«Έχω την αίσθηση πως ένα μεγάλο μέρος του κοινού της ραπ (…) αποτελείται από νέους που δηλώνουν την πρόθεσή τους να ζήσουν σε έναν κόσμο με αξίες αλληλεγγύης και μεγαλοψυχίας», μας είπε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος με αφορμή το βιβλίο «Η κοινωνιολογία συναντά τη ραπ» (εκδ. Κλειδάριθμος). Στην εικόνα, ο καθηγητής Κοινωνιολογίας με τον ράπερ ΛΕΞ, έναν από τους συνομιλητές του στο βιβλίο.

Συνέντευξη στον Κ.Β. Κατσουλάρη

Ο  καθηγητής Νίκος Παναγιωρόπουλος στη μελέτη του Η κοινωνιολογία συναντά τη ραπ (εκδ. Κλειδάριθμος), σε συνεργασία με τον Ανδρέα Μεταξά, εξετάζει για πρώτη φορά το δημοφιλές μουσικό ρεύμα από τη σκοπιά του κοινωνιολόγου. Δεν πρόκειται, όμως, για ένα σύγγραμα που κοιτά από «ψηλά» το θέμα του: στο βιβλίο περιέχονται συνομιλίες του συγγραφέα με πέντε από τους γνωστότερους ράπερ της Ελλάδας, τον Εθισμό, τον ΛΕΞ, τον Λόγο τιμής, τον Νέγρο του Μοριά και τον Novel 729.

Συνομιλήσαμε με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο για τους τρόπους που η κοινωνιολογία συνδέεται με τη ραπ, τους λόγους που όλο και περισσότεροι νέοι στρέφονται προς αυτό το μουσικό είδος, τη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου του και τη συνεργασία του με τους δημιουργούς της ραπ σκηνής.

Διάλογος ανάμεσα σε έναν κοινωνιολόγο, που διεκδικεί την εγκυρότητα του επιστημονικού λόγου, και καλλιτέχνες ενός μουσικού είδους που κάποιοι θα χαρακτήριζαν υποκουλτούρα. Πώς γεφυρώνεται αυτό το χάσμα;

Κατ’ αρχάς, να σημειώσω πως δεν χρησιμοποιώ την έννοια της υποκουλτούρας, αυτό το εννοιολογικό δάνειο από την αγγλοσαξονική κοινωνική επιστήμη και τις λεγόμενες «πολιτισμικές σπουδές». Πρόκειται για ένα δάνειο όχι μόνο επιστημολογικά αλυσιτελές αλλά και με καταστροφικές και επικίνδυνες επιστημονικές και πολιτικές επιπτώσεις. Μεγάλη συζήτηση...

Μία λέξη μόνο, καθώς έχω τοποθετηθεί σχετικά αναλυτικά στο βιβλίο μου Οι αφανείς. Η χρήση της έννοιας αυτής οδηγεί άλλους να υιοθετούν λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά έναν αθλιοτισμό, δηλαδή μια τάση αναγνώρισης μιας «κουλτούρας των λαϊκών τάξεων» ως έλλειψης, στέρησης ή απλής απουσίας της «νόμιμης» κουλτούρας· και άλλους, μέσω ενός μετά βίας κεκαλυμμένου λαϊκίστικου εορτασμού μιας «υποκουλτούρας» ως αυτόνομης, ανατρεπτικής ή και ισοδύναμης της κυρίαρχης κουλτούρας, να συμβάλουν, κυρίως ερήμην τους, στη νομιμοποίηση ενός είδους «αποκαταστατικής ψευδαίσθησης» που αφήνει το σύστημα των κοινωνικών σχέσεων ανισότητας ανεξέταστο και, άρα, στο απυρόβλητο.

Τώρα, αναφορικά με την ουσία της ερώτησής σας, δεν πρόκειται για προσπάθεια ακύρωσης της διαφορετικής λογικής παραγωγής και του διαφορετικού τρόπου λειτουργίας των ειδικών μας χώρων, επιστήμης και μουσικής. Υπάρχουν κοινωνικές συνθήκες που μας ώθησαν να προσπαθήσουμε να καταστήσουμε γνωστή και αναγνωρίσιμη, να ομολογήσουμε, μια κοινή λειτουργία των «τεχνών» μας, μία, το σημειώνω, από το σύνολο των ειδικών λειτουργιών που επιτελεί η καθεμιά χωριστά ως ειδική μορφή συμβολικών αγαθών.

Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες και ποια είναι αυτή η λειτουργία;

Κοιτάξτε, η συνέργεια αυτή βασίστηκε στην κοινή πεποίθησή μας πως είναι καιρός να εφευρεθούν νέα συμβολικά εργαλεία, ικανά να συμβάλουν στην ανέγερση αποτελεσματικών τειχών προστασίας απέναντι στην κυρίαρχη ιδεολογία και στη δημιουργία καινοφανών συμμαχιών ανάμεσα σε όσους είναι εφοδιασμένοι με ιδιαίτερα μέσα και ικανότητες ώστε να αντιλαμβάνονται, να κατανοούν και να εκφράζουν, ως δημόσιοι συγγραφείς, βασικά, συγκαλυμμένα, παραγνωρισμένα πράγματα και διαστάσεις του σημερινού κοινωνικού κόσμου: επιστήμονες, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, διανοούμενοι… Και τα εργαλεία αυτά μπορούν να είναι και γόνιμα και πιο αποτελεσματικά αν αποτελούν προϊόντα μιας οργανικής συνεργασίας τους.

Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει εύκολα με τη διαπίστωση πως ζούμε σε μια εποχή όπου η φωνή των «πολλών» φαίνεται ταυτόχρονα πανταχού παρούσα και ουσιαστικά απούσα.

Εργαλεία που να συμβάλλουν στην ικανοποίηση της συλλογικής αξίωσης να διαχυθεί πλατιά το καθολικό δικαίωμα στον λόγο, στον πολιτικό λόγο, αλλά και στη διαμόρφωση ενός λόγου ικανού να διασφαλίσει την ανάδυση καίριων διαστάσεων ενός ολόκληρου συλλογικού κοινωνικού απωθημένου. Και είναι καιρός γιατί μια σειρά από συνθήκες, που έχω πολλές φορές αναλύσει, έχουν διαμορφώσει προϋποθέσεις ώστε η σφαίρα της διαμόρφωσης του δημόσιου λόγου των σύγχρονων κοινωνιών να χαρακτηρίζεται από μια παράδοξη συνθήκη: οι φωνές φαίνεται να έχουν πολλαπλασιαστεί, αλλά η ακρόασή τους παραμένει περισσότερο άνισα κατανεμημένη.

Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει εύκολα με τη διαπίστωση πως ζούμε σε μια εποχή όπου η φωνή των «πολλών» φαίνεται ταυτόχρονα πανταχού παρούσα και ουσιαστικά απούσα. Η διάχυση της έκφρασης δεν συνεπάγεται και την αναγνώριση της εμπειρίας. Και, ειδικότερα, η εμπειρία των περισσότερο «αφανών», εκείνων, δηλαδή, που δεν διαθέτουν τις θεσμικά κατοχυρωμένες καταστατικές ιδιότητες που απαιτούνται για να πάρουν τον λόγο δημόσια, να ακουστούν και, ακόμα περισσότερο, να εισακουστεί ο λόγος τους, είτε αποσιωπάται είτε μεταφράζεται σε λόγους που την αποδυναμώνουν, την απονευρώνουν. Δεν είναι ολοφάνερο πως στη δημόσια σφαίρα σήμερα οι «αφανείς πολίτες», λ.χ. οι κάτοικοι των υποβαθμισμένων συνοικιών, της κοινωνικής και οικονομικής περιφέρειας, οι επισφαλείς εργαζόμενοι, οι χωρίς κοινωνικό ορίζοντα νέοι, οι μετανάστες δεύτερης γενιάς, σπάνια έχουν τον λόγο; Κι όταν τον έχουν, συχνά δεν τους επιβάλλεται ένας τρόπος έκφρασης που δεν τους ανήκει, μέσα στον οποίο δεν νιώθουν πως «κατοικούν»;

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (δεξιά) συνομιλεί με τον ράπερ ΛΕΞ (αριστερά) 

Σκοπός, γράφεις, είναι να καλλιεργηθεί και η ιδέα του «συλλογικού δημόσιου συγγραφέα». Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, όπου ο καθένας έχει το δικό του αποκλειστικό «κανάλι», πώς φαντάζεσαι αυτό το υποκείμενο;

Ναι, προτείνω την ιδέα της δημιουργίας ενός νέου οργάνου που θα μπορούσε να συμβάλει στη δημιουργία ρεαλιστικών προϋποθέσεων για την επίτευξη αυτού του στόχου που ανέφερα. Μα και οι ίδιες οι νέες τεχνολογίες αποτελούν μια από τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις που μπορούν να συμβάλουν τεχνικά και ρεαλιστικά στην καλλιέργεια αυτής της ιδέας...

