
Αυτό που καταλάβαμε κάποια στιγμή μέσα από την εξέλιξη της λογοτεχνικής θεωρίας, και γενικότερα της κριτικής σκέψης, ήταν πως ο συγγραφέας είναι, ούτως ή άλλως, ένα φασματικό πρόσωπο. Ούτε ακριβώς νεκρός, μα ούτε και ακριβώς ζωντανός. Κάτι σαν τη Γάτα του Σρέντιγκερ: Ο συγγραφέας είναι και δεν είναι ζωντανός, αναλόγως ποιος και πότε θα τον αναζητήσει, ποιος και πότε «θα ανοίξει το κουτί».
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Όμως, ακόμη και αυτή η φασματική ύπαρξη είναι πολύτιμη για να διατηρηθεί ζωντανή η αλυσίδα Συγγραφέας – Κείμενο – Αναγνώστης. Θα αποκαλέσω αυτή την αλυσίδα, αλυσίδα του νοήματος, υπονοώντας ότι αν λείψει ένας από τους κρίκους της, το νόημα καταρρέει.*
Ας πάρουμε ένα ένα τα ζεύγη, ξεκινώντας από το πιο εύκολο:
α. Συγγραφέας – Αναγνώστης, χωρίς Κείμενο, είναι κάτι σαν βιβλιοπαρουσίαση χωρίς βιβλίο. Μια συνάντηση που έχει περισσότερες πιθανότητες να οδηγήσει σε φλερτ παρά στην παραγωγή νοήματος.
β. Συγγραφέας – Κείμενο, χωρίς Αναγνώστη. Αυτή είναι σαφώς μια πιο ενδιαφέρουσα συνθήκη. Ο Συγγραφέας έχει συγγράψει το κείμενο, κι αυτό παραμένει στο συρτάρι. Σε αναμονή. Για τον ίδιο τον συγγραφέα, το κείμενο που συνέγραψε και κρατάει προσώρας στο συρτάρι του έχει σίγουρα κάποιο νόημα – πολλαπλά νοήματα, πιθανότατα. Πέρα όμως από την εντύπωση του συγγραφέα, και την αναντίρρητη σχέση του με αυτό που συνέγραψε, πλέον γνωρίζουμε ότι η παραγωγή νοήματος δεν προκύπτει εξ ολοκλήρου κατά τη συγγραφή, αλλά κατά την ανάγνωση. Το νόημα που προκύπτει φυσικά δεν είναι ταυτόσημο για τον κάθε αναγνώστη, αλλά αυτό ας το αφήσουμε για την ώρα στην άκρη. Μπορεί ο ίδιος ο συγγραφέας, ως αναγνώστης του έργου του, να υποκαταστήσει τον Αναγνώστη, να πάρει τη θέση του; Αν και μπορούμε, θεωρητικά, να φανταστούμε ένα υποκείμενο αρκούντως διχασμένο ώστε να επιτελεί και τους δύο ρόλους εξίσου δημιουργικά (του συγγραφέα και του αναγνώστη ταυτόχρονα), το σχήμα θυμίζει περισσότερο φίδι που δαγκώνει την ουρά του με το σχήμα του κύκλου να περιορίζει τα ενδεχόμενα νοήματα – είναι ένα σχήμα που ορίζει μια περιοχή ως κλειστή. Η πραγματική ανάγνωση είναι αποτέλεσμα μιας συνάντησης, μα εδώ η συνάντηση αυτή έχει εξαρχής ναρκοθετηθεί: όσο κι αν ο συγγραφέας μπορεί να λογιστεί κι ως ένας «άλλος» σε σχέση με τον εαυτό του, αφού κανείς δεν είναι απολύτως οριοθετημένος και μονοφωνικός, κι όλοι έχουμε μέσα μας πολλαπλές φωνές, το σχήμα παραμένει στην ουσία του κατοπτρικό. Άρα, κλειστό. Η πραγματική ανάγνωση είναι μια συνάντηση, μια ανταλλαγή, ένας πολλαπλασιαστής νοημάτων. Η μηχανή της ανάγνωσης, για να χρησιμοποιήσω μια άλλη μεταφορά, δεν θα πάρει ποτέ πραγματικά μπροστά, αν της λείπει το εξάρτημα «αναγνώστης». Όπου «αναγνώστης», σε αυτό το πλαίσιο, ορίζεται ως το διάφορο του συγγραφέα. Αναγνώστης, σε αυτό το πλαίσιο, είναι οποιοσδήποτε δεν είναι ο συγγραφέας και θα διαβάσει το κείμενο που έγραψε ο συγγραφέας.
