
Για το μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φόκνερ «Ένας μύθος» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Πίνακας του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ.
Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος
Ακόμα και ο πλέον μανιώδης αναγνώστης του Ουίλιαμ Φόκνερ μάλλον αισθάνεται μια εσώτερη αμηχανία μπροστά στο Ένας μύθος, πόνημα που ο ίδιος ο συγγραφέας εκτιμούσε ως έργο ζωής και τελικό επιστέγασμα όλης του της συγγραφικής απόπειρας.
Οι μυημένοι στο ανυπέρβλητο (και αναμφιβόλως εφάμιλλο του μπαλζακικού ή προυστικού κόσμου) λογοτεχνικό επινόημα της νότιας Yoknapatawpha, εδώ μάλλον αποσβολώνονται από την παντελή απουσία συστοιχίας με τα γνώριμα φοκνερικά στοιχεία, με το μόνο πυρηνικό συστατικό που έχει διατηρηθεί απαράλλαχτο να είναι η ανίκητη μουσικότητα της πένας του Αμερικανού νομπελίστα, με τις δαιδαλώδεις δικτυωτές προτάσεις και την έξαρση ιμπρεσιονιστικού λυρισμού, κάτι ανάμεσα σε υπαρξιακή παραζάλη και βιβλική προφητεία.
Μολονότι το βιβλίο κέρδισε αμφότερα το Πούλιτζερ και το ΝBA (National Book Award), τα πλέον περίοπτα λογοτεχνικά βραβεία, την τιμή των οποίων δύναται να απολαύσει ένας Αμερικανός συγγραφέας (άλλο το αν οι Αμερικανοί ήθελαν απλώς να βραβεύσουν και οι ίδιοι με την ύψιστη τιμή τους έναν συγγραφέα που η Ευρώπη είχε ήδη αποθεώσει), η κριτικογραφία ακόμα και σήμερα μάλλον εμμένει σε μια διχασμένη αποτίμηση, με μερικούς να μιλούν για μια μνημειωδών διαστάσεων αλληγορία, και άλλους να κάνουν λόγο για μια βαρύγδουπη και ίσως αποτυχημένη πολιτική καταγγελία.
Απ’ την άλλη πλευρά, ακόμα και ο πλέον επιφυλακτικός θα βρεθεί ενώπιος μιας αδιαφιλονίκητα τέλειας στην κατασκευή της πρόζας, με τη φοκνερική πένα να βρίσκεται στο αισθητικό ζενίθ της (κάτι που είναι εύλογο, αν αναλογιστεί κανείς ότι αφιέρωσε μια δεκαετία για την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος, κάτι που είναι ασυνήθιστο για τα δεδομένα μυθιστορηματικής παραγωγής του). Η ασυναγώνιστη εσωτερική αρχιτεκτονική των μακροπερίοδων παραγράφων του συγγραφέα, που τόσο φαινομενικά αβίαστα συμμειγνύουν τη φυσικότητα της μουσικής σύνθεσης με μια σωρευτική νοηματική διακλάδωση, εδώ αποκτάει διαστάσεις χειρουργικής τελειότητας, και μόνον γι’ αυτό κανένας αναγνώστης που αγαπά το έργο του Αμερικανού δημιουργού δεν θα εντοπίσει ούτε μια πρόταση που να διαπνέεται από αμετροέπεια, ούτε ένα σημείο στίξης που να αποδεικνύεται δομικά ή υφολογικά αχρείαστο.
Συμβολικές προεκτάσεις
Υπ’ αυτό το πρίσμα, ίσως μιλούμε για έναν πραγματικό ογκόλιθο του παγκοσμίου μυθιστορήματος στην από κάθε άποψη απόλυτή του υφολογική ωριμότητα. Για πρώτη φορά ο Φόκνερ στον Μύθο του αποφασίζει να ασχοληθεί τόσο φωναχτά με την αλληγορία και το σύμβολο, κάτι που πάντοτε, απ’ τον Αχό και το πάθος μέχρι το Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!, λειτουργούσε μάλλον σαν ιστορική προϋπόθεση, ώστε να ανατμηθεί, με εργαλείο τη μεταφορά, η απορρύθμιση του μοντέρνου ανθρώπου.
Η αλληγορία δεν συνιστά εργαλείο, ούτε καν προϋπόθεση, μα πεμπτουσία.
