
Για την παράσταση του Σταύρου Λίτινα «Blanche after», στο θέατρο Arroyo.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Κι έτσι μπήκα στον ραγισμένο κόσμο για ν’ αναζητήσω τη φωτισμένη συντροφιά της αγάπης»
Hart Crane, The Broken Tower
Eίδα, στο θέατρο Arroyo, το ωραίο κείμενο που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Σταύρος Λίτινας με τίτλο «Blanche after», μια εξπρεσιονιστική προσέγγιση του σύμπαντος της Μπλανς Ντιμπουά μετά το τέλος του έργου «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς. H ηθοποιός-τραγουδίστρια Δανάη Κατσαμένη βρίσκεται μόνη σε έναν χώρο από λευκές κουρτίνες, καθρέφτες και το παιχνίδι του φωτός και της σκιάς. Η παράσταση δεν επιχειρεί να αφηγηθεί ξανά την ιστορία της Μπλανς, αλλά να αναμετρηθεί με τη μνήμη, την επιθυμία, την απώλεια και την ανάγκη της να ξαναβρεί τη φωνή της: η Μπλανς Ντιμπουά σιγομουρμουρίζει το «Summertime», με μια ψιλή φωνή και με λαρυγγισμούς. Η πρωταγωνίστρια του Σταύρου Λίτινα ιχνηλατεί με την ίδια της τη φωνή την ηχώ των πραγμάτων στο υποσυνείδητό της («I Put a Spell on You» της Άνι Λένοξ, «I’m a Fool to Want You» του Φρανκ Σινάτρα, «My Man, Don’t Explain», «Good Morning Heartache» και «I’ll Be Seeing You» της Μπίλι Χόλιντεϊ, στη μουσική επιμέλεια του Γιώργου Ανδριώτη).
Η ελληνική παραστασιογραφία του έργου του Τένεσι Ουίλιαμς
Το 1948 η Μελίνα Μερκούρη υποδύθηκε τη Μπλανς Ντιμπουά στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Ο θίασος της Έλλης Λαμπέτη ανέβασε το «Λεωφορείο ο Πόθος» το 1965, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, το 1972, σε σκηνοθεσία Ν. Χατζίσκου, με την Τ. Νικηφοράκη, ο θίασος Κ. Ρηγόπουλου – Κ. Αναλυτή το 1978, ο θίασος της Ν. Γαληνέα το 1988-89, ο θίασος της Κ. Χέλμη το 1988 σε σκηνοθεσία Κ. Αντωνιάδου, ο θίασος Κ. Δανδουλάκη το 1998 σε σκηνοθεσία του Στ. Φασουλή, η Άντζελα Μπρούσκου το 2008 στο θέατρο Σφενδόνη με την Όλια Λαζαρίδου, το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας το 2011, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη, με την Κ. Γέρου, το 2008, το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με πρωταγωνίστρια την Πέμυ Ζούνη στη σκηνοθεσία του Αντώνη Καλογρίδη. Τον Ιούλιο του 2010 το Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξένησε την παράσταση «Un omnibus» των Κριστόφ Βαρλικόφσκι/Ουαζντί Μουαουάντ, όπου η Ιζαμπέλ Ιπέρ υποδύθηκε μια Μπλανς ντυμένη με ταγιέρ Ιβ Σεν Λοράν και δωδεκάποντες γόβες που ψέλλιζε «μου είπαν να πάρω ένα λεωφορείο που το λένε Πόθο»: σ’ εκείνη την παράσταση όλοι οι χαρακτήρες ήταν πολωμένοι μεταξύ των χαρακτήρων Μπλανς και Στέλλας. Μια ελεύθερη, ελληνοπρεπή διασκευή έκανε και η Γλυκερία Μπασδέκη στο «Ramona Travel» το 2014, όπου ο Γιάννης Σκουρλέτης είχε φιλοτεχνήσει μια Μπλανς τελείως διαφορετική στο πρόσωπο της Καρυοφιλιάς Καραμπέτη. Το 2015 ο γεωργιανός Λ. Τσουλάτζε το ανέβασε στο θέατρο Άνεσις με την Κ. Λέχου, το 2017 η Ελένη Σκότη στο Σύγχρονο Θέατρο με Μπλανς την Κόρα Καρβούνη, ενώ το 2021 είδαμε την εκδοχή του Θανάση Σαράντου στη νέα σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με Μπλανς την Κωνσταντία Τάκαλου. Τον Νοέμβριο του 2024 ο Δημήτρης Καραντζάς ανέβασε τη δική του εκδοχή του «Λεωφορείον ο Πόθος» με πρωταγωνίστρια την Αλεξία Καλτσίκη.