γ. Κείμενο – Αναγνώστης, χωρίς Συγγραφέα. Εδώ ερχόμαστε στην πιο αμφιλεγόμενη συνθήκη. Ο Ρολάν Μπαρτ, στο περίφημο κείμενό του «Ο θάνατος του συγγραφέα», θέλοντας ουσιαστικά να αντιταχθεί στις ερμηνείες του έργου που βασίζονται στη βιογραφία ή γενικότερα στην αυθεντία του συγγραφέα, ή στις απόψεις του συγγραφέα για το έργο του, υποστηρίζει ότι τη στιγμή της ανάγνωσης υπάρχει μονάχα το κείμενο και ο αναγνώστης, και πως ο συγγραφέας παύει να έχει αυτή τη στιγμή την παραμικρή σημασία. Ο αναγνώστης γεννιέται, μας λέει ο Μπαρτ, «τη στιγμή που ο συγγραφέας πεθαίνει». Η ζωή του αναγνώστη, λοιπόν, προϋποθέτει τον θάνατο του συγγραφέα;
Ο συγγραφέας, ναι, έχει επιστρέψει, αλλά γεμάτος αστερίσκους, υποσημειώσεις, προειδοποιήσεις.
Ήταν μια ρηξικέλευθη άποψη που στην πορεία έδωσε τροφή για τη συγκρότηση των λεγόμενων Αναγνωστικών Θεωριών ή των Θεωριών της Αναγνωστικής Ανταπόκρισης, που άνοιξαν νέους ορίζοντες, πράγματι, στο πώς βλέπουμε τη διαδικασία της ανάγνωσης ως πολιτισμική πράξη, ως δημιουργική πράξη. Έκτοτε, όμως, έχει κυλίσει πολύ νερό στο αυλάκι. Πλέον γνωρίζουμε ότι καμιά θεωρητική προσέγγιση δεν είναι πλήρης, δεν μας διαφωτίζει για το σύνολο των όσων διαμείβονται μέσα σε αυτήν την πολύπλοκη και πολυσήμαντη πράξη της ανάγνωσης, που είναι ταυτόχρονα ατομική όσο και κοινωνική εμπειρία. Έκτοτε, ο συγγραφέας, όχι ως αυθεντία, ούτε ως μοναδικός εγγυητής του νοήματος του έργου του (αυτά έχουν όντως «πεθάνει» οριστικά, δεν γυρνά πίσω το ποτάμι), ο συγγραφέας ως ο ένας πόλος αυτού του τριγώνου, όσο θολός, ασαφής, πληθυντικός κι αν είναι, επανέρχεται διαρκώς στο προσκήνιο, ενίοτε και με μεγάλη ορμή. Συχνά, στις μέρες μας, με τη μεγάλη αξία που έχουν πάρει στο λογοτεχνικό πεδίο οι αυτοβιογραφικές ή αυτομυθοπλαστικές αφηγήσεις, ή ακόμη και οι μαρτυρίες, δημιουργείται καμιά φορά η εντύπωση ότι ο συγγραφέας έχει επιστρέψει a tour de force, με όλη του την παλιά αίγλη, δηλαδή, αλλά αυτή είναι μια ψευδαίσθηση, ή ενίοτε και αποτέλεσμα μάρκετινγκ. Ο συγγραφέας, ναι, έχει επιστρέψει, αλλά γεμάτος αστερίσκους, υποσημειώσεις, προειδοποιήσεις. Υπάρχει, είναι απαραίτητος (όπως ισχυρίζεται αυτό το κείμενο, κι εγώ από πίσω του) για τη συμπλήρωση του τριγώνου που εγγυάται την παραγωγή νοήματος – εννοώντας εδώ το νόημα ως κάτι διαρκώς ανανεούμενου, ως μια δυναμική διαδικασία που συνεχώς αλλάζει, καθώς τουλάχιστον τα δύο σημεία του τριγώνου, ο συγγραφέας και ο αναγνώστης, δεν αποτελούν σταθερές. Αλλά και το ίδιο το κείμενο, στο βαθμό που είναι ένα σύνολο από πολιτισμικά σημαίνοντα και σημαινόμενα, είναι μονάχα φαινομενικά σταθερό και άκαμπτο, αφού κάθε ενεργοποίησή του από τους άλλους πόλους του τριγώνου, προκαλεί αλλαγές και αναταράξεις και ανακατατάξεις στο εσωτερικό του. Ο συγγραφέας, λοιπόν, έχει επιστρέψει, αλλά όχι ως αυθεντία, όχι ως απόλυτος άρχων, αλλά ως ισότιμος παίκτης σε ένα παιχνίδι για τρεις, που εξελίσσεται σε ένα παιχνίδι για πολλούς περισσότερους.