Έτσι που οι συμβολικές προεκτάσεις του σε όλα του τα σπουδαία έργα λαμβάνουν χώρα υπορρήτως και συχνά με φανερούς αλληθωρισμούς από την ιστορικότητα του συμβόλου – άλλωστε, αυτό ήτανε που προσέδιδε στη μυθιστοριογραφία του την αίγλη του επίκαιρου, καθώς και έτσι πάντοτε πετύχαινε η προφητική βλέψη της πρόζας του, αφού, εφόσον το νόημα παρέμενε πλαστικό, η τελική πρόσληψη αποκτούσε τη διάσταση του καθολικού, με πλάστες τους αναγνώστες ή τους ομοτέχνους του.
Εδώ, τα πράγματα είναι όλως διόλου αλλιώτικα. Η αλληγορία δεν συνιστά εργαλείο, ούτε καν προϋπόθεση, μα πεμπτουσία. Στον Μύθο, τα χαρακώματα του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου δίνουν την εννοιολογική σκυτάλη στην επαναδιήγηση των Παθών του Ιησού, με όρους οντολογικής και ηθικής τραγωδίας. Η ιστορία είναι ηθελημένα σαφέστατη: ένας δεκανέας δεν εκτελεί τη διαταγή των ανωτέρων του και σταδιακώς προσηλυτίζονται σε αυτήν την συνειδησιακή αντιρρησία όλοι οι υπόλοιποι δώδεκα στον αριθμό ακόλουθοι του, έτσι που για λίγο ο πόλεμος, σαν δια μαγείας, σταματάει εντελώς, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας απ’ τη (μάλλον εξαιρετικά δηλωτική) εκλογή του τίτλου δεν δίνει περιθώριο σε κανέναν να αμφισβητήσει τη σημασία της νοηματικής του πρόθεσης.
Ο Φόκνερ είναι πρωτίστως, παρά την αισθαντικότητα των δραμάτων που εκλέγει, ένας εξαιρετικά μετρημένα στοχαστικός συγγραφέας, και, όπως και στ’ άλλα του μεγάλα έργα, εδώ καταγίνεται, ίσως πιο πεισματικά από ποτέ, με τον χρόνο σαν άφευκτο πεπρωμένο.
Μα εδώ δεν έχουμε μπροστά μας ένα ακραιφνώς θρησκευτικό πεζογράφημα, ή απλώς μια τετριμμένη αλληγορική προσπάθεια: ο νοηματικός κορμός είναι καθαρά πολιτικής χροιάς, και το μείζον διακύβευμα αφορά τον άνθρωπο∙ ή, καλύτερα, την αποτυχία του ίδιου να στεριώσει (και να διατηρήσει, μετά απ’ αυτό) πολιτισμό…
Όλα τα Ευαγγελικά πρόσωπα με χαρακτηριστική άνεση αφήγησης και μυθοποίησης ενδύονται εξαρτύσεις και πηλήκια, κραδαίνοντας τουφέκια και μάχαιρες, με τον επιβλέποντα διοικητή σε μια παράξενη μετενσάρκωση να απηχεί όλη την τραγική ηδύτητα του Ιησού, αλλά με την αγρία σύγχυση του μοντέρνου ανθρώπου. Και μόνον σαν εύρημα, κάτι τέτοιο συναρπάζει, παρά την ίσως σοβαροφανή προδηλότητα όλης της αλληγορίας – δεν θα ήτανε άτοπο να αναφερθεί η χαρακτηριστική ομοιότητα του φοκνερικού Μύθου με το επίσης ευρηματικό, αν και εντελώς ετεροειδούς καταβολής, μυθιστόρημα του Κομπ, Paths of glory, που αποθέωσε ο Κιούμπρικ στο κινηματογραφικό αριστούργημα του.
