
Σκέψεις με αφορμή το πρόσφατο μυθιστόρημα του Νίκου Κατσαλίδα «Η πλημμυρίδα της νύχτας», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νίκας. Στην κεντρική εικόνα, το πάνω μέρος φωτογραφίας του Κώστα Μπαλάφα [1920-2011], από το λεύκωμα ΗΠΕΙΡΟΣ (εκδ. Ποταμός)
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Η μητρική γλώσσα είναι ένας τόπος, παρά μια «λαλιά». Αυτή η ιδέα διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα-ποταμός του Νίκου Κατσαλίδα, όπου ο γιος-συγγραφέας δίνει τον λόγο στην υπέργηρη μητέρα, για να τον ανταμείψει με έναν ωκεανό λέξεων, εικόνων, αναμνήσεων, αισθήσεων και αισθημάτων.
Η συζήτηση-συνάντηση με τη μάνα, σε ώρες νυχτερινές, κυρίως, διαδραματίζεται την εποχή της καραντίνας, όπως μαρτυρούν εδώ κι εκεί κάποιες αναφορές. Σε μεγάλο μέρος της έχει τη μορφή μια απεύθυνσης, μιας εκμυστήρευσης, προς τον μονάκριβο γιο της, «το μαναχό της», όπως χαρακτηριστικά επαναλαμβάνει [1]. Η πλημμυρίδα των λέξεων εκβάλει πότε σε εσωτερικά τοπία και πότε στην Ιστορία.
«Στο Μεσολόγγι, αφού έφαγαν τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, έφτασαν στου σκύλους, στις γάτες και στα ποντίκια. Κι έπιναν νερό από πηγάδια γεμάτα εντόσθια, αίματα, κεφάλια κομμένα. Τώρα, μ’ όλα τα καλά του Θεού, πούθε παρουσιάστηκε τούτο το ζουλάπι κι ερήμωσαν οι δρόμοι, κι ούτε τα σκόρδα κάνουν τίποτε για ξεμάτιασμα και ούτε οι γύφτισσες δεν ξέρουν τι να πουν για να γλυτώσει ο κόσμος;» (σελ. 65)

Η Άνω Λεσινίτσα, στους Θεολόγους των Αγίων Σαράντα, είναι ο γενέθλιος τόπος αναφοράς. Ο καημός ενός πολλαπλού ξεριζωμού: λείπει ο τόπος, λείπουν οι άνθρωποί του, λείπουν τα ζωντανά του, λείπουν τα φυτά και τα λουλούδια του, λείπει η γλώσσα του. Μπροστά στο φάσμα του επερχόμενου θανάτου (η πραγματική μητέρα του συγγραφέα πράγματι έφυγε από τη ζωή πρόσφατα δίνοντας το έναυσμα γι’ αυτή τη χειμαρρώδη γραφή), η γλώσσα της κυρα-Σταυρούλας λύνεται, γίνονται απολογισμοί, η μάχη αναμένεται σκληρή.
«Τη ζωή μου την πέρασα και τη γεύτηκα με τα καλά της και τα κακά της. Τον θάνατο, που κι αυτός δικός μου θα ’ναι όταν έρθει, θα τον συλλάβω σα δικό μου, όχι με φοβέρες και αγριοκοιτάγματα σαν του στοιχειού απόψε. Φύγε, μαύρο στοιχειό, από μπροστά μου, να κοιμηθώ, και θα δεις ότι, αν απομακρυνθείς, κι εσύ θα χαλαρώσεις. Χαλάρωσε εσύ, να χαλαρώσω κι εγώ τούτη τη μαύρη νύχτα». (σελ. 84)
Το βιβλίο κινείται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, ανάμεσα σε ζεύγη αντιθέσεων: Ο κόσμος των ζωντανών και ο κόσμος των νεκρών, η κατάσταση της εγρήγορσης και η ονειρική, η μέρα και η νύχτα, οι άλλοι και εμείς (όπου «εμείς» είναι η ελληνική κοινότητα της Αλβανίας), η Ιστορία και η καθημερινότητα, οι άντρες και οι γυναίκες, το χωριό και η πόλη, το εδώ και το εκεί (Ελλάδα).
Το αρνητικό και το κακό δεν βρίσκουν τόπο μέσα σε αυτή τη ροή λόγου, σ' αυτά τα «κελαρύσματα της γλώσσας», παρά μέσα από μορφές αλληγορικές (ο λύκος με τα κόκκινα μάτια), πίσω από τις οποίες λανθάνουν αληθινά πρόσωπα, πραγματικές ιστορικές καταστάσεις.