Το φάντασμα του συγγραφέα
Ένα πολύ χρήσιμο παράδειγμα για την κρίσιμη σημασία που έχει ο πόλος Συγγραφέας στην κατανόηση και αποτίμηση ενός λογοτεχνικού έργου το βρήκα πρόσφατα στο συγκλονιστικό βιβλίο της Νεζ Σινό Θλιβερός τίγρης (μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδ. Εστία), το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, πέρα από θαρραλέα μαρτυρία, είναι και ένα στοχαστικό βιβλίο για τη λογοτεχνική γραφή κι ανάγνωση. Η συγγραφέας, αναπτύσσοντας τη σκέψη της ότι στις ιστορίες σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων η πλευρά του κακοποιητή είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα αναγνωστικά από την πλευρά του θύματος, φέρνει ένα παράδειγμα από τη λογοτεχνία, ίσως το διασημότερο έργο όπου αυτός που μιλάει, που αφηγείται, που ορίζει το νόημα της αφήγησης (όχι εντελώς, ποτέ εντελώς) είναι ο ίδιος ο κακοποιητής, εν προκειμένω ο Χάμπερτ Χάμπερτ, στην πολυδιαβασμένη Λολίτα του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ. Η Σινό αφήνει να εννοηθεί πως, παρότι πρόκειται ξεκάθαρα για μια ιστορία βιασμού ανηλίκου (η Λολίτα είναι μόλις 12 χρονών στην αρχή του βιβλίου) από έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της ενήλικα (37 στην αρχή του βιβλίου), η πρόσληψη του μυθιστορήματος από το μεγαλύτερο μέρος του κοινού υποστηρίζει ότι πρόκειται μεν για μια ιστορία σεξουαλικής σχέσης ενός ενήλικα με μια ανήλικη, αλλά στο πλαίσιο μιας ιδιότυπης «συναίνεσης». Στη λανθασμένη αυτή εικόνα συνεισέφεραν σημαντικά οι ταινίες που ακολούθησαν, καθώς στον ρόλο της Λολίτας δεν βλέπουμε ποτέ ένα 12χρονο παιδί, αλλά μια κατά πολύ μεγαλύτερη κοπέλα, ενώ πάντα υπονοείται ότι είναι εκείνη, η κοπέλα, που σαγηνεύει τον ενήλικα, με τον τρόπο που η αράχνη παγιδεύει τα θύματά της στα σχεδόν αόρατα δίχτυα της. Η παθιασμένη όσο και διάσημη έναρξη της αφήγησης, με τις φράσεις «Λολίτα, φως της ζωής μου, φωτιά των σπλάχνων μου. Αμαρτία μου, ψυχή μου κλπ», μας βάζει κατευθείαν στο κλίμα αυτής της ιστορίας, όπου ο θύτης, αν δεν είναι θύμα ο ίδιος, (πιστεύει ότι) μοιράζεται με την 12χρονη κοπέλα μέρος της ευθύνης αυτής της εντελώς ασύμμετρης σχέσης. Αν είναι έγκλημα, θα έλεγε κανείς, είναι ένα «έγκλημα πάθους», όπως υποστήριζαν οι παλιότεροι (και κάποιοι συνεχίζουν, αφελώς ή όχι), για να δικαιολογήσουν βιασμούς, γυναικοκτονίες κ.ά.
Ο αφηγητής, λέει η Σινό, γνωρίζει ότι διαπράττει ένα έγκλημα, γνωρίζει ότι σε αυτό το έγκλημα δεν συναινεί το παιδί, κι απλώς έχει επιλέξει να μην εκπροσωπείται η πλευρά του στην αφήγηση.
Όπως όμως δείχνει με μαεστρία η Σινό, αυτή η εντύπωση είναι λανθασμένη, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται απλώς για μια καλά στημένη αφηγηματική στρατηγική, με το είδος του αφηγητή που ονομάζουμε «αναξιόπιστο αφηγητή», καθώς σε όλο το βιβλίο ουσιαστικά η πλευρά της Λολίτας αποσιωπείται πλήρως. Ή σχεδόν, μας λέει η Σινό. Προς το τέλος του μυθιστορήματος, μετά από έναν ακόμη βιασμό, κι ενώ ο αφηγητής έχει κάνει το παν για να μας πείσει ότι κι εκείνος υποφέρει, τουλάχιστον, όσο και το παιδί στα χέρια του μέσα σε αυτήν την ιστορία, ο συγγραφέας βάζει τις εξής φράσεις στο στόμα του (θυμίζω ότι όλο το βιβλίο είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση): «Ήταν πολύ ιδιαίτερη εκείνη η αίσθηση: μια καταπιεστική, απαίσια αίσθηση, σαν να καθόμουν με το μικρό φάντασμα κάποιου που είχα μόλις σκοτώσει» (σ. 315, μτφρ. Γ.-Ι. Μπαμπασάκης, εκδ. Πατάκη). Ο αφηγητής, λέει η Σινό, γνωρίζει ότι διαπράττει ένα έγκλημα, γνωρίζει ότι σε αυτό το έγκλημα δεν συναινεί το παιδί, κι απλώς έχει επιλέξει να μην εκπροσωπείται η πλευρά του στην αφήγηση. Εδώ, όμως, σε αυτήν τη ρωγμή, αντιλαμβάνεται ποια ακριβώς είναι η φύση του εγκλήματος που διαπράττει.