Η επαναφόρτιση της πολιτικής ζωής χρειάζεται περισσότερη φαντασία και περνά μέσα από την πολιτική αξιοδότηση όλων αυτών των «ανθρωπάκων» οι οποίοι, εξαιτίας της πολιτικής ιδεολογίας του «μεταφυσικού ατομισμού» που μας κυβερνά, έχουν εγκαταλειφθεί στη λογική της αυτοβοήθειας.

Ξέρετε, δεν μας λείπουν τα μέσα. Είμαι πεπεισμένος πως υπάρχει μια τεράστια παραγνωρισμένη, σιωπηλή, κοινωνική ζήτηση για νέους τρόπους και μέσα που θα υποχρεώσουν τους υπεύθυνους της κάθε διακυβέρνησης των πολιτών να πάψουν να ασχολούνται με τα μακροπολιτικάντικα ζητήματά τους και να ασχοληθούν και με τον καθημερινό αγώνα των ανθρώπων, με τις εμπειρίες, μεταξύ πολλών άλλων, ταπείνωσης, μνησικακίας, λεκτικής βίας, κοινωνικής αδιαφορίας, κοινωνικής δυσανεξίας – όλων αυτών των κοινωνικών παθών που γνωρίζουν και υφίστανται οι καθημερινοί πολίτες και των οποίων το διακύβευμα είναι, πολύ συχνά, η διασφάλιση της αξιοπρέπειάς τους.

Η επαναφόρτιση της πολιτικής ζωής χρειάζεται περισσότερη φαντασία και περνά μέσα από την πολιτική αξιοδότηση όλων αυτών των «ανθρωπάκων» οι οποίοι, εξαιτίας της πολιτικής ιδεολογίας του «μεταφυσικού ατομισμού» που μας κυβερνά, έχουν εγκαταλειφθεί στη λογική της αυτοβοήθειας. Αυτή τη φαντασία μπορεί να μπολιάσει το όργανο του «συλλογικού δημόσιου συγγραφέα».

Είναι η ραπ η μουσική αυτών των ανθρώπων; Μπορεί η Κοινωνιολογία επίσης να καλύψει αυτό το κενό, καθώς βλέπει από «ψηλά» την κοινωνία, ως επιστήμη που είναι;

Αναφέρεστε στον ακαδημαϊκό, όπως έχει εγκαθιδρυθεί στη χώρα μας, ορισμό της κοινωνιολογίας. Αλλά η κοινωνιολογία είναι επιστήμη και ως τέτοια πολύ διαφορετική από εκείνη που διδάσκουν πολλοί, τους οποίους δεν αναγνωρίζω ως ομότεχνους, γιατί έχουν τόση σχέση με την παραγωγή της επιστήμης όσο έχει η καφεμαντεία με τη μεταφυσική. Ας μην επεκταθώ...

Ο κοινωνιολόγος δεν είναι ούτε κανένας προφήτης ούτε καμιά αυθεντία του σκέπτεσθαι. Δεν έχει τον ρόλο να δίνει μαθήματα. Έχουμε ζήσει τη χρεοκοπία αυτού του ρόλου.

