
Για το φιλοσοφικό δοκίμιο του Γιώργου Φουρτούνη «Απορίες του (μετα)δομισμού: Εμμένεια, αστάθμητο, υποκείμενο» (εκδ. Εκτός Γραμμής). Εικόνα: Ο Λουί Αλτουσέρ. Πηγή: Εκτός Γραμμής.
Γράφει ο Γεράσιμος Κακολύρης
Το βιβλίο του Γιώργου Φουρτούνη Απορίες του (μετα)δομισμού: Εμμένεια, αστάθμητο, υποκείμενο συγκεντρώνει οκτώ κείμενα του συγγραφέα. Πρόκειται για κείμενα που αποτυπώνουν επιμέρους «στάδια» ενός μακρόχρονου και διαρκώς εξελισσόμενου ερευνητικού εγχειρήματος, το οποίο εκτείνεται σε διάστημα περίπου είκοσι χρόνων. Το εγχείρημα αυτό σχετίζεται με μια ορισμένη παράδοση της «σύγχρονης κριτικής σκέψης» που, σύμφωνα με τον Γουόρεν Μόνταγκ (Warren Montag), έχει κατηγοριοποιηθεί «ως δομιστική ή (στον αγγλόφωνο κόσμο) ως μεταδομιστική» (σ. 60).
Ήδη από την εισαγωγή, ο Φουρτούνης επισημαίνει μια «αμηχανία» όσον αφορά την ονομασία αυτού του ρεύματος σκέψης, εφόσον οι περισσότεροι στοχαστές που κατατάσσονται σε αυτό «δεν αναγνωρίζουν ή έπαψαν κάποτε να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους υπό αυτή την ονομασία» (σ. 11). Εναλλακτικά, ο ίδιος θα προτείνει τον όρο «(μετα)δομισμός» για να καταδείξει μια εσωτερική «καμπή» ή στροφή εντός της «γενικής δομιστικής προβληματικής». Αυτή η στροφή αποτελεί τη μετάβαση από την ιδέα της δομής ως ενός κλειστού και υπερβατικού συστήματος σε μια ανοιχτή, αποκεντρωμένη και εμμενή αντίληψή της. Σε αντίθεση με την κυρίαρχη δομιστική άποψη, που βλέπει τη δομή ως ένα προϋπάρχον σύστημα το οποίο καθορίζει τα στοιχεία του «απ’ έξω», ο Φουρτούνης υποστηρίζει ότι ένας «συνεπής (μετα)δομισμός» οδηγεί στο να κατανοήσουμε τη δομή ως κάτι που υπάρχει μέσα στην ίδια τη δομημένη πραγματικότητα, σε συνάφεια με τη σπινοζική έννοια της «εμμενούς αιτιότητας». Αυτή η προσέγγιση αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο του Σπινόζα, σε τέτοιο βαθμό ώστε το ρεύμα αυτό να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σπινοζικός δομισμός».
Ο τίτλος του βιβλίου του Φουρτούνη Απορίες του (μετα)δομισμού δεν παραπέμπει απλώς σε ερωτήματα και απορίες σε εκκρεμότητα. Αναφέρεται σε θεμελιώδεις εννοιολογικές «εντάσεις» που διατρέχουν το πεδίο του (μετα)δομισμού. Απορίες που, όπως και στην ντερριντιανή τους εκδοχή, δεν αίρονται ή δεν επιλύονται, αλλά παραμένουν ενεργές, συγκροτώντας το θεωρητικό του διακύβευμα. Από τη στιγμή που ο (μετα)δομισμός προσπαθεί να σκεφτεί ταυτόχρονα την εμμένεια και την ολότητα, τη δομή και το υποκείμενο, τον καθορισμό και την αυτενέργεια (agency), οδηγείται αναγκαστικά σε τέτοιες απορίες. Οι απορίες αυτές καταδεικνύουν σημεία όπου η σκέψη φτάνει στα όριά της χωρίς να μπορεί να τα υπερβεί με μια απλή σύνθεση. Εντούτοις, δεν αποτελούν θεωρητικές αδυναμίες. Συνιστούν γόνιμα πεδία προβληματισμού, μέσα από τα οποία οι έννοιες αποδεσμεύονται από τους δεσπόζοντες τρόπους κατανόησής τους και διανοίγονται σε νέες δυνατότητες νοηματοδότησής τους.
