
Μερικές σκέψεις για την 22η ΔΕΒΘ, καθώς οι εντυπώσεις καταλαγιάζουν. Ένα τετραήμερο γεμάτο βιβλία, συγγραφείς, συναντήσεις, ανταλλαγές. Και μια εκδήλωση για τις βιβλιοθήκες που μας έκανε πιο αισιόδοξους.
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης είναι ένα πολυγεγονός με τριπλή φύση: Είναι μια μεγάλη εμπορική έκθεση κλειστού χώρου, όπου οι εκδότες στήνουν τα σταντ τους και εκθέτουν προς πώληση τα βιβλία τους, σε ποσότητα και ποικιλία που δύσκολα σε αφήνει ασυγκίνητο. Είναι επίσης κι ένα μεγάλο Φεστιβάλ, όπου συγγραφείς από χώρες της Ευρώπης (κι από αλλού, ενίοτε) συναντούν Έλληνες ομότεχνούς τους και το κοινό τους, συμμετέχοντας σε βιβλιοπαρουσιάσεις, συζητήσεις, υπογραφές βιβλίων. Είναι όμως και έκθεση επαγγελματική, που φέρνει κοντά ανθρώπους του métier, ατζέντηδες και άλλους, είτε για να ανταλλάξουν εμπειρίες και απόψεις είτε για να κλείσουν αγοραπωλησίες δικαιωμάτων. Έτσι, αναλόγως με ποιον θα μιλήσεις (συγγραφέα, εκδότη, επισκέπτη), το βάρος της προσοχής του πέφτει αλλού. Η προοπτική της θέασής του για την Έκθεση αλλάζει.
Το κοινό διψά για νόημα, πέρα από το εμπόριο και τις επαγγελματικές επιδιώξεις επιμέρους ομάδων.
Οι εκδότες, όπως είναι επόμενο, ενδιαφέρονται να πουλήσουν αρκετά βιβλία, ώστε στη χειρότερη περίπτωση να καλύψουν μέρος ή το σύνολο του κόστους που απαιτείται για την παρουσία τους εκεί, μια και στην πλειονότητά τους έχουν τη βάση τους στην Αθήνα. Ενδιαφέρονται, βεβαίως, και για το επαγγελματικό κομμάτι, αλλά όχι όλοι: Πολλοί μιλούν σαν να μην τους αφορά, θεωρώντας ότι τις επιλογές των βιβλίων τους τις κάνουν μέσα από άλλες διαδρομές. Οι συγγραφείς, εκ της φύσεως της δουλειάς τους, ενδιαφέρονται πρωτίστως για το φεστιβαλικό κομμάτι: Θέλουν να παρουσιάσουν τα βιβλία τους, κατά το δυνατόν μια καλή μέρα και ώρα, ώστε να μην εμφανίζονται μπροστά σε άδειες καρέκλες, κάτι που πρέπει να πούμε ότι σε αυτήν την έκθεση δεν ήταν συχνό φαινόμενο. Θέλουν επίσης να λαμβάνουν μέρος σε συζητήσεις, να νιώθουν ότι κάτι κινείται, κάτι δονείται, τους αρέσει να πιστεύουν ότι συμμετέχουν σε ζυμώσεις, ότι ακούγονται και επηρεάζουν. Κάποιοι πιστεύουν ότι σε αυτό το κομμάτι η Έκθεση ήταν ελαφρώς χλιαρή: ότι έλλειψε η δυνατή κεντρική θεματική: η πολιτική, οι πόλεμοι που μαίνονται, τα μεγάλα ρεύματα, θέματα που παθιάζουν αλλά και διχάζουν.

Το κοινό, τέλος, θέλει να συναντήσει συγγραφείς που γνωρίζει, να τους ακούσει να μιλούν, να ενημερωθεί για τις νέες εκδόσεις ή να ανακαλύψει παλιότερα βιβλία που δεν θα βρει στα βιβλιοπωλεία ούτε της Αθήνας, πόσο μάλλον μιας μικρότερης αγοράς σαν τη Θεσσαλονίκη. Θέλει, ως έναν βαθμό, να ακούσει και σημαντικές συζητήσεις, να κατανοήσει, να νιώσει ότι συμμετέχει, μέσω των βιβλίων, στον παλμό της εποχής. Το κοινό διψά για νόημα, πέρα από το εμπόριο και τις επαγγελματικές επιδιώξεις επιμέρους ομάδων.