Τώρα, για την κάλυψη του κενού: για μένα, το έχω πει πολλές φορές, η πολιτική αποστολή του κοινωνιολόγου είναι ταπεινή και, ταυτόχρονα, απολύτως κεφαλαιώδους σημασίας. Η κοινωνιολογία αποτελεί αντικειμενικά και απόπειρα μετασχηματισμού του βλέμματος διά μέσου του οποίου κατασκευάζεται ο κοινωνικός κόσμος και με βάση το οποίο μπορούμε να διαμορφώσουμε ορθολογικά και ανθρώπινα την κοινωνία και, κατ’ επέκταση, να διαμορφώσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Ο κοινωνιολόγος δεν είναι ούτε κανένας προφήτης ούτε καμιά αυθεντία του σκέπτεσθαι. Δεν έχει τον ρόλο να δίνει μαθήματα. Έχουμε ζήσει τη χρεοκοπία αυτού του ρόλου. Η κοινωνική του αποστολή είναι να επινοήσει έναν νέο δύσκολο ρόλο που, όπως έλεγε ο Bourdieu, θα του επιτρέπει να ακούει, να ερευνά, να επινοεί, να οργανώνει ή να συντονίζει τη συλλογική αναζήτηση νέων μορφών πολιτικής δράσης, νέων τρόπων κινητοποίησης και συλλογικής εργασίας των κινητοποιημένων ανθρώπων, νέων τρόπων επεξεργασίας σχεδίων και κοινής υλοποίησής τους.

Να μπορεί να παίξει τον ρόλο της μαίας, ενισχύοντας τη δυναμική των ατόμων και των ομάδων τους στην προσπάθειά τους να εκφράσουν -και την ίδια στιγμή να ανακαλύψουν- τι πραγματικά είναι και τι θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να είναι. Να εργασθεί για τη διεύρυνση, τον πολλαπλασιασμό και την εγκαθίδρυση χώρων, νέων μορφών αγορών, που θα επιτρέπουν την ανάδυση του ανέκφραστου και, έτσι, να συμβάλει στην επίλυση του τεράστιου σημερινού προβλήματος της ανισότητας στην παραγωγή προσωπικής γνώμης, γεγονός που αποτελεί προϋπόθεση sine qua non για την πρόσβαση στην ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του πολίτη σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτές και άλλες λειτουργίες μπορεί να επιτελέσει σήμερα ο κοινωνιολόγος και μάλιστα στην παρούσα συγκυρία με αυξημένες λογικές ευκαιρίες επιτυχίας. Και η ραπ -ένα τμήμα της τουλάχιστον, καθώς ο υποχώρος αυτός του μουσικού πεδίου δεν είναι ομογενοποιημένος, όπως εξάλλου ούτε η κοινωνιολογία, ώστε να μπορώ να μιλήσω γενικά-, επιχειρώντας να εκφράσει ανάλογες ανάγκες, αποτελεί αντικειμενικό σύμμαχο σε αυτή την προσπάθεια. Και αυτή τη συμμαχία, τους όρους αναπαραγωγής και διάχυσής της, θα τη διδάξω σε ένα μάθημά μου στους φοιτητές μου.

Ο ΛΕΞ, στη συνομιλία σας, κάνει λόγο για «πνευματικό κενό» στη χώρα μας, κι έτσι εξηγεί, εν μέρει, και την επιτυχία της μουσικής του που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το περιεχόμενο των στίχων του. Εσύ έχεις κάνει λόγο επανειλημμένως για απουσία των διανοούμενων στην Ελλάδα σήμερα. Συνδέονται αυτές οι δύο σκέψεις;

Στενά, και εκεί βρήκαμε αρχικά τον κοινό μας τόπο. Υπάρχει πράγματι ένα τεράστιο κενό που δημιουργήθηκε και συνεχώς αναπαράγεται -το έχω αναλύσει κατ’ επανάληψη- από τη δράση μιας σειράς κοινωνικών μηχανισμών που συμβάλλουν, εδώ και δεκαετίες, και στη χώρα μας, στην ακύρωση της ύπαρξης των διανοουμένων, καθώς και στη νομιμοποίηση αυτής της ακύρωσης. Η κρίση των ουτοπιών του τέλους της τελευταίας χιλιετίας και η ρήξη της φενακισμένης σχέσης που ένωνε ένα μεγάλο τμήμα των διανοουμένων και στη χώρα μας με μια λιγότερο ή περισσότερο απατηλή εικόνα του λαού συνέβαλαν στην έκπτωση των ηθικών αξιών που κυριαρχούσαν στο πνευματικό πεδίο, αποτελώντας έναν βασικό παράγοντα της αποδόμησης της εικόνας του διανοουμένου.

