη ήθελα να αναδείξω, δηλαδή πως εκεί όπου νιώθουμε θαλπωρή -παραδείγματος χάρη, στις μνήμες των νεανικών μας καλοκαιριών- μπορεί και να τελούμε υπό καθεστώς πίεσης ή περιορισμού.
Οι ήρωες του βιβλίου έρχονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές και τις βεβαιότητές τους. Ποια στοιχεία τους σας ενδιαφέρει να αναδείξετε περισσότερο όταν βρίσκονται σε συνθήκες πίεσης;
Οι φυσικές μας αντοχές είναι υψηλές, η ανθρώπινη ψυχοσύνθεση σαφώς πιο εύθραυστη. Έτσι, είναι προτιμότερο να κλονίζονται οι αντοχές πάρα οι βεβαιότητές μας – και μια από τις πιο κρίσιμες βεβαιότητες είναι αυτή της αγάπης, της αποδοχής, του ανήκειν. Για αυτό θέλω κάθε φορά να μιλήσω.
Αν πάντως τα διηγήματά μου έχουν όντως αποχρώσεις «καρβερικές», αυτό συνέβη ερήμην μου, ως αποτέλεσμα του ότι έχω διαβάσει (και ξαναδιαβάσει) τα βιβλία του Κάρβερ, περισσότερο όλων τα ποιήματά του.
Στη δομή του βιβλίου επιλέξατε να υπάρχει το κυρίως κείμενο της αφήγησης και οι λιγότερο ή περισσότερο εκτενείς υποσημειώσεις, που λειτουργούν ως «σκιά», υπάρχουν μεν αλλά όχι σε πρώτο πλάνο. Πώς καταλήξατε σε αυτή την επιλογή;
Για μένα, τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματα είναι εκείνα που προσποιούνται (τρόπον τινά) πως αφηγούνται μια ιστορία προκειμένου να μιλήσουν για μια άλλη. Σκέφτηκα λοιπόν πως ένας τρόπος να το επιτύχω αυτό είναι η χρήση των υποσημειώσεων: από την εκτενή, για παράδειγμα, αφήγηση κάτω από το εναρκτήριο «Κάτω Δημηνιό» ως την ανισοβαρή κατανομή της αφήγησης ανάμεσα στη μια αράδα του «Ωρωπός (Ι)» και της πληθωρικής υποσημειώσής του. Αν δεν υπήρχαν οι υποσημειώσεις, δεν βλέπω πώς τα διηγήματα αυτά θα μπορούσαν να με είχαν πείσει να τα στείλω στην εκδότριά μου.
Όπως επεσήμανε η Δήμητρα Λουκά στην κριτική της για τη συλλογή διηγημάτων σας, στην γραφή σας εντοπίζεται ένας απόηχος του καρβερικού ύφους. Εσείς πώς το αξιολογείτε;
Μπορώ να πω το εξής: είμαι σε θέση να κάνω επιλογές για το πώς δεν επιθυμώ να γράψω, είτε επειδή ο τάδε τρόπος δεν ταιριάζει στην αφήγηση του βιβλίου που γράφω είτε επειδή γνωρίζω πως δεν μπορώ να γράψω έτσι (π.χ. με τον τρόπο που γράφει ο Μαξ Ζέμπαλντ, τον οποία και θαυμάζω). Οι επιρροές όμως που εντέλει καθορίζουν το πώς καταλήγω να γράφω ίσως να είναι πιο προφανείς στους αναγνώστες παρά στον ίδιο τον συγγραφέα. Αν πάντως τα διηγήματά μου έχουν όντως αποχρώσεις «καρβερικές», αυτό συνέβη ερήμην μου, ως αποτέλεσμα του ότι έχω διαβάσει (και ξαναδιαβάσει) τα βιβλία του Κάρβερ, περισσότερο όλων τα ποιήματά του.
• Διαβάστε επίσης: «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» του Άκη Παπαντώνη (κριτική) – Καρβερικές αντηχήσεις, ποιητική πυκνότητα
Πόσο καθορίζουν τελικά τη ζωή μας οι συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε και πόσο μπορούμε πραγματικά να τις υπερβούμε;
Είτε λογοτεχνικά το προσεγγίσει κανείς είτε επιστημονικά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού. Τα παιδικά και νεανικά μας χρόνια είναι καθοριστικά. Τώρα, για το αν μπορούμε να υπερκεράσουμε τα πρώιμα βιώματά μας, η λογοτεχνία δεν έχει απάντηση, αφού συχνά θέτει την ίδια ερώτηση.
Τόσο ο εξωραϊσμός όσο και η δαιμονοποίηση του παρελθόντος είναι κατασκευές που επιτάσσει το να ζεις (ή να επιβιώνεις) στο τώρα.