Το θρυμματισμένο τοπίο των Ηλύσιων Πεδίων
Όταν έχεις να διαχειριστείς την περσόνα της Μπλανς Ντιμπουά, έχεις να κάνεις με τον τύπο μιας «περπατημένης» γυναίκας (γηροκόμησε και έθαψε γονείς, διαχειρίστηκε και έχασε ένα ολόκληρο κτήμα του Νότου, εργάστηκε ως καθηγήτρια και πάσχισε να εμφυτεύσει την Ποίηση στην ψυχή νέων παιδιών), που όμως έχει απογοητευθεί από την κοινωνική και από την προσωπική της ζωή. Κυρίως, η Μπλανς είναι μια πρώην αστή γαιοκτήμονας με δούλους από τη Λουιζιάνα που καλείται να αντιμετωπίσει την τετριμμένη πραγματικότητα της αστικής ζωής χωρίς να έχει τον κατάλληλο οπλισμό.
Μόνον μια τέτοια μορφή μπορεί να μιλά με σωστή γραμματική μέσα στο banale (για τη δική της αντίληψη) πολιτισμικό περιβάλλον της Γαλλικής Συνοικίας της Νέας Ορλεάνης, ακριβώς για να υπογραμμίσει την κοινωνική της ανωτερότητα. Διεκδικεί για τον εαυτό της το προνόμιο μιας ιπποτικής, εξωπραγματικής σχέσης με τον έρωτα, σαν μια «φυλακισμένη» στη σκληρή πραγματικότητα γυναίκα: πρόκειται για κλασική γκέι στερεοτυπική σύλληψη, που έρχεται σε αντίθεση με τις αναμνήσεις των ευκαιριακών σεξουαλικών επαφών που η ηρωίδα είχε με στρατιώτες σε άθλια και παρακμιακά ξενοδοχεία, ενέργειες που «δεν ταιριάζουν στους τρόπους μιας κυρίας». Το μητροπολιτικό τοπίο και η συνάφεια με τους ανθρώπους την τρομάζουν, ωστόσο στη σκηνοθεσία του Λίτινα η έμμεση αναφορά στο συγκεκριμένο τοπίο είναι πολύ αχνή, ακριβώς γιατί το έργο ξεκινά από το σημείο της αποχώρησής της και μετά.
Το σύμπαν ψευδαισθήσεων και φαντασιακών προβολών της δεν μαρτυρεί αποκλειστικά προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά διανοίγει και μια ποιητική ματιά στο μέλλον.
Η αναφορά στην ψυχιατρική κλινική παραμένει εσκεμμένα χλωμή, εφόσον τον Λίτινα τον ενδιαφέρει η εμβάθυνση στον ψυχισμό και όχι η περιγραφή των αντικειμενικών συνθηκών. Το κύριο χαρακτηριστικό της ιδιοσυγκρασίας της Μπλανς είναι η οδυνηρή διαπίστωση ότι ο σεξουαλικός πόθος «βρωμίζει» και εκχυδαΐζει τα πάντα. Ως εκ τούτου, καταφεύγει στο ψέμα, γιατί η πραγματικότητα δεν την έχει ανταμείψει. Ο Λίτινας επιλέγει το σκηνικό του τεράστιου καθρέφτη στο βάθος, αφενός για να δώσει τη δυνατότητα του διπλού κατοπτρισμού (ηθοποιού και κοινού), κι αφετέρου για να στήσει μια ποιητική persona σε έναν χώρο αφαιρετικό που θα μπορούσε -δυνητικά- να είναι τα Ηλύσια Πεδία. Μάλιστα, αξιοποιεί τα αποσπάσματα του έργου του Ουίλιαμς όπου αναφέρονται η ποιητική ονομασία του τόπου απ’ όπου διήλθαν οι συγκεχυμένες μνήμες της Μπλανς Ντιμπουά: «Belle Rêve», για να συνθέσει έναν παραληρηματικό μονόλογο του «after»: «after life», «after reasonable life», «after death»; Αυτό παραμένει εσκεμμένα αναπάντητο, ώστε να αναδειχθεί αυτός ο δαιδαλώδης, πρωτεϊκά μεταμορφώσιμος χώρος με τις κουρτίνες και τους καθρέφτες ως ένα σύνολο από ψυχικά τοπία.