Στη συνέχεια, η επέκταση αυτής της έκπτωσης που απορρέει τα τελευταία χρόνια από την παρακμή της αυτονομίας των πνευματικών μικρόκοσμων ήταν καταλυτική στη νομιμοποίηση αυτής της αποδόμησης. Και το κενό αυτό έχει φτάσει σήμερα στη μεγαλύτερη έντασή του. Εξάλλου, ο διάχυτος και ισχυρός αντιδιανοουμενισμός, ο οποίος συνδέεται τόσο με την παρακμάζουσα μικροαστική τάξη και, τα τελευταία χρόνια, με τμήματα της μεσοαστικής τάξης όσο και με την κοινωνική παρακμή και την παραίτηση που επικράτησε στον επιστημονικό, καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό χώρο, το καταμαρτυρεί.

Δώσε μας μερικά ενδεικτικά παραδείγματα των επιπτώσεων αυτού του κενού.

Η εμπορική λογική και η επικυριαρχία των επιταγών της αγοράς στο πολιτισμικό πεδίο, μετατρέποντάς το συχνά, για πολλούς, σε χώρο διάψευσης οραμάτων και ελπίδων, καθορίζουν όλο και περισσότερο την παραγωγή, την κυκλοφορία και την αξιολόγηση των έργων. Ενδεικτικά αποτελέσματα: να περιφέρονται στον δημόσιο διάλογο σωσίες διανοουμένων οι οποίοι, όπως έλεγε ο Μπουρντιέ, μη διαθέτοντας το αναγνωρισμένο έργο που προϋποθέτει η παρέμβαση ενός πολιτισμικού παραγωγού, εξαπατούν με αντίτιμο τη διαρκή φλυαρία τους στον δημοσιογραφικό και πολιτικό χώρο, εισάγοντας στο πνευματικό πεδίο πρακτικές που σε άλλους χώρους θα ονομάζονταν διαπλοκή, διαφθορά, αισχροκέρδεια, δωροδοκία, αθέμιτος ανταγωνισμός, εξαπάτηση, με παραδειγματική μορφή ανηθικότητας, όπως σημείωνε ο Μπουβρές, την επιβολή και νομιμοποίηση του μη λογικού· να διαβάζει κανείς τι λέγεται, κυρίως από αυτούς τους «διανοουμένους» που πέρασαν από την υποχρεωτική ριζοσπαστικότητα στον κομφορμισμό της συναινετικής ένταξης, και να έχει την εντύπωση ότι ζει στη βασιλεία του «ό,τι να ’ναι»· να διαπιστώνει κανείς πως το ακαδημαϊκό σχόλιο αντιμετωπίζεται συχνά ως πολιτικό ενέργημα, πως η κριτική κειμένων ταυτίζεται με «αντιστασιακή» δράση και πως βιώνεται σαν επανάσταση στα πράγματα η ριζοσπαστικότητα στον λόγο, και να αναρωτιέται αν οι σημερινοί θεατοί διανοούμενοι είχαν ποτέ την ευκαιρία να παρατηρήσουν και να κατανοήσουν, μεταξύ απείρων άλλων, κάτι που να μοιάζει λ.χ. με μια μορφή κοινωνικής ταπείνωσης.

Τα σώματα, μην το ξεχνάμε, αποτελούν ενσαρκωμένες ιστορίες οι οποίες, όταν συναντώνται, αναγνωρίζουν τη συγγένειά τους.