Ο χρόνος ως πρωταγωνιστής, ο πόλεμος ως εφευρέτης
Χώρια την ιδιοτυπία του προκείμενου έργου, o Φόκνερ επιμένει να αντιμάχεται τον βασικό εχθρό του ανθρώπου, όχι με νύχια και με δόντια απαραίτητα (όπως είδαμε στο τμήμα της ιστορίας του Quentin στον Αχό και το πάθος), αλλά με μια βαθιά κατανόηση του τραγικού, αλλά και της ανημπόριας απέναντι σε αυτό: τον χρόνο. Ο πρωταγωνιστής του φοκνερικού κόσμου δεν είναι παρά αυτός, με τον ίδιον με μια αστέρευτη μάνητα να προσπαθεί είτε να ξεσφίξει είτε να συσφίξει, ανάλογα τις απαιτήσεις του νοήματος, τον κορσέ των δευτερολέπτων, όπως περιγράφει ο Νίκος Καρούζος τη χρονικότητα σε σχετικό του ποίημα. Φαίνεται όλο και πιότερο σε κάθε κεφάλαιο του Μύθου (ευφυώς δομημένου όσον αφορά την κεφαλαιοποίηση με φευγαλέες ημέρες της εβδομάδος, άλλο ένα επιτυχημένο εύρημα ενός ταλέντου πραγματικά ανεξάντλητα εφευρετικού σε όλα του τα σχεδόν είκοσι μυθιστορήματα), πως ο πόλεμος δημιουργεί τον άνθρωπο, ακριβώς επειδή ο ίδιος ο πόλεμος και ο άνθρωπος είναι ατελέσφορα προϊόντα του αδυσώπητου χρόνου, σε μια μαρτυρική ιεράρχηση δυνατοτήτων όπου, πάντοτε, ο ίδιος ο άνθρωπος έρχεται τελευταίος, κατώτατος.
Σε ενδεικτικό απόσπασμα όπου μιλάει ο γενικός διοικητής, απ’ τα πιο γνωστά του βιβλίου:
«Δεν τον εφηύραμε εμείς τον πόλεμο, […] ο πόλεμος εφηύρε εμάς. Από τις λαγόνες της άγριας ανεκρίζωτης απληστίας του ανθρώπου ξεπήδησαν οι λοχαγοί και οι συνταγματάρχες για να καλύψουν την ανάγκη του. Ευθύνη του ανθρώπου είμαστε […]».
Κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος μπροστά σε μια τέτοια ιαχή φιλοσοφικής απόγνωσης, άγριας ομορφιάς και εσωτερικού νοηματικού ελέγχου – αυτά τα κατορθώνει μόνον ο Φόκνερ, φτάνοντας πιο ψηλά από κάθε συγκαιρινό του. Ως εκ τούτου, επακριβώς γιατί μιλάμε για τον Φόκνερ, και όχι για κάποιον άλλον, τα πράγματα δεν μπορούν να είναι απλά, και ούτε γίνεται με ηθική ακεραιότητα να εκφέρει κανείς αφοριστικές κρίσεις για την επιτυχία ή μάλλον φιλόδοξη (σε κάθε περίπτωση) αποτυχία ενός τόσο έντονου εγχειρήματος.
Παρόλα αυτά, υπάρχει, πίσω από όλη την κεκαλυμμένα μεσσιανική γλώσσα, μια διάχυτη απαισιοδοξία στη πρόζα του Φόκνερ
Ο Φόκνερ είναι πρωτίστως, παρά την αισθαντικότητα των δραμάτων που εκλέγει, ένας εξαιρετικά μετρημένα στοχαστικός συγγραφέας, και, όπως και στ’ άλλα του μεγάλα έργα, εδώ καταγίνεται, ίσως πιο πεισματικά από ποτέ, με τον χρόνο σαν άφευκτο πεπρωμένο. Όταν για ένα τρίωρο το γαλλικό σώμα δεν επιτίθεται, ή αμύνεται, παρά αδρανοποιείται εντελώς, σκηνή εντελώς συγκλονιστική, πραγματοποιείται κάτι σαν επίσχεση, ένα αιφνίδιο σταμάτημα, που εξωθεί όλους τους εμπλεκόμενους στο πόλεμο, θέλοντας και μη, να σκεφτούν: πραγματικά, αρχίζει μια, αν μου επιτρέπεται η διατύπωση, χρονική διελκυστίνδα ανάμεσα σε κίνηση και ακινησία, βούληση και αδράνεια, προκείμενου να διαπιστωθεί τι συνιστά αυτό πολιτικά, ψυχολογικά, αλλά και ηθικά για τον πόλεμο αυτόν, στον οποίον πουλάνε το σώμα τους τόσα εκατομμύρια νέα παιδιά, ή τον όποιον πόλεμο: ένας σχεδόν θεϊκός σταματημός που σαν ανασκευασμένο θαύμα, δίνει μια νέα πνοή μοιραίου στη ζωή, απ’ την αντίστροφη.