Οι αφηγήσεις είναι αναδρομές στο παρελθόν των ηρώων σας. Πόσο αξιόπιστη είναι η μνήμη; Και πόσο συχνά κατασκευάζουμε εκ νέου το παρελθόν προκειμένου να μπορέσουμε να αντέξουμε το παρόν;
Από το πρώτο μου κιόλας βιβλίο, τον Καρυότυπο (εκδ. Κίχλη) του μακρινού πια 2014, είχα μιλήσει για την μνήμη που σχεδόν πάντα λέει ψέματα, αλλά και για τους ανθρώπους που «πάσχουν από μνήμη, από υπερβολική μνήμη». Εν προκειμένω, στις ιστορίες αυτού του τελευταίου μου βιβλίου, την αναδρομή στο παρελθόν την κάνει πρώτος απ’ όλους ο συγγραφέας, γράφοντας για περασμένες δεκαετίες μέσα από το φίλτρο της προσωπικής μνήμης. Οι ήρωες έπονται σε αυτό το ταξίδι, πέφτοντας θύματα της μνήμης τους πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο. Τόσο ο εξωραϊσμός όσο και η δαιμονοποίηση του παρελθόντος είναι κατασκευές που επιτάσσει το να ζεις (ή να επιβιώνεις) στο τώρα.
Πόσο εύκολο είναι να μιλήσει κανείς για την ευαλωτότητα χωρίς να μετατρέψει τους ήρωές του σε θύματα;
Είναι πολύ δύσκολο – για εμένα όμως είναι κι ένα διαρκές ζητούμενο. Η θυματοποίηση, η εύκολη επίκληση στο συναίσθημα, οι αναφορές σε απτά δράματα της καθημερινότητας είναι παγίδες κατά τη γνώμη μου. Την ίδια στιγμή βέβαια, δεν μπορείς να μιλήσεις για την ζωή αγνοώντας πως οι άνθρωποι συχνά γίνονται θύματα, παραδίνονται στο συναίσθημα ή καταβάλλονται από τα δράματα της καθημερινότητας. Είναι μια άσκηση ισορροπίας στην οποία ελπίζω να μην απέτυχα παταγωδώς.
Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η έννοια της ασφάλειας έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Μπορεί, όμως, η ανάγκη για ασφάλεια να οδηγήσει τελικά σε έναν νέο περιορισμό της ελευθερίας μας;
Στο όνομα της (όποιας) ασφάλειας, της ευκολίας ή της ταχύτητας, κάνουμε καθημερινά παραχωρήσεις. Η λογοτεχνία τα έχει εδώ και χρόνια προβλέψει όλα αυτά – οψόμεθα για το τι θα προβλέψει από τούδε και στο εξής. Αγωνιούμε και ανυπομονούμε ταυτοχρόνως.
Παρόλα αυτά, βρίσκω πως, όσο μεγαλώνω, γίνομαι ολοένα και πιο ευαίσθητος στην συναισθηματική πλευρά των ηρώων μου, παρά στα ζητήματα της λογοτεχνικής κατασκευής αυτής καθεαυτήν.
Η επιστημονική σας ιδιότητα αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της συγγραφικής σας ταυτότητας. Με ποιον τρόπο επηρεάζει την οπτική σας απέναντι στους ανθρώπους και στις ιστορίες που επιλέγετε να αφηγηθείτε;
Η επιστημονική μου σκευή συνομιλεί με την ανάγκη μου να γράψω λογοτεχνία. Έχω, για παράδειγμα, μια έξη στη σαφή δομή των βιβλίων μου, στην ανάγκη ενός τίτλου που προοικονομεί το σώμα της αφήγησης, κ.ο.κ. Παρόλα αυτά, βρίσκω πως, όσο μεγαλώνω, γίνομαι ολοένα και πιο ευαίσθητος στην συναισθηματική πλευρά των ηρώων μου, παρά στα ζητήματα της λογοτεχνικής κατασκευής αυτής καθεαυτήν. Δεν πιστεύω βέβαια πως θα αποτινάξω ποτέ την πιο «ψυχρή» επιστημονική μου πλευρά, ούτε θα το ήθελα άλλωστε.
Η νουβέλα σας Η τελευταία αρκούδα του δάσους βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας, το Βραβείο Νουβέλας του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» και το Le Prix Littéraire du Salon du Livre Métropolitain για τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου. Επαναπαύεστε στις δάφνες ή αναμετριέστε με τον εαυτό σας σε κάθε συγγραφικό βήμα σας;
Τα βραβεία, όπως και οι δημοσιεύσεις και οι επιστημονικές διακρίσεις -για να επιστρέψω στην προηγούμενη ερώτησή σας-, όταν έρχονται, σου δίνουν χαρά, αλλά πρόσκαιρη. Σχεδόν αμέσως γίνονται κι αυτά μια υποσημείωση και (οφείλεις να) πας παρακάτω. Θέλω να πιστεύω πως το κάθε βιβλίο που παραδίδω προς έκδοση είναι το καλύτερο που μπορώ να γράψω την δεδομένη στιγμή (όπου με την λέξη «καλύτερο» εννοώ απλώς το βιβλίο που ικανοποιεί τον έσω αναγνώστη μου). Στο κάτω κάτω τα βραβεία πρωτίστως προσελκύουν νέους αναγνώστες και αναγνώστριες – και κανείς δεν γράφει για να μην διαβαστεί.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άκης Παπαντώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι καθηγητής Επιγενετικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν· γράφει και μεταφράζει λογοτεχνία.
Τα βιβλία του, η νουβέλα Καρυότυπος (2014, Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης»), το μυθιστόρημα Ρηχό νερό, σκιές (2019), η ποιητική συλλογή bildungsroman (2021) και η νουβέλα Η τελευταία αρκούδα του δάσους (2023, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας, Βραβείο Νουβέλας του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» και Le Prix Littéraire du Salon du Livre Métropolitain για τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου), κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη.
