Η αγάπη για την Ελλάδα, παρά τον καημό του ξεριζωμού, εκφράζεται σπαραξικάρδια και ιδιαιτέρως παραστατικά μέσα από φράσεις σαν τις ακόλουθες:
«Και τους λέω: εμείς έχομε δύο πατρικά, και το δικό μας εκεί και τούτο της Ελλάδας. Κι εδώ Ελλάδα λάμπουν τα σπίτια μας κι εκεί Ελλάδα αστράφτουν». (σελ. 362)
Το μοτίβο της επιστροφής στο σπίτι, μιας επιστροφής αδύνατης πλέον –αφού το «σπίτι» έχει πλέον τα χαρακτηριστικά ενός μυθικού σημείου αναφοράς για μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί, μαζί με τα μικράτα και τη νεότητα–, διατρέχει όλο το βιβλίο: είναι ο καημός που ενεργοποιεί όλους τους άλλους καημούς, είναι το σημαίνον του τραύματος του ξεριζωμού.
«Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι/ στοιχειό είναι και με προσκαλεί, ψυχή, και με προσμένει» (σελ. 115)
Κιβωτός ενός κόσμου που χάθηκε
Το μυθιστόρημα του Νίκου Κατσαλίδα, προσωπικό, αυτοαναφορικό –μοιραία, καθότι η δική του μάνα θεματοποιείται εδώ, σε αυτήν δίνεται ο λόγος από τη συγγραφική πένα–, συνομιλεί ευθέως με μια λογοτεχνία της μαρτυρίας, του τεκμηρίου και του ντοκουμέντου, που φέρνει στο νου έργα του Βαλτινού και άλλων. Κυρίως όμως συνομιλεί με το μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου «Ουρανός απ’ άλλους τόπους» (εκδ. Πατάκη, 2021), όπου κι εκεί είναι η μάνα που φέρει το βάρος της «ανασύστασης» μιας γλώσσας κι ενός τρόπου ζωής που χάνεται, μαζί κι ενός ανθρωπολογικού τύπου που εξαφανίζεται – με τη βοήθεια της συγγραφικής πένας και της λογοτεχνικής επινόησης, βεβαίως.
Διαβάστε επίσης: «Ουρανός απ’ άλλους τόπους», του Σωτήρη Δημητρίου (κριτική)
Στο βιβλίο του Κατσαλίδα, ωστόσο, η ροή της ανάγνωσης δεν προσκρούει στις πολλές ιδιωματικές εκφράσεις της γλώσσας, όπως στο μυθιστόρημα του Δημητρίου, αλλά κυρίως στην έκτασή του. Δύσκολο ωστόσο να βάλεις στο ζύγι ένα μυθιστόρημα που δεν βασίζεται στην πλοκή, δεν μετριέται μέσα από τις δυναμικές μεταξύ χαρακτήρων, δεν οδηγείται στο τέλος του μέσα από τη δράση, αλλά με έναν φυσικό, σχεδόν σωματικό τρόπο. Θα ήταν καλύτερο το βιβλίο αν έλειπαν εκατό σελίδες; Και ποιες θα ήταν αυτές; Δύσκολο να πεις. Οι κοντά πεντακόσιες σελίδες της Πλημμυρίδας ζητούν από τον αναγνώστη προσήλωση και δέσμευση, αλλά αν αυτός τις παραχωρήσει, στο τέλος θα ανταμειφθεί. Μυθιστορήματα σαν κι αυτό, άλλωστε, και δεν υπάρχουν πολλά, δεν αξιολογούνται από το πόσο εύκολα κυλάει η ανάγνωση από τη μια σελίδα στην άλλη, αλλά από τη βαθιά και πλούσια αναγνωστική απόλαυση που προσφέρουν, κι ακόμη περισσότερο γι' αυτό που είναι στο μεδούλι τους: Κιβωτοί ενός κόσμου που χάθηκε, μαζί με τη γλώσσα του, μαζί με μια διαφορετική ενατένιση του βίου – ένα άλλο μέτρο των πραγμάτων. Αρετές ανεκτίμητες.
1. Στο εξώφυλλο, τα χέρια της κυρα-Σταυρούλας, μάνας του συγγραφέα, κεντρικής ηρωίδας και αφηγήτριας.
* Ο Κώστας Β. Κατσουλάρης είναι συγγραφέας.