Το κοινό, βέβαια, δεν είναι ένα ενιαίο σώμα (κάτι σαν τον «λαό» στη φαντασία ορισμένων), αποτελείται πλέον από πολλές και διαφορετικές φυλές, κι αυτό δεν γίνεται πουθενά τόσο ορατό όσο στη ΔΕΒΘ, λόγω μεγέθους αλλά και λόγου πόλης. Έτσι, άλλες φατσούλες θα δει κανείς να ψαχουλεύουν στο σταντ των εκδόσεων Πόλις (από τα ομορφότερα, και φέτος), της Άγρας ή των μικρότερων εκδόσεων Έρμα ή Μάγμα ή στο ποιοτικό Δώμα και τους πιο πολιτικοποιημένους Αντίποδες, άλλες στην Κίχλη, στον Μετρονόμο ή στον Gutenberg, κι άλλες να στέκονται στην ουρά για μια υπογραφή, μαζί με μια σέλφι συν μια θερμή κουβέντα από την Αγγελική Νικολούλη – την αδιαμφισβήτητη σταρ της Έκθεσης. Άλλοι είναι εκείνοι επίσης που θα παρακολουθήσουν την τιμητική εκδήλωση για τη Χριστίνα Ντουνιά, τις εκδηλώσεις για την επανέκδοση των έργων του Αλέξανδρου Κοτζιά ή του Αντρέα Φραγκιά, κι άλλοι εκείνοι που θα συρρεύσουν στο περίπτερο των εκδόσεων Εν Πλω, όπου συχνά πυκνά βλέπει κανείς ρασοφόρους ποιμένες και τον χώρο να ξεχειλίζει. Άλλωστε, ακόμη κι ο πιο ανοιχτόμυαλος και «γυριστρούλης», όσο κι αν πηδάει από εκδήλωση σε εκδήλωση, δεν θα προλάβει να πάρει μυρωδιά παρά από ένα μικρό κλάσμα των όσων λαμβάνουν χώρα, συχνά και με παρόμοιες θεματικές, την ίδια ώρα (αυτό είναι ένα σημείο που, στο μέτρο του δυνατού, πρέπει να προσεχθεί – αν και αντιλαμβάνομαι ότι ο «αλγόριθμος» που μοιράζει εκδηλώσεις σε ώρες και μέρες είναι εξαιρετικά περίπλοκος).
Ό,τι και να ήταν αυτό που άλλαξε, η αίσθηση πολλών (και η δική μου) είναι ότι φέτος η πόλη ήταν περισσότερο παρούσα στα περίπτερα από άλλες χρονιές.
Μιλώντας για το κοινό («Το κοινό, πού να βρίσκεται κρυμμένο. Γιορτινό!» που λέει ο Νιόνιος), να σταθούμε πάντως σε δύο σημεία: Ο Νίκος Μπακουνάκης και η ομάδα του φαίνεται να τα κατάφεραν καλύτερα από άλλους στο παρελθόν σε σχέση με την απήχηση της έκθεσης στους Θεσσαλονικιούς. Το περίφημο «τεστ του ταξιτζή», που παραδοσιακά όταν του λες ότι ήρθες για την «Έκθεση βιβλίου» νομίζει ότι μιλάς για το παζάρι βιβλίου στην Παραλία, φαίνεται ότι φέτος ήταν θετικό: Ίσως επειδή η Έκθεση διαφημιζόταν στις οθόνες των ταξί (έξυπνο!), στους πλοηγούς τους. Ό,τι και να ήταν αυτό που άλλαξε, η αίσθηση πολλών (και η δική μου) είναι ότι φέτος η πόλη ήταν περισσότερο παρούσα στα περίπτερα από άλλες χρονιές.

Και το δεύτερο σημείο, επίσης σημαντικό, ίσως το σημαντικότερο: Ο μέσος όρος ηλικίας των επισκεπτών φαίνεται πως ήταν χαμηλότερος από άλλοτε. Δεν μιλάμε βέβαια για τις ηλικίες 15-22, που προτίμησαν το Comic Con σε περίπτερα κοντινά στην Έκθεση, αλλά οι μεταξύ 25 και 35 είχαν νομίζω έντονη παρουσία. Εντυπώσεις, θα πει κανείς, με όση αξία έχουν. Το ίδιο, πάντως, μου μετέφεραν, εκτός από τα μάτια μου, και εκδότες με μεγάλη πείρα που απευθύνονται κατά κόρον στο απαιτητικό αναγνωστικό κοινό, εννοώντας το κοινό που διαβάζει πολύ, όπως ο Σταύρος Πετσόπουλος της Άγρας και ο Νίκος Γκιώνης των εκδόσεων Πόλις. Αν αυτοί, στα δικά τους σταντ, διαπίστωσαν ότι το κοινό ήταν φέτος πιο νεανικό, νομίζω ότι κάποιο θετικό μήνυμα μπορούμε να συνάγουμε, γενικότερα. Αν σκεφτεί κανείς αυτή τη διαπίστωση, σε συνάρτηση με την τεράστια ουρά που σχηματίστηκε για την υπογραφή της Νικολούλη, απ’ όπου επίσης δεν έλειπαν οι νέοι και οι πολύ νέοι άνθρωποι, γίνεται αντιληπτό ότι το κοινό μιας τόσο μεγάλης έκθεσης δεν ενδιαφέρεται απλώς για τα βιβλία λογοτεχνίας, αλλά έρχεται με πολλές και διαφορετικές αφορμές. Και δεν υπάρχει τίποτε κακό σε αυτό. Τα πρόσωπα που έλαμπαν, κυριολεκτικά, καθώς πλησίαζε η στιγμή που θα εγχείριζαν το αντίτυπό τους στη συγγραφέα-τηλεστάρ, τα έλεγαν όλα.
