
Ο Πάβελ Παβλικόφσκι κλείνει την αριστουργηματική μεταπολεμική τριλογία του με ένα θλιβερό οικογενειακό δράμα πάνω στη σχέση ανάμεσα στην οικογένεια του Τόμας Μαν και το διχασμένο πολιτικό περιβάλλον της Γερμανίας μεταπολεμικά.
Γράφει ο Αντώνης Κάπας
Ο Πολωνός σκηνοθέτης έχει αφιερώσει την τελευταία δεκαπενταετία της σπουδαίας καριέρας του στην μελέτη των συναισθημάτων που πλήττουν την κουλτούρα των βορειοευρωπαίων ογδόντα χρόνια μετά το τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου. Μετά τα (σχεδόν) αυτοβιογραφικά Ίντα (2013) και Ψυχρός Πόλεμος (2018), τα οποία είχαν ως πηγή την ίδια τη σχέση του Παβλικόφσκι με την Πολωνία (το Ψυχρός Πόλεμος μάλιστα ήταν βασισμένο στους γονείς του σκηνοθέτη), η απόφαση να κλείσει αυτή την τριλογία του μεταπολεμικού τραύματος με ένα έργο που μελετά την οικογένεια του Γερμανού νομπελίστα Τόμας Μαν είναι ίσως ιδιαίτερη, μιας και το αναμενόμενο ήταν μάλλον μια τρίτη ταινία πάνω στην μεταπολεμική Πολωνία. Αλλά, αν και απομακρύνεται από τις δίκες του εθνικές ρίζες, το θέμα της κρίσης της εθνικής ταυτότητας που διαπερνά τις προηγούμενες δύο ταινίες είναι πιο εμφανές από πότε στο τελευταίο του έργο.
Ο Μαν όμως επιμένει ότι το κύρος της γερμανικής λογοτεχνίας δεν αναγνωρίζει πολιτικές συγκρούσεις και σύνορα, και αποφασίζει να παρουσιαστεί.
Το «Πατρίδα» (Fatherland) ακολουθεί τον Τόμας (Χανς Τζίσλερ) και την Έρικα Μαν (Σάντρα Χούλερ), καθώς ταξιδεύουν στη Φρανκφούρτη, επιστρέφοντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένεια, με αφορμή τη βράβευση του Τόμας Μαν με το βραβείο Γκαίτε. Όταν μαθαίνουν ότι θα του επιδώσουν μια δεύτερη εκδοχή του βραβείου στη Βαϊμάρη, στην ανατολική Γερμανία, η συμβολική προδοσία που θα αναπαριστούσε απέναντι στις ΗΠΑ η παρουσία του σε αυτή την τελετή επιβράβευσης είναι ξεκάθαρη. Ο Μαν όμως επιμένει ότι το κύρος της γερμανικής λογοτεχνίας δεν αναγνωρίζει πολιτικές συγκρούσεις και σύνορα, και αποφασίζει να παρουσιαστεί.

Αν και στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο Γερμανός συγγραφέας και η προσπάθεια των ανατολικών και δυτικών δυνάμεων να τον χρησιμοποιήσουν ως πολιτικό σύμβολο, ο χαρακτήρας στον οποίο ο Παβλικόφσκι αναθέτει τον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι η Έρικα, η οποία συνοδεύει τον πατέρα της ως διερμηνέας κατά τη διάρκεια των πολλαπλών δημοσιογραφικών συνεντεύξεων. Αντίθετα από τον πατέρα της, η πιθανότητα η φήμη του στην Αμερική να καταστραφεί αν φανεί ότι υποστηρίζει την Σοβιετική Ένωση ανησυχεί σοβαρά την Έρικα. Η κατάστασή τους γίνεται πιο περίπλοκη και βαριά όταν μαθαίνουν ότι ο Κλάους Μαν, γιος του Τόμας και αδερφός της Έρικα, αυτοκτόνησε. Το πένθος τους καθώς και οι αντίθετες απόψεις τους για τον έλεγχο που οι πολιτικές δυνάμεις έχουν στις πράξεις της καλλιτεχνικής κοινότητας στην οποία ανήκουν, πλήττουν την Έρικα και τον Τόμας καθώς διασχίζουν την μητρική τους χώρα δεκαέξι χρόνια αφού την εγκατέλειψαν για να αποφύγουν τον ναζισμό.
Η οικογένεια Μαν, που έφυγε από την Γερμανία το 1933 για να γλιτώσει από το ναζιστικό καθεστώς, βρίσκεται τώρα σε μια χωρά διχασμένη, όπου κάθε πλευρά έχει τη δική της αντίληψη για το ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του ελεύθερου καλλιτέχνη.