Τοπία μιας «κατασκευασμένης» πραγματικότητας
Η άσπιλη λευκότητα εγκαινιάζει έντονη αντίθεση με το κόκκινο κραγιόν της Δανάης Κατσαμένη. Επικρατεί, κατά κανόνα, κλίμα απόλυτης λευκότητας: τόσο οι πυκνές κουρτίνες (από άσπρο τούλι αναρτημένο κατά δεσμίδες από την οροφή), όσο και το λευκό φόρεμα και μακιγιάζ, παραπέμπουν στην «άσπιλη» αγνότητα της εύθραυστης Μπλανς, που προβάλλει την επιτηδευμένη αθωότητα μικρού κοριτσιού, για να σταθεί στα πόδια της. Στο «Λεωφορείο ο Πόθος» αυτό διαφαίνεται ήδη από την αρχή του έργου, όταν η Μπλανς δείχνει να αηδιάζει με τον τρόπο που ζει η αδελφή της μαζί με τον σύζυγό της. Οι ασαφείς εξηγήσεις της για την πρόωρη άφιξή της -πριν από τη λήξη του εαρινού εξαμήνου στο σχολείο του Λόρελ- υποδηλώνουν ότι κάτι πήγε στραβά στη ζωή της. «Πώς μένεις σ’ αυτό το φριχτό μέρος;» ρωτά υπεροπτικά την αδερφή της (γιατί, για τον Τένεσι, το άτομο δεν συμβιβάζεται με οποιανδήποτε εξωτερική συνθήκη).

Η εύθραυστη αυτή φιγούρα είναι ό,τι απέμεινε από μιαν εποχή «γαιοκτημόνων» και προνομίων που παρήλθε ανεπιστρεπτί διανοίγοντας μιαν εξίσου σκοτεινή προέκταση στο μέλλον. Το σύμπαν ψευδαισθήσεων και φαντασιακών προβολών της δεν μαρτυρεί αποκλειστικά προσκόλληση στο παρελθόν, αλλά διανοίγει και μια ποιητική ματιά στο μέλλον. Τα ψέματα, οι απωθημένες επιθυμίες της, η εναγώνια ανάγκη της για γυναικεία επιβεβαίωση μέσα από κομπλιμέντα για την εύθραυστη εξωτερική της εμφάνιση, η ποθητή «βία» που της ασκεί ο βάναυσος Κοβάλσκι καθώς επιβαίνει στο «Λεωφορείο του Πόθου», αλλά και η συνειδητοποίηση των αντικρουόμενων ορμών της («Πρέπει να είμαι καλό κορίτσι – και να κρατάω τα χέρια μου μακριά από τα αγόρια»), όλα αυτά ανήκουν στην κατακερματισμένη ταυτότητα που έχει στο πρωτότυπο έργο, όπου κάποιος επινοημένος Shep Huntleigh είναι ο διαρκώς αναμενόμενος «γαμπρός». Εδώ, στη σύνθεση του Σταύρου Λίτινα, δεν επικρατεί ένα ρεαλιστικό σκηνικό, αντιθέτως κυριαρχούν τα τοπία του ονείρου. Πρόκειται για μια δημιουργημένη παραίσθηση νεότητας και ομορφιάς: «είμαι όμορφη μόνο εάν εσείς το βλέπετε», λέει στους θεατές.
