
Μια διαφορετική ματιά στην ταινία «Φιορδ», του Κρίστιαν Μουντζίου, που παίζεται ακόμη στις ελληνικές αίθουσες.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Mε θαυμασμό παρακολούθησα το «Φιόρδ», τη δεύτερη ταινία με την οποία ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Κρίστιαν Μουντζίου βραβεύτηκε στις Κάννες (ο πρώτος του Χρυσός Φοίνικας ήταν για το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες»). Στο κέντρο της προβληματικής του έργου είναι το ανέφικτο της ενσωμάτωσης μιας οικογένειας νοτιοευρωπαϊκής κουλτούρας στο αυστηρά «πολιτικώς ορθό» νομικό/ηθικό πλαίσιο ζωής μιας βόρειας πόλης της Νορβηγίας. Και το ανέφικτο του έρωτα δύο νέων.
«Εδώ δεν είναι Καρπάθια, ούτε υπάρχουν Δράκουλες»
Η Λίζμπετ (Renate Reinsve) και ο Μιχάι Γκεοργκίου (Sebastian Stan) φεύγουν από το Βουκουρέστι και εγκαθίστανται στη μικρή πόλη της βόρειας Νορβηγίας από όπου κατάγεται η Λίζμπετ. Είναι ένα ζευγάρι φανατικών χριστιανών του ευαγγελικού δόγματος, που αρνούνται να αντιληφθούν την κοσμοθεώρηση της βόρειας Ευρώπης και μεγαλώνουν τα πέντε παιδιά τους με αυστηρότητα και αυταρχισμό. Ο πατέρας, με καλή ακαδημαϊκή μόρφωση (είναι μηχανικός λογισμικού) διατηρεί απόλυτα παρωχημένες αντιλήψεις περί αγωγής. Η μητέρα είναι μια σεβαστική μορφή που προσφέρει ανιδιοτελώς τις υπηρεσίες της στην περιποίηση πρόσφατα μεταστάντων στα νοσοκομεία της πόλης, ενώ ψέλνει ύμνους κάθε Κυριακή στην Ευαγγελική Εκκλησία. Η Ελία (Vanessa Ceban), η μεγάλη κόρη της οικογένειας Γκεοργκίου, συνδέεται στενά με μια συμμαθήτριά της, τη Νούρα (Henrikke Lund-Olsen), την κόρη του διευθυντή του σχολείου, που εκφράζει την εφηβική της κρίση με αυτοτραυματισμούς, νυχτερινές εξορμήσεις με το σκάφος και έκδηλη ομοφυλοφιλία. Αυτή η σύνδεση ανησυχεί σοβαρά τόσο τους γονείς της Νούρα, όσο και τους Ρουμάνους γονείς.
Έτσι όπως τοποθετείται η ταινία, η αίσθηση της αδικίας κατά της θεούσας μητέρας και του θρησκόληπτου Ρουμάνου πατέρα επικρατεί της παιδαγωγικής ορθότητας.
Το μάθημα της γυμναστικής στο σχολείο πιθανόν προκαλεί κάποιους μικροτραυματισμούς και μώλωπες στο σώμα της Ελία, πράγμα που η γυμνάστρια αναφέρει στην Πρόνοια ως υπόνοια κακομεταχείρισης των παιδιών στο σπίτι. Αυτομάτως εξαπολύεται σύσσωμο το νομικό σύστημα προστασίας του παιδιού και αποκόπτει βίαια τα πέντε παιδιά από τους γονείς τους (μέχρι και το μωρό αποκόπτεται από τον μητρικό θηλασμό), με επιχείρημα τη διερεύνηση πιθανής κακοποιητικής σχέσης γονέων-παιδιών. Τα παιδιά υποβάλλονται σε ερωτήσεις και άθελά τους ενοχοποιούν τους γονείς τους. Τότε, με συνοπτικές διαδικασίες, η Πρόνοια τα δίνει σε τρεις διαφορετικές ανάδοχες οικογένειες, ενώ ο εισαγγελέας, σε συνεργασία με τις κοινωνικές υπηρεσίες, προσχηματίζεται τον μεσαιωνικό σκοταδισμό των Ρουμάνων για να τους αποκλείσει (με απόλυτα ξενοφοβική διάθεση) από την κοινότητα. Έτσι όπως τοποθετείται η ταινία, η αίσθηση της αδικίας κατά της θεούσας μητέρας και του θρησκόληπτου Ρουμάνου πατέρα επικρατεί της παιδαγωγικής ορθότητας.