Η σχέση ανάμεσα στην γερμανική κοινότητα της υψηλής τέχνης με την πολιτική ευθύνη πριν και μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι το θέμα που πρώτα από όλα θίγει το φιλμ «Πατρίδα» του Παβλικόφσκι. Η οικογένεια Μαν, που έφυγε από τη Γερμανία το 1933 για να γλιτώσει από το ναζιστικό καθεστώς, βρίσκεται τώρα σε μια χωρά διχασμένη, όπου κάθε πλευρά έχει τη δική της αντίληψη για το ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος του ελεύθερου καλλιτέχνη. Στη Φρανκφούρτη, η Έρικα συναντάει τον πρώην άντρα της, τον ηθοποιό Γκούσταβ Γκρύντγκενς, ο οποίος ήταν συνεργάτης του Τζόζεφ Γκέμπελς, αρχιπροπαγανδιστή του Χίτλερ. Παρά τη στενή του σχέση με τα στελέχη του ναζιστικού Κόμματος ο Γκούσταβ είναι ένα ελεύθερο πλεύμα της υψηλής καλλιτεχνικής κοινότητας. Παράλληλα, οι εγγονοί του Βάγκνερ προσπαθούν να πείσουν τον Τόμας να τους βοηθήσει να αποκαταστήσουν τη δημόσια εικόνα του παππού τους, του οποίου η τέχνη έχει γίνει πλέον για πολλούς συνώνυμη με τον ναζισμό. Η ελευθερία που απολαμβάνουν πολλοί πρώην ναζί καλλιτέχνες υπό την δημοκρατική νομοθεσία της δυτικής Γερμανίας είναι ένα μεγάλο σοκ για την Έρικα και τον Τόμας, οι οποίοι είναι κατεξοχήν παραδείγματα μελών της αφρόκρεμας των καλλιτεχνών της Γερμανίας που άφησαν τη χώρα τους για να αποφύγουν την οποιαδήποτε συμπαράσταση στο κόμμα των Νάζι.
- Διαβάστε επίσης: Οι αντιναζιστικές και αντιφασιστικές ταινίες (μέρος 2ο: Στην Ευρώπη)
Ένα στοιχείο υποκρισίας
Εδώ όμως, ο Παβλικοφσκι αποκαλύπτει ένα στοιχείο υποκρισίας στη στάση του Τόμας, ο οποίος αρνείται να βοηθήσει τους εγγονούς του Βάγκνερ υπό το επιχείρημα της λατρείας που είχε ο Χίτλερ για τον συνθέτη: Αυτή η πράξη βρίσκεται σε αντίθεση με την ιδέα του ότι η τέχνη της Γερμανίας ανήκει σε όλο τον κόσμο και ότι η τέχνη αγνοεί σύνορα και πολιτική. Αν ο Τόμας όντος υποστήριζε την απόλυτη ουδετερότητα της τέχνης μπροστά στην πολιτική, τότε η αγάπη των Ναζί για τον Βάγκνερ δεν θα έπρεπε να αλλάζει την αξία της τέχνης του στα μάτια του. Η άρνησή του να προσφέρει συμπαράσταση στην αποκατάσταση της φήμης του συνθέτη, φανερώνει ότι θεωρεί την τέχνη υπεράνω της πολίτικης μόνο στη βάση των δικών του πολιτικών αξιών. Αλλά τι σημαίνει αυτό σε σχέση με την απόφασή του να επισκεφθεί τη Σοβιετική Ένωση; Ο Τόμας αισθάνεται όντως συμπάθεια προς το σοβιετικό μπλοκ, η απλώς θεωρεί την σύγκρουση ανάμεσα σε κομμουνισμό και ΗΠΑ κατώτερη από τις απαιτήσεις του κύρους του βραβείου Γκαίτε; Όπως και να έχει, η κατάσταση στην ανατολική Γερμανία δεν αντανακλά τη δική του στάση, καθώς ανακαλύπτουμε ότι οι Γερμανοί υπό σοβιετικό έλεγχο είναι θύματα αυστηρής λογοκρισίας.