Στην παρουσίασή μου επικεντρώνομαι σε δύο κείμενα του τόμου για να εξετάσω τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τη δομή και τη σχέση της με το υποκείμενο. Το πρώτο τιτλοφορείται «Δομή, εμμένεια και όλον: Διαβάζοντας τον Μόνταγκ, που διαβάζει τον Αλτουσέρ, που διαβάζει τον Σπινόζα». Σε αυτό, ο Φουρτούνης προβαίνει σε μια επανεξέταση της έννοιας της δομής, αξιοποιώντας την ιδέα της εμμένειας του Σπινόζα, όπως και τη σχετική ανάγνωση του Αλτουσέρ από τον Μόνταγκ. Υποστηρίζει ότι η έννοια της δομής στον Αλτουσέρ -ιδίως όπως αναπτύσσεται στο Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο- βασίζεται στη σπινοζική ιδέα της «εμμενούς αιτιότητας», και ότι η αφετηρία αυτή οδηγεί σε έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο κατανόησης της δομής ως όλου.
Οι δύο τρόποι κατανόησης της δομής
Στο κείμενό του, ο Φουρτούνης, ακολουθώντας τον Μόνταγκ, καταδεικνύει την «ένταση» που υφίσταται ανάμεσα σε δύο τρόπους κατανόησης της δομής. Από τη μία πλευρά, η δομή νοείται ως ένα όλον που «καθορίζει» τα στοιχεία του, ενώ, από την άλλη, ως εμμενής αιτία που δεν υπάρχει έξω από τα αποτελέσματά της (σσ. 62-63). Για τον Μόνταγκ, οι δύο αυτές «λογικές» της δομής είναι ασύμβατες μεταξύ τους. Αυτό οφείλεται στο ότι η ίδια η έννοια του όλου, ακόμη και στη δομιστική της εκδοχή, προϋποθέτει μια «υπερβατική καθοριστική αρχή» που ενοποιεί τα επιμέρους στοιχεία του. Έτσι, η δομή εμφανίζεται σαν μια «κρυμμένη τάξη» ή μια βαθύτερη ενότητα που υπερβαίνει τα επιμέρους φαινόμενα και τους δίνει συνοχή και νόημα, χωρίς να εξαντλείται ή να ανάγεται αποκλειστικά σε αυτά (σσ. 64-65).
Υπό αυτό το πρίσμα, η δομή δεν λογίζεται ούτε ως κάποια ουσία που βρίσκεται «πίσω» ή «πάνω» από τα στοιχεία της, ούτε ως ένα ορισμένο σχήμα που επιβάλλεται σε ήδη προϋπάρχοντα δεδομένα. Αντιθέτως, αποτελεί την εμμενή αιτία των αποτελεσμάτων της, χωρίς η ίδια να υπάρχει έξω από εκείνα.
Ο Φουρτούνης προσφέρει μια εναλλακτική προσέγγιση: η συγκεκριμένη «ένταση» δεν αποτελεί αντίφαση ή αδιέξοδο, αλλά βασικό στοιχείο μιας θεωρίας της δομής που δεν στηρίζεται στην υπερβατικότητα. Υποστηρίζει ότι από τη σκέψη του Αλτουσέρ προκύπτει, έστω και έμμεσα, μια νέα μορφή ολισμού, την οποία ονομάζει «εμμενειοκρατικό ολισμό» (σ. 67). Πρόκειται για έναν τύπο ολισμού που, αντί να υποθέτει κάποια ενότητα πίσω από τα φαινόμενα, συγκροτείται εξ ολοκλήρου μέσα τους. Υπό αυτό το πρίσμα, η δομή δεν λογίζεται ούτε ως κάποια ουσία που βρίσκεται «πίσω» ή «πάνω» από τα στοιχεία της, ούτε ως ένα ορισμένο σχήμα που επιβάλλεται σε ήδη προϋπάρχοντα δεδομένα. Αντιθέτως, αποτελεί την εμμενή αιτία των αποτελεσμάτων της, χωρίς η ίδια να υπάρχει έξω από εκείνα.
