
Λίγα λόγια για τη συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι» (εκδ. Εστία).
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Ήταν Ιούνιος πάλι, στο Επί Λέξει, όταν η ίδια συντροφιά είχαμε μαζευτεί για να γιορτάσουμε το πρώτο βιβλίο του Γιάννη Καρκανέβατου Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά, την παρθενική του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα. Παινέψαμε τότε εκείνο το ιδιότυπο μυθιστόρημα, για την αλήθεια του, για τη δομή του, για το πώς χώνευε ετερόκλητα στοιχεία στον βασικό κορμό του, από το οπτικοακουσιτκό τεκμήριο έως το μικροδιήγημα. Μια πικρή οικογενειακή ιστορία για τον Εμφύλιο, που διαθλούταν μέσα από στιγμιότυπα του κεντρικού αφηγητή στον ρευστό σύγχρονο κόσμο. Η κρίση μας δικαιώθηκε, το βιβλίο είχε εξαιρετική πορεία, διαβάστηκε πολύ, πήρε θετικότατες κριτικές και ήταν υποψήφιο σε όλα τα βραβεία.
Τέσσερα χρόνια πέρασαν από τότε, ο Γιάννης Καρκανέβατος δεν βιάστηκε να επικυρώσει τη συγγραφική του θέση με ένα δεύτερο βιβλίο, κι έτσι έχουμε σήμερα στα χέρια μας μια συλλογή διηγήματων που τη χαρακτηρίζει η πολυτροπία αλλά και η ωριμότητα.
Είναι μια συλλογή με θεματική ενότητα; Σαφέστατα όχι. Αλλά και τι ακριβώς σημαίνει αυτό; Υπάρχουν ιστορίες που αντλούν το υλικό τους από εμπειρίες πολύ παλιές, όπως ήταν η εμπειρία της στράτευσης, απ’ όπου και το απόσπασμα με το κοράκι («Όρχος»), που δίνει το στίγμα της συλλογής στο οπισθόφυλλο. Υπάρχουν ιστορίες λιγότερο παλιές, από τα χρόνια του συγγραφέα στο Παρίσι, όπως είναι το διήγημα που χαρίζει τον τίτλο του στη συλλογή («Το Σαλιγκάρι», το ξέρετε όσοι το έχετε διαβάσει, είναι μια έκφραση για τον καταμερισμό σε διαμερίσματα του κέντρου του Παρισιού σε σχήμα κοχλία), αλλά υπάρχουν και άλλα, βγαλμένα εμφανώς από εμπειρίες του συγγραφέα τα τελευταία χρόνια, καταστάσεις σύγχρονες ή και ελαφρώς μελλοντολογικές.
Δεν είναι όμως μονάχα οι διαφορετικές χρονικές περίοδοι ή ή τόποι απ’ όπου αντλείται το δραματουργικό υλικό, οι ιστορίες, που δίνουν αυτή την αίσθηση της χαλαρής θεματικής ενότητας: είναι και η μεγάλη ποικιλία τεχνοτροπιών. Δραματικοί μονόλογοι, αφηγήσεις με παράλληλο μοντάζ, όπως η «Διαρροή», όπου η ιστορία μιας διαρροής στο Παρίσι και η σχέση με έναν συγκάτοικο μας δίνεται παράλληλα με τη σχέση δύο αδερφών σε μια άλλη εποχή. Αλλά και τριτοπρόσωπες αφηγήσεις με εστίαση, όπως τον ήρωα που διασχίζει το Παρίσι αποφασισμένος να παραιτηθεί από τη δουλειά του και μέσα από το μυαλό του περνούν μύρια όσα, ή και απλές πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, όπως το «Όρχος» ή η συγκινητική «Πρόσκληση», η ιστορία μιας φωτογραφίας που δεν πάρθηκε ποτέ, ένα κείμενο ευαίσθητο και γλυκόπικρο, στο οποίο ο συγγραφέας καταφέρνει με μαεστρία να συγκεράσει διαφορετικά αφηγηματικά επίπεδα, χωρίς να είναι εμφανείς οι «ραφές».