Από την πλευρά της Δύσης λοιπόν, ο σεβασμός της καλλιτεχνικής παράδοσης της Γερμανίας επικρατεί, υπεράνω των «γεγονότων» του Β παγκοσμίου πολέμου, ενώ στην Ανατολή, η ελεύθερη έκφραση για τον καλλιτέχνη είναι πλέον αδύνατη. Τα δεινά αυτόν των αντίθετων άκρων αφήνουν την Έρικα και τον Τόμας ξένους στην ίδια τους την χώρα. Δεκαέξι χρόνια μετά την αναχώρησή τους, ο τόπος που γνώριζαν φαίνεται να έχει χαθεί για πάντα, και με τον θάνατο του Κλάους, ένα ολικό υπαρξιακό πένθος τους καταπίνει. Η οικογένειά τους και η κουλτούρα τους όπως ήταν ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Παρόλ’ αυτά, ο Παβλικόφσκι αποφασίζει να τελειώσει το Φάδερλαντ με μια θετική στιγμή για τον Τόμας και την Έρικα. Στην τελευταία σκηνή, βρίσκουν μια έπαυλη, κατεστραμμένη από τους βομβαρδισμούς. Μπαίνοντας μέσα, ανακαλύπτουν δυο άντρες που κουρδίζουν ένα εκκλησιαστικό όργανο. Καθώς αρχίζουν να παίζουν το «Ιησούς, η χαρά των ανθρώπων» του Μπαχ, του οποίου την μουσική ο Κλάους λάτρευε, η Έρικα πιάνει το χέρι το Τόμας καθώς αυτός αρχίζει να κλαίει.
Το ότι σε μια ταινία, όπου ο πολιτικός διχασμός στην μεταπολεμική Γερμανία από την οπτική γωνία των καλλιτεχνών είναι το επίκεντρο, ο σκηνοθέτης πήρε την απόφαση η τελευταία σκηνή να δείχνει τους χαρακτήρες σε μια στιγμή συναισθηματικής σύνδεσης μέσω ενός παραδείγματος υψηλής γερμανικής τέχνης, φανερώνει τους στόχους του. Στη στιγμή που το πένθος τους για τον Κλάους και για την μητρική τους χώρα κορυφώνεται, η κλασική τέχνη της πατρίδας τους επιτρέπει να ενωθούν και να θυμηθούν τον γιο και αδερφό τους με αγάπη.
Στη Σάντρα Χούλερ αξίζει ιδιαίτερη μνεία για το μέγεθος του επιτεύγματός της, καθώς μας δίνει μια καταπληκτική ερμηνεία σε τρεις διαφορετικές γλώσσες.
Όσον αφορά τη δομή και τη σκηνοθεσία της ταινίας, ο Παβλικόφσκι επανέρχεται με τα πλέον χαρακτηριστικά στοιχεία της τέχνης του. Σε διάρκεια μόλις ογδόντα δύο λεπτών (όπως και το Ίντα και το Ψυχρός πόλεμος που ήταν επίσης συντομότερα από ενενήντα λεπτά), συμπιέζει τεράστιο σεναριακό βάθος, κάνοντας την ταινία να μοιάζει μεγαλύτερη από ό,τι είναι, χωρίς να της δώσει έναν ιδιαίτερα αργό αφηγηματικό ρυθμό. Η συνήθης πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία του Πολωνού διευθυντή φωτογραφίας Λούκας Ζίαλ (ο οποίος δούλεψε φυσικά στο Ίντα και το Ψυχρός πόλεμος αλλά και στη Ζώνη Ενδιαφέροντος του Τζόναθαν Γκλέιζερ) είναι παρούσα, γεμίζοντας την ταινία από αρχή μέχρι τέλους με την παγερή ομορφιά που χαρακτηρίζει τα έργα του Παβλικόφσκι. Στη Σάντρα Χούλερ αξίζει ιδιαίτερη μνεία για το μέγεθος του επιτεύγματός της, καθώς μας δίνει μια καταπληκτική ερμηνεία σε τρεις διαφορετικές γλώσσες (καθώς και ο ρόλος απαιτεί γερμανικά, γαλλικά και αγγλικά).
Η ταινία «Πατρίδα» του Παβλικόφσκι είναι πράγματι μια αψεγάδιαστη ταινία, που προσφέρει έναν σύνθετο, συγκινητικό και υπέροχα σκηνοθετημένο και ερμηνευτικά επιτυχή στοχασμό πάνω στον μεταπολεμικό διχασμό της Γερμανίας, μέσα από το βλέμμα των καλλιτεχνών της.
* Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΠΑΣ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής κινηματογράφου.
Σκηνοθεσία: Πάβελ Παβλικόφσκι
Σενάριο: Πάβελ Παβλικόφσκι, Χενκ Χάντλογκτεν
Πρωταγωνιστούν: Σάντρα Χούλερ, Χανς Τζίσλερ, Αουγκούστ Ντιλ, Άνα Μάντελεϊ
Διάρκεια: 82’





