Ωστόσο, η πιο αισιόδοξη πλευρά μου παρατηρεί πως ακόμα και μέσα στο σημερινό καθεστώς συλλογικής αμνησίας, όπου ο καθένας συγχωρεί τους πάντες γιατί νομίζει ότι όλα τού συγχωρούνται, η ιδέα του διανοούμενου και ο ρόλος του ως «εντολοδόχου του οικουμενικού», ο οποίος είναι εγγεγραμμένος σε όλα τα πεδία παραγωγής συμβολικών αγαθών ως θεμέλιο της ύπαρξης και της λειτουργίας τους, συνεχίζουν να προκαλούν ανησυχία, και ενίοτε αγωνία, και παραμένουν ικανοί να επιφέρουν ισχυρές κοινωνικές συνέπειες. Άμεση απόδειξη: τα καθημερινά υποκριτικά εγκώμια στα οποία επιδίδονται τα δημόσια είδωλα του διανοούμενου προκειμένου να υφαρπάξουν συμβολικό όφελος από τον χώρο παραγωγής του οικουμενικού. Πράγματι, νομίζω πως δεν έχουν όλα χαθεί για τους πραγματικούς διανοούμενους και υπάρχουν κάποιες πιθανότητες ανατροπής της παρούσας κατάστασης, κάποιες έλλογες ευκαιρίες που μπορούν να τις εκμεταλλευθούν σήμερα προκειμένου να εγγυηθούν την απαγόρευση περαιτέρω υπαναχώρησης της αυτονομίας τους και την ενίσχυσή της. Βέβαια, αυτό προϋποθέτει πως θα κινητοποιηθούν, θα οργανωθούν συλλογικά ώστε να αποτελέσουν μια αληθινή συλλογική διανόηση ικανή να λειτουργήσει ως αντιεξουσία έναντι των οικονομικών, πολιτικών και μεσοενημερωτικών εξουσιών, και να θέσουν νέες μορφές δράσεων στην υπηρεσία των διαφόρων μορφών του οικουμενικού.

Στο πλαίσιο αυτής της δουλειάς, συνομίλησες με πέντε από τους γνωστότερους ράπερ της χώρας: Εθισμό, ΛΕΞ, Λόγο τιμής, Νέγρο του Μοριά, Novel 729. Προσέγγισες και κάποιους άλλους και αρνήθηκαν; Γενικότερα, πώς την είδες αυτή την επαφή, σε ένα επίπεδο πιο ανθρώπινο; Βοήθησε το γεγονός ότι κι εσύ, όπως προκύπτει από το προηγούμενο βιβλίο σου, έχεις λαϊκή καταγωγή, δεν είσαι ένας Κοινωνιολόγος των σαλονιών, ας μου επιτραπεί η έκφραση…

Όχι, δέχθηκαν όλοι όσους προσέγγισα, και μάλιστα υπήρξε αμέσως με όλους μια άμεση και φυσική επικοινωνία η οποία χωρίς αμφιβολία βασίστηκε στις ανάλογες ή ομόλογες κοινωνικές καταγωγές μας. Τα σώματα, μην το ξεχνάμε, αποτελούν ενσαρκωμένες ιστορίες οι οποίες, όταν συναντώνται, αναγνωρίζουν τη συγγένειά τους. Σίγουρα, λοιπόν, βοήθησε πολύ πως όλοι -και εγώ πολύ πριν το κατανοήσω και θεωρητικά- είχαμε γνωρίσει πρακτικά πως ο κοινωνικός κόσμος είναι «ουσιοκρατικός» και πως οι ευκαιρίες να ξεφύγει κανείς από τη χειραγώγηση των υποκειμενικών φιλοδοξιών και προσδοκιών του μειώνονται όσο πιο στερημένος είναι οικονομικά, πολιτισμικά και συμβολικά, όσο λιγότερο καθιερωμένος ή περισσότερο στιγματισμένος είναι, όσο πιο μειονεκτικά τοποθετημένος είναι στον ανταγωνισμό για την «εκτίμηση των ανθρώπων», όπως έλεγε ο Πασκάλ, όσο περισσότερο καταδικασμένος είναι στην αβεβαιότητα για το κοινωνικό παρόν ή μέλλον του. Ωστόσο, αυτό από μόνο του δεν αρκούσε. Νομίζω πως αυτό που έδεσε αυτή τη συνεργασία είναι η ανάδειξη και αποδοχή της αντικειμενικά κοινής λειτουργίας μας που σας ανέφερα.

Τι το ιδιαίτερο έχει η ραπ μουσική στην Ελλάδα και γνωρίζει τόσο μεγάλη απήχηση; Στάδια γεμίζουν από στόμα σε στόμα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις, με υποτιθέμενους πολύ δημοφιλείς καλλιτέχνες, χρειάζονται πολύμηνες διαφημιστικές καμπάνιες. Τι υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα, τι κατάλαβες από την επαφή σου με αυτούς τους καλλιτέχνες;