Προσωπικά, συμμετείχα σε δύο εκδηλώσεις: η μία ήταν διοργάνωση της Εταιρείας Συγγραφέων και η άλλη του ΟΣΔΕΛ, και οι δύο είχαν σχέση με τη θέση και τον ρόλο του συγγραφέα σήμερα, σε σχέση κυρίως με τα επελαύνοντα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα της Τεχνητής Νοημοσύνης. Για τη συγγραφική ταυτότητα, τη μετάφραση, τα δικαιώματα, τις μεγάλες αλλαγές που έρχονται χωρίς να είναι βέβαιο ότι κάποιος τις είχε ζητήσει ή τις είχε ανάγκη, πέρα από τους τεχνολογικούς κολοσσούς που τις προωθούν.
![]() |
|
Από την εκδήλωση του ΟΣΔΕΛ: Γιωργανδρέας Ζάννος, διευθυντής του ΟΣΔΕΛ, Κώστας Κατσουλάρης, συγγραφέας, Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων, Πέτρος Παπασαραντόπουλος, εκδόσεις Επίκεντρο, Πηνελόπη Κρυστάλλη, Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.) |
Ακούστηκαν πιστεύω ενδιαφέροντα πράγματα, επιχειρήματα ένθεν κακείθεν, και καταφέραμε νομίζω να πάμε σε κάποιο βάθος, όσο το επιτρέπουν τα περίπου 50 λεπτά που είχαμε στη διάθεσή μας.
Για τον ρόλο των (παιδικών) βιβλιοθηκών
Ωστόσο η εκδήλωση που παρακολούθησα και με έκανε να σκεφτώ διαφορετικά τον τρόπο που πρέπει να προσεγγίζουμε την ανάγνωση και τα βιβλία είναι η εκδήλωση που διοργάνωσε η Book Press σε συνεργασία με το Δίκτυο των 8 βιβλιοθηκών, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη που βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τους χώρους της Έκθεσης και που φέτος, για πρώτη φορά (;), εντάχθηκε στους χώρους της. Η συζήτηση ξεκίνησε με ένα βίντεο του Γιάννη Παλαβού, όπου μιλούσε για την εμπειρία του ως παιδί από τη βιβλιοθήκη στο Βελβεντό, μια βιβλιοθήκη-πρότυπο, όπως αντιλαμβανόμαστε, στην κωμόπολη όπου μεγάλωσε. Και πώς αυτή η εμπειρία τον άλλαξε και τον έκανε τον αναγνώστη και τον συγγραφέα που γνωρίζουμε σήμερα. Κεντρική ομιλήτρια, και ψυχή του άτυπου αυτού εγχειρήματος των 8 βιβλιοθηκών, όλες τους παιδικές βιβλιοθήκες (ή και παιδικές, σε ορισμένες περιπτώσεις), ήταν η Ειρήνη Βοκοτοπούλου, γνωστή στους παρεικούντες την Ιερουσαλήμ από την δράση της εδώ και δεκαετίες στον χώρο των βιβλιοθηκών. Δεν θα επιχειρήσω να μεταφέρω εδώ όσα ακούστηκαν από το πάνελ αλλά και από την έντονη συζήτηση που ακολούθησε, θα σταθώ απλώς στην εξής διαπίστωση: Ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας χωρίς ενεργό ρόλο των βιβλιοθηκών, ειδικότερα των παιδικών, δεν είναι δυνατή. Ούτε χωρίς την ενεργή ανάμειξη των βιβλιοθηκονόμων, θα προσέθετα, που όμως πρέπει κι αυτές (στην πλειονότητά τους είναι γυναίκες) να αντιληφθούν την ιδιότητά τους στην ολότητά της, ως εμψυχώτριες της βιβλιοθήκης στον ευρύτερο ρόλο που καλείται να διαδραματίσει, κι όχι απλώς ως επαγγελματίες που φροντίζουν για την ταξινόμηση των βιβλίων.
Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε ότι τα νεαρά άτομα που συμμετείχαν στον έγκλημα είχαν την τύχη ως παιδιά να διαβαίνουν την πόρτα μιας βιβλιοθήκης.