Η Σινό, όπως προείπα, αφήνει να εννοηθεί ότι πολλοί αναγνώστες δεν διαβάζουν σωστά τα «σήματα» που δίνει ο συγγραφέας στον αναγνώστη, παρότι αυτά είναι εκεί και επαναλαμβάνονται. Ο συλλογικός νους επέλεξε να διαβάζει αυτή την ιστορία, όσο σοκαριστική κι αν ήταν, ως την ιστορία μιας παραβατικής ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε δύο υποκείμενα, που συναινούν.
Μια απλή υπόθεση: What if...
Κι εδώ κάνει την υπόθεση που μας επαναφέρει στο δικό μας θέμα: στη σημασία του πόλου Συγγραφέας για τη συγκρότηση του νοήματος ενός λογοτεχνικού έργου. Η υπόθεσή της είναι απλή: Πώς θα διαβάζαμε, λέει η Σινό, τη Λολίτα, αν μαθαίναμε ότι ο Ναμπόκοφ ήταν παιδόφιλος; Ότι είχε κι ο ίδιος σεξουαλικές σχέσεις με ανήλικα άτομα; Θα εξακολουθούσαμε, ακόμη και οι πιο οξυδερκείς αναγνώστες, να διαβάζουμε αυτό το μυθιστόρημα ως έξυπνη κατάδυση στο μυαλό ενός διεστραμμένου, μια επίσκεψη στα ερέβη του ανθρώπινου ψυχισμού, με την ποιητική άδεια που παρέχεται στους λογοτέχνες ώστε να μπορούν ανεμπόδιστα να κάνουν αυτό που οι κοινοί θνητοί δεν μπορούν ούτε να ονειρεύονται;
Η απάντηση που δίνει η Σινό, και την οποία συμμερίζονται απόλυτα, είναι πως μια τέτοια βιογραφική πληροφορία τα αλλάζει όλα. Η γνώση και μόνο ότι πίσω από τον διεστραμμένο πρωταγωνιστή δεν θα βρισκόταν η διάνοια και οι λογοτεχνική ικανότητα του συγγραφέα να «μπαίνει στο πετσί» ακόμη και του χειρότερου εγκληματία, αλλά ο ίδιος ο συγγραφέας, που στην περίπτωση αυτή θα ήταν ο ίδιος ένας διεστραμμένος εγκληματίας, θα άλλαζε πλήρως τον άξονα ανάγνωσης του μυθιστορήματος. Κι άρα, και το νόημά του.
Ο συγγραφέας, παρά την ασταθή φύση του, παραμένει ο ρυθμιστής του νοηματικού φορτίου ενός λογοτεχνικού έργου, ο μοναδικός εγγυητής μιας μορφής αυθεντικότητας
Αν ο συγγραφέας πέθανε, λοιπόν, τότε το φάντασμά του συνεχίζει να κρατάει ζωντανή της «αλυσίδα του νοήματος». Όπως το φάντασμα του Πατέρα παραμένει στον Άμλετ ο ρυθμιστής του ψυχικού φορτίου του κεντρικού ήρωα, έτσι και ο συγγραφέας, παρά την ασταθή φύση του, παραμένει ο ρυθμιστής του νοηματικού φορτίου ενός λογοτεχνικού έργου, ο μοναδικός εγγυητής μιας μορφής αυθεντικότητας, έστω κι αν αυτή η αυθεντικότητα στις μέρες μας ίσως πρέπει να νοείται απλώς σαν ένα βέλος χωρίς ιδιαίτερη ορμή που τείνει προς κάποιον θολό ορίζοντα. Χωρίς αυτό το βέλος, όμως, θα ήμασταν οριστικά χαμένοι.
* Το κείμενο αυτό είναι μέρος ενός μεγαλύτερου κειμένου που θα δημοσιευτεί στην πληρότητά του στο βιβλίο με τα πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου της Εταιρείας Συγγραφέων με τίτλο «Γράφω, μεταφράζω, σκέφτομαι στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης / Τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας σήμερα» που έλαβε χώρα στις 27-28.2.2026, στο Ινστιτούτο Γκαίτε.






