Εδώ και χρόνια η μία γενιά νέων ανθρώπων μετά την άλλη αισθάνεται εξαπατημένη, διότι οι επενδύσεις που έχουν γίνει, ατομικές και οικογενειακές, δεν μπορούν να μεταφραστούν σε κατάκτηση των κοινωνικών θέσεων στις οποίες αποσκοπούσαν. Οι σημερινοί νέοι γνωρίζουν πως τους περιμένει το ίδιο μέλλον και το παρατηρούν στους δικούς τους, στους διπλανούς τους... Έτσι, μια γενικευμένη αίσθηση κοινωνικής δυσφορίας συνεχίζει εδώ και καιρό να αναπτύσσεται όλο και περισσότερο μέσα στους κόλπους της νέας γενιάς, παράγοντας συνεχώς νέες μορφές κρίσεων που δύσκολα γίνονται κατάλληλα αντιληπτές.

Έχω την αίσθηση πως ένα μεγάλο μέρος του κοινού της ραπ, αυτής που με έλκυσε και με οδήγησε σε αυτή τη συνεργασία, αποτελείται από νέους που θέλουν να αγωνιστούν -αλλά δεν γνωρίζουν πώς να το κάνουν με συστηματικό και αποτελεσματικό τρόπο- ενάντια σ’ αυτή τη λογική του αγώνα του καθενός εναντίον όλων που κυριαρχεί σήμερα, ενάντια στην ηθικολογία που υφέρπει μέσα στον σημερινό εορτασμό του ανηλεούς ανταγωνισμού… από νέους που δηλώνουν την πρόθεσή τους να ζήσουν σε έναν κόσμο με αξίες αλληλεγγύης και μεγαλοψυχίας, που απαιτούν νέες μορφές συλλογικού ανταγωνισμού βασισμένες κυρίως στην αλληλεγγύη. Αξίες που απουσιάζουν στην εποχή μας, εξαιτίας, επαναλαμβάνω, της σχεδόν απόλυτης κυριαρχίας της λογικής του ανταγωνισμού και του φανατικού ατομοκεντρισμού που αυτή ενθαρρύνει. Και τα στάδια γεμίζουν όλο και περισσότερο από νέους που, χωρίς να το έχουν όλοι ακόμα απολύτως συνειδητοποιήσει, αισθάνονται όλο και πιο έντονα πως όσοι σχεδιάζουν και μιλούν για αυτούς και το μέλλον τους δεν ξέρουν τι θέλουν να τους κάνουν και πως η ανεργία και η αναξιοπρεπής ζωή είναι εκεί και τους κάνουν να αισθάνονται άχρηστοι και ανεπιθύμητοι. 

* Ο Κ.Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι συγγραφέας.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε Κοινωνιολογία και Εθνολογία στη Γαλλία. Υπήρξε μαθητής και στη συνέχεια στενός συνεργάτης του Γάλλου κοινωνιολόγου Pierre Bourdieu, στο ίδρυμα του οποίου είναι σήμερα Αντιπρόεδρος.

Ιππότης των Γραμμάτων και των Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, είναι επιστημονικός συνεργάτης ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων της Ελλάδας και του εξωτερικού, μέλος συντακτικών επιτροπών διεθνών επιστημονικών περιοδικών και επιθεωρήσεων, και εκδότης και διευθυντής της ετήσιας τρίγλωσσης επιθεώρησης κοινωνικών ερευνών Κοινωνικές Επιστήμες (ΚΕ).

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

5 λεπτά με τον Δημήτρη Γρυπαίο: «Η οπτική στα βιβλία μου είναι ανθρωποκεντρική»

5 λεπτά με τον Δημήτρη Γρυπαίο: «Η οπτική στα βιβλία μου είναι ανθρωποκεντρική»

5 λεπτά με έναν συγγραφέα. Σήμερα, ο Δημήτρης Γρυπαίος, για το μυθιστόρημά του «Οδόντα αντί οδόντος» (εκδ. Βακχικόν). 

Επιμέλεια: Book Press

Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας; Θυμάστε το αρχικό ερέθισμα; ...

Κατερίνα Κωστίου: «Τα αρχεία δεν είναι νεκρό υλικό, αλλά ενεργές δεξαμενές μνήμης και γνώσης»

Κατερίνα Κωστίου: «Τα αρχεία δεν είναι νεκρό υλικό, αλλά ενεργές δεξαμενές μνήμης και γνώσης»

Η διευθύντρια του Εργαστηρίου Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου (ΕΑΤΤ), καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας Κατερίνα Κωστίου, με αφορμή τη συμπλήρωση 10 χρόνων του ΕΑΤΤ και τη διοργάνωση της επετειακής διήμερης δράσης με τίτλο «Αρχείο, Λογοτεχνία, Εκπαίδευση και Πολιτιστική Δημοκρατία» στις 9 και 10 Οκτωβρίου 2026, Παρασ...