Οι βιβλιοθήκες είναι ένας μοναδικός χώρος για να αναπτύξουν τα παιδιά αβίαστη σχέση με τα βιβλία και το διάβασμα, κερδίζοντας ξανά το δικαίωμα στον αργό χρόνο, στο παιχνίδι που δεν είναι απαραίτητα ούτε αγώνας ούτε «δραστηριότητα». Τύχη αγαθή, έστω και προς το τέλος της συζήτησης, παρεβρέθηκε στην εκδήλωση και συμμετείχε στη ζύμωση με τις άλλες βιβλιοθηκονόμους η διευθύντρια της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Χρύσα Νικολάου. Λίγο νωρίτερα, μια μητέρα, είχε πει κάτι συνταρακτικό, αν σκεφτεί κανείς τις συνδηλώσεις του: βγαίνοντας, είπε, από την πόρτα της βιβλιοθήκης στην Καλαμαριά όπου ο γιος της περνάει πολύ χρόνο τα απογεύματα, αντικρίζεις το σημείο όπου πρόσφατα δολοφονήθηκε ο 20χρονος Κλεομένης, για λόγους «οπαδικούς». Δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε ότι τα νεαρά άτομα που συμμετείχαν στον έγκλημα είχαν την τύχη ως παιδιά να διαβαίνουν την πόρτα μιας βιβλιοθήκης. Για τα πώς και τα γιατί, ας τα σκεφτεί κανείς μόνος του. Μαχαιρώματα μεταξύ οπαδών και βιβλιοθήκες, σίγουρα δεν πάνε μαζί.
Οι πολιτικοί αρχηγοί, πάντως, σε αντίθεση με άλλες χρονιές, δεν μας έκαναν την τιμή να κάνουν μια γύρα. Ο Πρωθυπουργός, μάλιστα, παρότι βρέθηκε για κομματική υποχρέωση στα πέριξ, λίγα μέτρα από την κεντρική είσοδο της ΔΕΒΘ, δεν έκρινε σκόπιμο να κάνει ένα σύντομο πέρασμα, να τον πάρουν οι κάμερες να κρατάει ένα βιβλίο.
Ας μην κλείσουμε όμως πικρόχολα: η ΔΕΒΘ είναι για τον χώρο του βιβλίου, και των αναγνωστών γενικότερα, μια μεγάλη γιορτή. Η φετινή χρονιά, η πρώτη που διοργάνωσε ο νεοσύστατος φορέας του βιβλίου (ΕΛΙΒΙΠ) με κάποια άνεση χρόνου και μέσων, ήταν σίγουρα η καλύτερη των τελευταίων ετών, ορισμένοι ισχυρίζονται κι από τις καλύτερες γενικότερα. Η προσθήκη της Πέμπτης ως πλήρους τέταρτης μέρας ήταν νομίζω επιτυχημένο εγχείρημα: Όταν έρχονται τα σχολεία δεν πρέπει τα παιδιά να αντικρίζουν περιβάλλον εργοταξίου και άδειους χώρους, αλλά μια ήδη στημένη έκθεση, με πάγκους και βιβλία, και όλα εν πλήρει λειτουργία. Οπωσδήποτε οι προσδοκίες από την Έκθεση είναι πια πολύ μεγαλύτερες, καθώς στη χώρα μας ο θεσμός των Λογοτεχνικών Φεστιβάλ βρίσκεται σε πρωτόγνωρη άνθηση, κι άρα οι συγκρίσεις δίνουν και παίρνουν – τηρουμένων των αναλογιών πάντα, μια και η ΔΕΒΘ δεν είναι φεστιβάλ. Η επιλογή της Βουλγαρίας αποδείχτηκε ορθή, κι ας μην μας τίμησε ο πολύς Γκοσποντίνοφ. Χώρες στα μέτρα μας, όπως οι χώρες των Βαλκανίων, προσφέρονται πολύ περισσότερο για δικτύωση, για συναντίληψη, για να δώσουμε και να πάρουμε ισότιμα. Για τη ΔΕΒΘ, η προσδοκία προσέλκυσης λογοτεχνών-σταρ δεν είναι, ούτε και θα έπρεπε να είναι, προτεραιότητα. Ο ρόλος μιας τέτοιας Διεθνούς Έκθεσης είναι πολύ πιο σύνθετος, κι αφορά τον κόσμο του βιβλίου ως σύνολο. Πώς γίνεται μια συντεχνιακή διοργάνωση να αναβαπτίζεται σε κάτι μεγαλύτερο και να καθίσταται πολιτιστικό γεγονός με ευρύτερους ορίζοντες και πιο σύνθετες πολιτισμικές επιδιώξεις, αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα, που όταν επιτυγχάνεται συντελείται ένα μικρό θαύμα.
* Ο Κ.Β. Κατσουλάρης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.