Η φοκνερική δυσπιστία
Παρόλα αυτά, υπάρχει, πίσω από όλη την κεκαλυμμένα μεσσιανική γλώσσα, μια διάχυτη απαισιοδοξία στη πρόζα του Φόκνερ, πιο καταγγελτική απ’ ό,τι στα λιγότερο βαρύγδουπα νοηματικά αριστουργήματα του – φερ’ ειπείν, ο βασικός, τρόπον τινά, εκπρόσωπος του κακού στο βιβλίο, ο Γάλλος Generalissimo, όπως αναγράφεται στο πρωτότυπο, που μετά την επίσχεση της μάχης αναλαμβάνει την… ανασυγκρότηση του πολέμου, μάλλον συμπυκνώνει εννοιακά ό,τι έχει μέσα του ο άνθρωπος, που δεν του επιτρέπει να υπερβεί την κτηνώδη του καταβολή, και ίσως αυτός ο ίδιος Γερμανός «εθνικός εχθρός» συνυποδηλωτικά να μην είναι παρά ο ίδιος ο χρόνος, που παρουσιάζεται, για άλλη μια φορά, σαν ένας πόρνος, που καταφέρεται έναντι παντός εμβίου ή μη όντος, και καθορίζει τα ανθρώπινα. Ο Φόκνερ, παρά που ως ορμητήριο έχει την ευαγγελική παράδοση, φαίνεται τρομερά καχύποπτος απέναντι στην αυτοϋπέρβαση του ανθρώπου, που τον τοποθετεί συνειδητά ισοϋψή της λασπουριάς, του χώματος – του μηδενός, της ύλης που εκχυδαΐστηκε απ’ τον ίδιον, μόνον και μόνον γιατί -μισοσυνειδητά- έγινε κοινωνός του πολέμου.
Το σπαραχτικά μάταιο τέλος του υπευθύνου για αυτήν την αλλόκοτη και μάλλον καθαρά οντολογικής χροιάς «ανταρσία» διοικητή επικυρώνει τη φοκνερική δυσπιστία απέναντι στον κόσμο τον ίδιο, αλλά και την εξαιρετικά ιδιοσυγκρασιακή, νότια και κατ’ επέκταση όμως προφητικά παγκόσμιά του πίστη στο ανθρώπινο πνεύμα, σαν καταλύτη σταδιακής ανατροπής, κάτι που απαθανάτισε σαν δοξασία στην περίφημη ομιλία του στην απονομή του Νόμπελ (ο άνθρωπος που είναι χρονομάχος με ασπίδα, αλλά και εχθρό το ίδιο του το πάθος).
(...) τόσο γλαφυρή και ευφάνταστη είναι η πρόζα, ανεξάρτητα απ’ τη σύγχρονη τάση της κριτικής να τοποθετεί το μυθιστόρημα ετούτο στα πιο «αδύναμα» του έργα.
Στη παρούσα έκδοση, η πεπειραμένη και πάντοτε ευθύβολη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου αποδίδει όλες τις λεπτές ποιότητες της ιδιότροπης πένας του Αμερικανού μοντερνιστή (αξιοθαύμαστη είναι η δουλειά της και στο αριστουργηματικό Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!, επίσης απ’ τις ίδιες εκδόσεις), με μια αγαστή συνέπεια τόσο διασφάλισης της πρωτότυπης ιδιοφωνίας όσο και ομαλής, στο μέτρο του εφικτού, μετατροπής της στην ελληνική – άλλωστε, η πυρηνική καθ’ υπόταξη σύσταση της ελληνικής γλώσσας προσφέρεται για τη διατήρηση της μουσικότητας ενός λόγου τόσο λεπταίσθητα αλλά και ιδιότροπα μακροπερίοδου, και σίγουρα όλη η εκ νέου απόδοση των έργων του Φόκνερ απ’ τις εκδόσεις Gutenberg, σε καταπληκτικές μεταφράσεις, τίθεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εκ νέου γειτνίασης με ένα έργο που μάλλον αποδεικνύεται εντελώς αγέραστο απ’ τη λαίλαπα των δεκαετιών.