Το ξύλο βγήκε ή δεν βγήκε από τον Παράδεισο;
Η persona του Μιχάι είναι παλαιομοδίτικη κι αναχρονιστική, όμως ας μην ξεχνάμε ότι κάπως έτσι (για να μην πω και χειρότερες) ήταν και οι προτεσταντικές κοινωνίες πριν από την επέλαση του ύστερου καπιταλισμού: στο εξής ο νόμος περί ισότητας μπορεί να επιστρατεύεται κατά την κρίση των ιθυνόντων του κοσμικού κράτους, με όλες τις γραφειοκρατικές, κοντόφθαλμες υπερβολές που περιλαμβάνει αυτή η διαδικασία. Υπακοή στους νόμους: ποια η διαφορά από τη σκληρή, μετα-Τσαουσέσκου Ρουμανία απ’ όπου επιχειρεί να διαφύγει ο Βαλκάνιος μετανάστης; Είναι αυτός ο (κακώς εννοούμενος) προοδευτισμός που θέτει τα όρια, ή είναι ο φόβος της προβολής μιας παλαιότερης ευσεβιστικής ταυτότητας που η σύγχρονη Ευρώπη θέλει να αποποιηθεί; Σε μια προσπάθεια να εξηγήσει γιατί οι μάζες των εργαζομένων στον δυτικό κόσμο όλο και συχνότερα δίνουν την ψήφο τους σε ακροδεξιά κόμματα, ο ίδιος ο Μουντζίου είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξή του: «Πριν εξηγήσεις στον συντηρητικό ξένο ότι τα επιχειρήματά του δεν ευσταθούν, πρέπει να τον ακούσεις. Αν τον εμποδίζεις να μιλήσει, αν επιβάλλεις κανόνες του τύπου «Σκάσε, αυτό είναι πολιτικά μη ορθό, δεν επιτρέπεται να το λες», δεν πρόκειται να αλλάξεις τον τρόπο που σκέφτεται. Και τη στιγμή που θα έχει την ελευθερία να εκφραστεί, απλώς θα ψηφίσει αναλόγως».
Οφείλεται ξεκάθαρα στην άρνηση της σκανδιναβικής κοινότητας να αφομοιώσει μια διαφορετική κουλτούρα, ή έστω να επιδείξει έναν σχετικό βαθμό ανοχής προς αυτήν.
Εν ολίγοις, η κοινωνική απομόνωση των Γκεοργκίου δεν οφείλεται στη θρησκοληψία και στις ατελείωτες προσευχές τους, ούτε στα παραδοσιακά αγροτικά τους ήθη και στην απέχθειά τους προς τα κινητά τηλέφωνα και το YouTube, ούτε –πολύ περισσότερο– στην ελαφρά, αγαπησιάρικη χειροδικία που επιστρατεύουν στην αγωγή των παιδιών τους. Οφείλεται ξεκάθαρα στην άρνηση της σκανδιναβικής κοινότητας να αφομοιώσει μια διαφορετική κουλτούρα, ή έστω να επιδείξει έναν σχετικό βαθμό ανοχής προς αυτήν. Η κοινωνική αδεξιότητα του νεήλυδος Ρουμάνου πολύτεκνου και η σκληροπυρηνική προσκόλληση στην «παραδοσιακή οικογένεια» που υιοθετούν αυτός και η σύζυγός του είναι εξόφθαλμα αντίθετες προς τη σκανδιναβική δηθενιά, προς την woke κουλτούρα και προς όλο το δυτικότροπο «πακέτο». Η Μία (Lisa Carlehed), η σύζυγος του διευθυντή του σχολείου, συμπαρίσταται σθεναρά ως δικηγόρος στη δυσχερή περίσταση της οικογένειας, με αποτέλεσμα ένα εφιαλτικού νατουραλισμού και μοναδικής κινηματογράφησης δικαστήριο διεκδίκησης των παιδιών, που παραπέμπει στο αντίστοιχο «λαϊκό δικαστήριο» των Σριλανκέζων μεταναστών σε 17λεπτο μονοπλάνο, στο «R.M.N» (2022), το άλλο αριστούργημα του Μουντζίου. Εκεί, σε ένα ημι-σουρεαλιστικό φινάλε, οι κάτοικοι του πολυεθνικού Ditrău της Τρανσυλβανίας μεταμφιέζονταν σε αρκούδες για να εκδιώξουν τους ξένους. Εδώ, ο ξένος αποβάλλεται γιατί ρίχνει πότε πότε «μια ξυλιά στον ποπό» του παιδιού του, πάντα στο όνομα της αγάπης.