Έλενα Καρακούλη: «Γράφω ή σκηνοθετώ για να καταλάβω κάτι που μου διαφεύγει»

Έλενα Καρακούλη: «Γράφω ή σκηνοθετώ για να καταλάβω κάτι που μου διαφεύγει»

«Μου αρέσουν περισσότερο τα ερωτήματα παρά οι απαντήσεις. Γράφω ή σκηνοθετώ για να καταλάβω κάτι που μου διαφεύγει. Εδώ μάλλον έχει παίξει το ρόλο της και η φιλοσοφία, η τρίτη μου ιδιότητα» μας είπε η Έλενα Καρακούλη, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Υπουργείο μοναξιάς» (εκδ. Καστανιώτη). 

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Το Athens Palestine Film Festival στη Στέγη: Προβολές ταινιών, συζητήσεις, περφόρμανς – Το πρόγραμμα

Το Athens Palestine Film Festival στη Στέγη: Προβολές ταινιών, συζητήσεις, περφόρμανς – Το πρόγραμμα

Το Athens Palestine Film Festival 2026 θα ολοκληρωθεί στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, το τριήμερο 29-31 Οκτωβρίου. Το πρόγραμμα. Εικόνα: Από την ταινία «A sunken tale of losses delayed» των Larissa Sansour και Søren Lind. © Mark de Blok

Επιμέλεια: Book Press

...
Εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη για τις εκδόσεις της Εθνικής Βιβλιοθήκης, με νέο βιβλίο για τον Δημήτρη Χατζή

Εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη για τις εκδόσεις της Εθνικής Βιβλιοθήκης, με νέο βιβλίο για τον Δημήτρη Χατζή

Τo Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) διοργανώνει εκδήλωση αφιερωμένη στην εκδοτική δραστηριότητα της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, στη Θεσσαλονίκη. Θα παρουσιαστεί η νέα έκδοση της ΕΒΕ για τον Δημήτρη Χατζή (εικόνα). 

Επιμέλεια: Book Press

...
Athens Art Book Fair 2026: Το φεστιβάλ καλλιτεχνικών εκδόσεων στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης

Athens Art Book Fair 2026: Το φεστιβάλ καλλιτεχνικών εκδόσεων στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης

To Athens Art Book Fair 2026: Local Edition διοργανώνεται στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης το Σάββατο 17 Οκτωβρίου και την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026. 46 καλλιτέχνες, μικρά και μεγάλα εκδοτικά εγχειρήματα και πολιτιστικοί φορείς από όλη την Ελλάδα σε μια τοπική έκδοση του φεστιβάλ για την ανάδειξη των καλλιτεχνικών εντύπων...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» (εισαγωγή – μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας), το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόσφατα βρέθηκ...

«Τουρισμός σε μετάβαση» της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου (προδημοσίευση)

«Τουρισμός σε μετάβαση» της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση του 1ου Κεφαλαίου από το βιβλίο της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου «Τουρισμός σε μετάβαση – Πολιτική, αγορά και ανάπτυξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

«Σε ξένο δωμάτιο» του Ντέιμον Γκάλγκατ (προδημοσίευση)

«Σε ξένο δωμάτιο» του Ντέιμον Γκάλγκατ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ντέιμον Γκάλγκατ [Damon Galgut] «Σε ξένο δωμάτιο» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Aρχίζουν να αλληλογραφούν. Κά...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

Δεκατέσσερις πρόσφατες ποιητικές συλλογές συν ένα σημαντικό συγκεντρωτικό έργο συνθέτουν τα φθινοπωρινά ποιητικά μας αναγνώσματα (κάποια ήταν και καλοκαιρινά). Εικόνα: "La ramasseuse de feuilles mortes", Ερνέστ Μπιέλερ (1863-1948).

Επιλογή-παρουσίαση: Κ.Β. Κατσουλάρης ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