Αντικείμενο βιασμού και σύνθλιψης πίσω από κουρτίνες
Ο κεντρικός άξονας -το «μοτίβο»- της ζωής της Μπλανς είναι η «αναζήτηση προστασίας». Σύμφωνα με την παράδοση του Παλιού Νότου, η προστασία αυτή πρέπει να παρέχεται από κάποιο άλλο πρόσωπο: η Blanche δεν νιώθει ασφαλής εντός των πλαισίων των παραδόσεων του Παλιού Νότου. Αντιθέτως, αυτό την κάνει να νιώθει μόνη, έξω από την κοινωνία της. Αποκλεισμένη, ανασφαλής, κλονισμένη. Η γαλλική ονομασία «Belle Rêve» παραπέμπει σε μια ωραία φαντασίωση, παρόλο που η φυτεία υπήρξε κάποτε πραγματικά στην κατοχή της οικογένειάς της. Στο πρωτότυπο έργο, η Μπλανς εκφράζει πικρία απέναντι στη Στέλλα, επειδή την άφησε μόνη της να διαχειριστεί ό,τι απέμεινε από το Belle Rêve. Ανακαλεί τους θανάτους και τις κηδείες που αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει εκεί, φροντίζοντας μόνη της τους ετοιμοθάνατους συγγενείς, καθώς η έλλειψη χρημάτων σήμαινε ότι δεν υπήρχαν πλέον υπηρέτες. Αυτοί οι θάνατοι και οι μνήμες τη στοιχειώνουν: η ίδια μιλά γι’ αυτά με μεγάλη ζωντάνια, περιγράφοντας μάλιστα φρικιαστικές εικόνες.
Η Μπλανς έχει μια δομική ανάγκη να λάμπει και ν’ αστράφτει: ο κόσμος απαιτεί απ’ αυτήν να γίνει το «πολύτιμο δώρο» που θα κερδίσει ο πρίγκιπας του παραμυθιού, ο αναμενόμενος γαμπρός. Η έλξη και ταυτόχρονη άπωσή της -σαν μιας πεταλούδας- προς και από το φως υποδηλώνει την ευθραυστότητα των ονείρων απέναντι στη σκληρή πραγματικότητα.
Mετά από μια βραδυά πόκερ, καθώς συνομιλεί με τον Μιτς, τον δειλό, συνεπή και ιπποτικό φίλο του Στάνλεϋ, του ζητά να τοποθετήσει ένα χάρτινο φαναράκι πάνω από τη λάμπα στην κρεβατοκάμαρα, λέγοντας: «Δεν αντέχω τη γυμνή λάμπα, όπως ακριβώς δεν αντέχω μια τραχιά κουβέντα ή μια χυδαία πράξη». Η Δανάη Κατσαμένη καλύπτει με τα χέρια της το πρόσωπό της, για να κρυφτεί από το φως, κάθε στιγμή που αποκαλύπτεται το κανονικό, ολόλευκο και σκληρό φως του προβολέα. Οι εναλλαγές φωτισμού εξυπηρετούν ακριβώς αυτές τις μεταπτώσεις. Η κάθοδος της Μπλανς στην τρέλα μετατρέπεται σε μια εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης. Εναλλάσσοντας τον θραυσματικό μονόλογο με θραύσματα από γνωστά jazz τραγούδια, η Μπλανς επανεπισκέπτεται τα φαντασιωσικά τοπία του υποσυνειδήτου της: κύριο μέλημά της είναι η αναχώρηση από αυτό το «δάσος τοπίων» που συνθέτουν οι κουρτίνες, και όχι η επιστροφή σ’ αυτά.