Το άβατο του υπεροπτικού δυτικού κράτους
Ένας υδάτινος όγκος που κλείνεται και από τις δύο πλευρές από απόκρημνα βράχια, να ποιο είναι το φιορδ. Μια κοινωνία που φέρεται να έχει καλές προθέσεις και διακηρύσσει την αποδοχή της πολυφωνίας, όμως επιβάλλει τη συμμόρφωση στις κρατούσες πεποιθήσεις της. Το υποβλητικό φως των φιορδ και μια διαρκώς επικείμενη χιονοστιβάδα προικίζουν την ταινία με μιαν ατμόσφαιρα απειλής, αλλά και με εκπληκτική διαύγεια (τόσο εικόνων, όσο και σκηνοθετικών προθέσεων). Με πραγματική μαεστρία ο Μουντζίου βάζει στην παλέτα του το τοπίο ως πρωταγωνιστή: το φιορδ είναι μια αδιάβατη, μη-περατή φυσική κατασκευή, ακριβώς όπως η στυγνή, εκτελεστική νομολατρία του αυτάρεσκου, ψυχρού κοινωνικού κράτους, που πάσχει από απόλυτη ανελαστικότητα. Από την άλλη, τα μέλη των μικρών, παραδοσιακών κοινοτήτων αισθάνονται ότι, παρόλο που δεν ζήτησαν την παγκοσμιοποίηση, καλούνται να πληρώσουν προσωπικά το τίμημα για αποφάσεις στις οποίες δεν είχαν κανέναν λόγο.
Χωρίς τάσεις υπεραπλούστευσης, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το ζήτημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι ανοιχτό στα πλαίσια της διαπολιτισμικότητας του Βορρά...
Κι εδώ ανακινείται ο παμπάλαιος διχασμός Βορρά και Νότου. Χωρίς τάσεις υπεραπλούστευσης, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το ζήτημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι ανοιχτό στο πλαίσιο της διαπολιτισμικότητας του Βορρά: δηλαδή της άποψης ότι οι ξένοι μπορούν να διατηρήσουν μόνο εκείνο το κομμάτι από τα ήθη τους που δεν αντίκειται στο corpus αξιών του φιλοξενούντος πολιτισμικού μορφώματος – αλλιώς αποβάλλονται αυθωρεί και παραχρήμα. Παρά τις κοινοτοπίες περί ισότητας και ανοχής, τα επιχειρήματα των δικηγόρων του νορβηγικού κράτους βασίζονται στη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι οι Ρουμάνοι είναι εκ φύσεως «λιγότερο πολιτισμένοι», ενώ ο δυτικός άνθρωπος θεωρεί εαυτόν «εκλεπτυσμένο»: στο “RMN” η Σίλα, που παλεύει για τα δικαιώματα των μεταναστών, δεν παύει να περνά τα βράδια της στο όμορφα ανακαινισμένο σπίτι της μαθαίνοντας να παίζει το θέμα "In the Mood For Love" στο τσέλο - υποδεικνύοντας ένα επίπεδο προνομίων και ανώτερης εκπαίδευσης. Στο Φιόρδ η δικηγόρος θα συμμετάσχει μόνο στη φάση της διεκδίκησης των παιδιών, ενώ η σύσταση του συζύγου της είναι να συνεχίσει τη γιόγκα της, απέχοντας από το ποινικό δικαστήριο που αφορά την υποψία κακοποίησης παιδιών που στρέφεται κατά των γονέων.