Το αν ο Ένας μύθος αποτελεί πράγματι το έργο που, κατά τον ίδιον τον δημιουργό του, διασφάλισε τη θέση του στο λογοτεχνικό πάνθεον, την οποίαν, βέβαια, είχε ήδη -σαφώς- κατακτήσει (δεν θα γινόταν αλλιώς από τον άνθρωπο που ίσως πιότερο και από τους πιο μεγάλους Ευρωπαίους δημιουργούς, τον Μούζιλ, τον Προυστ ή τον Μπροχ, εξακόντισε μίλια μπροστά την φόρμα του μυθιστορήματος), μένει να το κρίνει ο μύστης του φοκνερικού κόσμου, ο οποίος σίγουρα θα μείνει χορτασμένος, τόσο γλαφυρή και ευφάνταστη είναι η πρόζα, ανεξάρτητα απ’ τη σύγχρονη τάση της κριτικής να τοποθετεί το μυθιστόρημα ετούτο στα πιο «αδύναμα» του έργα.
Και σε αυτό το βιβλίο του, ο Αμερικανός τιτάνας έπαιξε ένα δύσκολο στοίχημα – και το κέρδισε. Μακάρι να δούμε και άλλα απ’ τα «ελάσσονα» έργα του σε τέτοιες μεταφράσεις.
* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑΓΕΩΡΓΟΣ είναι πεζογράφος και φοιτητής Ψυχολογίας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ουίλιαμ Φόκνερ γεννήθηκε στο New Albany κοντά στην Οξφόρδη της Πολιτείας του Μισισιπή το 1897. Παρόλο που ο προπάππος του ήταν συνταγματάρχης και σπουδαία φυσιογνωμία του αμερικανικού Νότου, ο Φόκνερ δεν έγινε δεκτός στο στρατό όταν η Αμερική μπήκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Λίγο αργότερα, κατάφερε να καταταγεί στην καναδική και, στη συνέχεια, στη βρετανική βασιλική αεροπορία, και μετά τον πόλεμο φοίτησε για ένα διάστημα στο Πανεπιστήμιο του Μισισιπή. Εγκατέλειψε τις σπουδές του -ήταν, εξάλλου, μετριότατος φοιτητής- και ασχολήθηκε με δουλειές του ποδαριού, ανάμεσά τους ένα βιβλιοπωλείο στη Νέα Υόρκη και μια μικρή εφημερίδα στη Νέα Ορλεάνη, όπου το 1924 ο φίλος του Φιλ Στόουν φρόντισε να εκδοθεί σε 1.000 αντίτυπα η συλλογή ποιημάτων του The marble faun.

Στη Νέα Ορλεάνη γνωρίστηκε με έναν κύκλο λογοτεχνών στον οποίο συμμετείχε ο Σέργουντ Άντερσον, που τον ενθάρρυνε να στραφεί στην πεζογραφία, κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, Η πληρωμή του στρατιώτη, που εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Boni and Liveright το 1926. Το 1929 γράφτηκε το μυθιστόρημα Ο αχός και το πάθος. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε κι έπιασε δουλειά, νυχτερινή βάρδια, στην τροφοδοσία ενός τοπικού ηλεκτρικού σταθμού. Εκείνο το διάστημα, μέσα σε έξι βδομάδες του καλοκαιριού, από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί, γεννήθηκε το Καθώς ψυχορραγώ, που κυκλοφόρησε την αμέσως επόμενη χρονιά (1930). Το Φως τον Αύγουστο βγήκε δυο χρόνια μετά, το 1932.
Αν και αναγνωρισμένος συγγραφέας, ο Φώκνερ πέρασε βασανισμένη ζωή βυθισμένος στον αλκοολισμό και την κατάθλιψη. Στον κόσμο του, παρά την επικέντρωση στον αμερικανικό νότο, η αφήγηση προσλαμβάνει οικουμενική σημασία ως στάση απέναντι στο ανθρώπινο πεπρωμένο και σε προβλήματα όπως οι φυλετικές διακρίσεις. Το 1949 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1955 με το National Book Award και με το Pulitzer Prize for fiction (για το μυθιστόρημα A fable), το 1962 με το Χρυσό Μετάλλιο Λογοτεχνίας της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων και -μετά θάνατον- για δεύτερη φορά με το Pulitzer Prize (για το μυθιστόρημα The reivers). Πέθανε από ανακοπή καρδιάς στο 1962.
