Υπάρχει βέβαια και το πειραματικό-εξομολογητικό κείμενο στο τέλος, με τον μεσότιτλο «Η μέρα που κατάλαβα ότι θέλω να γίνω συγγραφέας», που φανερώνει μια πιο παιγνιώδη και αποδομητική διάθεση σε σχέση με τα υπόλοιπα διηγήματα της συλλογής.
Σε αυτά τα διηγήματα, που είναι με τον τρόπο τους πορτρέτα, είναι το πρόσωπο που κυριαρχεί, αλλά και κάτι πέρα από αυτό, μια σύνδεση, ένα παναθρώπινο αίσθημα.
Οι ήρωες και οι ηρωίδες είναι συνηθέστερα δύο κατηγοριών: είτε άντρες, νεότεροι ή μεγαλύτεροι, που θυμίζουν τον συγγραφέα και τα βιώματά του, σε κάποια φάση της ζωής του· είτε γυναίκες, συνήθως ώριμης ηλικίας, φιγούρες συχνά μητρικές. Σε αυτά τα διηγήματα το βλέμμα του συγγραφέα γίνεται πιο τρυφερό, κι έχω την αίσθηση ότι γενικότερα η αφήγηση βαθαίνει, ο αφηγητής αφήνεται, ξεχνιέται. Η τάση του να δίνει το παρόν με έξυπνες ατάκες, με μοτίβα που γίνονται οι αρμοί της αφήγησης, εξασθενεί. Σε αυτά τα διηγήματα, που είναι με τον τρόπο τους πορτρέτα, είναι το πρόσωπο που κυριαρχεί, αλλά και κάτι πέρα από αυτό, μια σύνδεση, ένα παναθρώπινο αίσθημα.
![]() |
|
Από την παρουσίαση του βιβλίου (από αριστερά): Βάνα Πεφάνη, Κώστας Κατσουλάρης, Γιάννης Καρκανέβατος, Σοφία Διονυσοπούλου. |
Σε καμιά συλλογή, ούτε των σπουδαιότερων, τα διηγήματα δεν στέκονται όλα στο ίδιο ύψος. Υπάρχουν πάντα οι κορυφές, υπάρχουν τα οροπέδια, υπάρχουν και οι κοιλάδες. Το σημαντικό είναι το ανάγλυφο να είναι όμορφο και συναρπαστικό, να θες να βρίσκεσαι εκεί, να περιηγείσαι στον κόσμο αυτών των ιστοριών, να αναπνέεις μέσα τους.
Είτε στο σαλιγκάρι, λοιπόν, του Παρισιού είτε στη σύγχρονη Αθήνα είτε κάπου αλλού, νιώθουμε καλά μέσα στις ιστορίες τους Γιάννη Καρκανέβατου. Ένα σταθερό και καλό χέρι μας οδηγεί, κι αφηνόμαστε σε αυτό το καλό χέρι, το εμπιστευόμαστε, μέχρι το τέλος.
* Ο Κ.Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.
* Το κείμενο αυτό, σχεδόν αυτούσιο, διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Θέατρο Εν Αθήναις στις 11 Ιουνίου.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Γιάννης Καρκανέβατος γεννήθηκε το 1966 στις Σέρρες. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου. Εργάστηκε πολλά χρόνια στο εξωτερικό.
To πρώτο του βιβλίο Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά (εκδ. Εστία, 2022), ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο (2023), για το Βραβείο «Μένη Κουμανταρέα» για πρωτοεμφανιζόμενο πεζογράφο της Εταιρείας Συγγραφέων (2022), καθώς επίσης και για τα βραβεία των περιοδικών: O Αναγνώστης, Κλεψύδρα και (δε)κατα (The Athens Prize for Literature). Η συλλογή διηγημάτων Ο Τζιμ Μόρισον και το σαλιγκάρι είναι το δεύτερο βιβλίο του.

