Το σκληρό φως της πραγματικότητας
Σε μια νατουραλιστική προσέγγιση θα πρέπει κάπως να αποδοθούν οι έντονες, απόκοσμες αντανακλάσεις στους τοίχους που περιβάλλουν την Μπλανς. Οι σκιές θα πρέπει να παίρνουν μορφές γκροτέσκες και απειλητικές και η νύχτα θα πρέπει να γεμίζει με φωνές απάνθρωπες, που θυμίζουν κραυγές στη ζούγκλα. Ο Λίτινας διαχειρίζεται με κομψότητα και ευστροφία μια σκηνοθεσία διαφορετική, μακριά από κάθε νατουραλισμό. Τα λευκά ρούχα -που θυμίζουν σκώρο και παραπέμπουν στο μικρό έντομο που καίγεται από το φως της λάμπας- με το ντεκολτέ και το περιδέραιο στον μπούστο, τα faux σκουλαρίκια μαργαριταριών, τα κόκκινα πανάκριβα παπούτσια και γενικά η περιβολή ενός απογεύματος αρχόμενου καλοκαιριού, λίγο πριν από τη δύση του ήλιου. Το γλυκό (τιρκουάζ) μπλε, που υπαινίσσεται την αρχή της παρακμής, την αποσύνθεση των λαμπερών της φαντασιώσεων: εξαιρετικοί οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου, το άλικο κόκκινο που οδηγεί απευθείας στο σεξουαλικό πάθος και τον βιασμό του Κοβάλσκι, σε καφετί τοπία με μπανάνες και καφέ, αλλά και στον θάνατο ως παθογενή ενόρμηση. Η Μπλανς έχει μια δομική ανάγκη να λάμπει και ν’ αστράφτει: ο κόσμος απαιτεί απ’ αυτήν να γίνει το «πολύτιμο δώρο» που θα κερδίσει ο πρίγκιπας του παραμυθιού, ο αναμενόμενος γαμπρός. Η έλξη και ταυτόχρονη άπωσή της -σαν μιας πεταλούδας- προς και από το φως υποδηλώνει την ευθραυστότητα των ονείρων απέναντι στη σκληρή πραγματικότητα. Πρέπει από προνύμφη ή κοινός σκώρος που καίγεται στο φως να μεταμορφωθεί σε πανέμορφη πεταλούδα με παλ χρώματα στα φτερά: «Υοu’ve got to be soft and attractive», λέει στον εαυτό της.
Οι κουρτίνες επικρατούν στον μικρόκοσμο του Τένεσι Ουίλιαμς: ακόμη και η αδελφή της, η Στέλλα, χαμογελά πλατιά στην Μπλανς μέσα από τις κουρτίνες. Οι κουρτίνες του Λίτινα είναι χείμαρροι λευκότητας που κατακερματίζουν τον σκηνικό χώρο σαν κίονες αρχαιοελληνικού ναού. Παράλληλα, είναι μια σειρά από κινούμενα «κάγκελα» φυλακής που δημιουργεί «υπο-χώρους», «κρυψώνες», προσχήματα και επικαλύψεις, μια δαιδαλώδη πραγματικότητα εγκλωβισμού: σταδιακά αυτά τα μικρά λευκά παραβάν «αποκαθηλώνονται», ώστε η «μετα- Μπλανς» του Λίτινα να αποχωρήσει αλώβητη μέσα στο ιδεαλιστικό της παραλήρημα, βέβαιη ότι «ήρθε», τελικά, ο γαμπρός να την πάρει, συνεπής στο ραντεβού του και ιππότης, όπως θα ’πρεπε να είναι. «Όποιος κι αν είστε... πάντα βασιζόμουν στην καλοσύνη των ξένων», λέει, αφήνοντάς τον ψυχίατρο να την οδηγήσει προς την έξοδο. Η εύθραυστη αυτή ύπαρξη, με τις ψευδαισθήσεις της να συγκρούονται βίαια με το φως του λαμπτήρα και με την τοξική αρρενωπότητα του Στάνλεϋ Κοβάλσκι, οριστικά λυτρωμένη από το ανελέητο φως της φθοράς, βαδίζει προς την οριστική έξοδο από τον κόσμο του θεάτρου, με τη φράση: «Ήσασταν πολύ ευγενείς», που απευθύνει στους θεατές.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Σκηνοθεσία-δραματουργία-κείμενο: Σταύρος Λίτινας
Σκηνικά, κοστούμι, μουσικές επιλογές: Σταύρος Λίτινας
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Μουσική: Γιώργος Ανδριώτης
Τη Μπλανς ερμηνεύει η ηθοποιός-τραγουδίστρια Δανάη Κατσαμένη






