Amazing Grace: «Μου μίλησε ο Θεός»
Η σημαντικότερη σύγκρουση στις ταινίες του Μουντζίου είναι η εσωτερική και όχι η εξωτερική· η σύγκρουση ανάμεσα στην καλή πλευρά του εαυτού μας, που νιώθει ενσυναίσθηση για τους άλλους, και στην ενστικτώδη, ζωώδη πλευρά μας, η οποία μας ωθεί να βλέπουμε τους άλλους ως πιθανούς εχθρούς. Όμως, τι είναι αυτό που αποσιωπάται στην ταινία, και που εμπλέκει συναισθηματικά τον θεατή; Να είναι τα πλήθη των Ρουμάνων φονταμενταλιστών που ουρλιάζουν έξω από το δικαστήριο; Να είναι αυτός ο ύμνος «Amazing Grace» που ψάλλουν όλοι μαζί οι πιστοί, σε μια ευχαριστία προς τον Κύριο για την προσωρινή επανένωση των παιδιών με τους γονείς τους;
Μέσα σ’αυτήν τη Βαβέλ, κυρίαρχη είναι η η φιγούρα του ηλικιωμένου πατέρα των γειτόνων που, καθηλωμένος όπως είναι σε αναπηρικό καροτσάκι, επιχειρεί επανειλημμένως να αυτοκτονήσει (όπως αυτοκτονεί με αγχόνη ο Παπά Ότο στο “RMN”) γεγονός που κάνει τη Λίζμπετ να πραγματοποιήσει την πρώτη της υπέρβαση. «Κάνε μου τη χάρη να τους πεις να πάψουν να μου φέρνουν φαγητό», την παρακαλεί, κι εκείνη σέβεται την επιθυμία του, αντίθετα στις θρησκευτικές της πεποιθήσεις κατά της αυτοχειρίας. Μάλιστα, εκείνος την παρηγορεί για τη στέρηση των παιδιών της, λέγοντάς της πως «του μίλησε ο Θεός». Πρόκειται για ατυχή συγκυρία ή για τραγωδία; Μήπως είναι η πεσσιμιστική διαπίστωση του Μουντζίου σχετικά με τον ωμό ρεαλισμό της τρίτης ηλικίας; Η θανατολαγνεία είναι το πρώτο σημείο που «προεξέχει» στην ταινία.
Ο θαυματουργός έρωτας που δεν κατονομάζεται
Το δεύτερο αιχμηρό σημείο είναι το αδιέξοδο του νεανικού έρωτα ανάμεσα στις έφηβες Ελία και Νούρα. Τι το αινιγματικό φέρει η σχέση των δυο κοριτσιών και γιατί αυτός ο δεσμός αποκόπτεται εν τη γενέσει του; Καμιά από τις κριτικές προσεγγίσεις του έργου που διάβασα δεν επισήμανε αυτήν τη σημαντική λεπτομέρεια. Οι ευσεβιστές Γκεοργκίου βλέπουν τα παιδιά μέσα από το πρίσμα της οικογένειας και του Θεού, οι δε μισαλλόδοξοι Νορβηγοί τα κοιτούν διαθλασμένα υπό το πρίσμα των δικαιωμάτων του ατόμου. Εννοείται πως και οι δυο πλευρές ψεύδονται ασυστόλως, καθώς αμφότερες ισχυρίζονται ότι «ακούνε τα παιδιά». Στην ουσία κανείς δεν ακούει τα παιδιά, τα παιδιά μόνον υφίστανται τις κακοποιούς συνέπειες της μικρονοϊκότητας των ενηλίκων, βιώνουν την υποκρισία τους, υποτάσσονται στον αυταρχισμό δυο πολιτισμικά διαφοροποιημένων περιβαλλόντων.
Στον απομαγευμένο κόσμο όπου καλούνται να μεγαλώσουν, τα παιδιά θα αντισταθούν με τον δικό τους μύθο, παραμένοντας οι μόνοι πιθανοί διαιτητές σ’αυτήν τη σύγκρουση ασύμβατων αξιακών συστημάτων...
Ο δυτικός φιλελευθερισμός, όπως και ο χριστιανικός ευνουχισμός, απειλούν εξίσου την ελευθερία των παιδιών, που έχουν ανάγκη να ερωτευθούν με τον τρόπο τον μη αποδεκτό. Στον απομαγευμένο κόσμο όπου καλούνται να μεγαλώσουν, τα παιδιά θα αντισταθούν με τον δικό τους μύθο, παραμένοντας οι μόνοι πιθανοί διαιτητές σ’αυτήν τη σύγκρουση ασύμβατων αξιακών συστημάτων, οι μόνοι εξισορροπιστές σ’ αυτήν τη σύγκρουση αφηγημάτων. Όταν λαμβάνεται η εσπευσμένη απόφαση της φυγής και (σαν άλλη οικογένεια Φον Τραπ, στη «Μελωδία της ευτυχίας») η οικογένεια Γκεοργκίου φεύγει για τη Δανία κυνηγημένη μες στη νύχτα, τότε ασκείται η πραγματική βία στα παιδιά. Η Νούρα, στην εκπληκτικής ποίησης και βιβλικής έμπνευσης ακροτελεύτια σκηνή της ταινίας, φωνάζει «Σ’ αγαπώ» βαδίζοντας ως εκ θαύματος πάνω στα νερά της αποβάθρας, ενώ το καράβι παίρνει μακριά την αγαπημένη της. Και αυτή είναι η κατά Μουντζίου μεταφυσική του Έρωτα.
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.






