Αυτή η σύλληψη οδηγεί σε μια ριζική αναδιατύπωση της σχέσης μεταξύ δομής και στοιχείων. Τα στοιχεία δεν είναι ανεξάρτητα μέρη που συνθέτουν το όλον· είναι αποτελέσματα της δομής. Ως τέτοια, δεν μπορούν να οριστούν παρά μόνο μέσα στη δομική τους διάταξη. Ταυτόχρονα, η ίδια η δομή δεν είναι κάτι διαφορετικό από αυτά τα αποτελέσματα. Όπως γράφει ο Φουρτούνης, «από τη μια πλευρά, η δομή δεν είναι παρά ένας ειδικός συνδυασμός των στοιχείων της και, από την άλλη, δεν είναι τίποτα έξω από τα αποτελέσματά της». Με άλλα λόγια, «τα ζεύγη όλον-στοιχεία και δομή-αποτελέσματα συμπίπτουν» (σ. 75). Η δομή είναι το όλον των στοιχείων της. Ωστόσο, αυτό το όλον δεν υπερβαίνει τα στοιχεία του.
Ο Φουρτούνης απορρίπτει τόσο την ατομιστική όσο και την υπερβατική αντίληψη της δομής. Η πρώτη αδυνατεί να εξηγήσει πώς η δομή επηρεάζει ενεργά τα στοιχεία της και συμβάλλει στη διαμόρφωσή τους, ενώ η δεύτερη εισάγει έναν ιδεαλιστικό διαχωρισμό ανάμεσα σε «ουσία» και «φαινόμενο».
Η σπινοζική αυτή οπτική ανατρέπει τα παραδοσιακά φιλοσοφικά σχήματα για την αιτιότητα και την ολότητα, που συνήθως αντιμετωπίζουν το όλον είτε ως απλό άθροισμα των μερών του (ατομισμός) είτε ως μια υπερβατική ενότητα που καθορίζει τα στοιχεία της (ιδεαλιστικός ολισμός). Ο Φουρτούνης απορρίπτει τόσο την ατομιστική όσο και την υπερβατική αντίληψη της δομής. Η πρώτη αδυνατεί να εξηγήσει πώς η δομή επηρεάζει ενεργά τα στοιχεία της και συμβάλλει στη διαμόρφωσή τους, ενώ η δεύτερη εισάγει έναν ιδεαλιστικό διαχωρισμό ανάμεσα σε «ουσία» και «φαινόμενο». Σε αντιδιαστολή με αυτές τις δύο προσεγγίσεις, η εμμενής δομή δεν επιτρέπει καμία τέτοια διάκριση. Δεν υπάρχει «κρυφή» ενότητα πίσω από την πολλαπλότητα ούτε κάποιο βάθος πίσω από την επιφάνεια.
Συνέπεια αυτής της θέσης είναι ότι τα στοιχεία της δομής δεν είναι οντότητες που υπολείπονται του όλου, αλλά ενικότητες που συγκροτούνται από την ίδια τη δομή και φέρουν εμμενώς ολόκληρη τη δομή. Έτσι, η δομή είναι παρούσα πλήρως και χωρίς υπόλοιπο «σε καθένα από τα στοιχεία της», χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι τα στοιχεία ανάγονται σε μια κοινή ουσία ή αποτελούν πανομοιότυπα έκτυπα της δομής, έτσι ώστε να ταυτίζονται μεταξύ τους (σσ. 80-81). Αντιθέτως, είναι γνήσια διαφοροποιημένες ενικότητες και ταυτόχρονα φορείς της δομής. Με τον τρόπο αυτό, διατηρείται η ενότητα της δομής και η πραγματική διαφοροποίηση των στοιχείων της. Αν όμως η δομή είναι τα ίδια της τα στοιχεία, τότε «δεν είναι ανεξάρτητη και αδιάφορη προς αυτά», έτσι ώστε κάθε στοιχείο, ως ενικό, μπορεί να επιφέρει μεταβολές στις «υπάρχουσες δομικές σχέσεις», πράγμα που μας οδηγεί στην ιστορικότητα των δομών και της δυνατότητας μετασχηματισμού τους (σ. 81).
Η σχέση δομής και υποκειμένου
Αν μεταφέρουμε την παραπάνω θεώρηση στη σχέση δομής και υποκειμένου, τα υποκείμενα δεν αποτελούν προϋπάρχουσες μονάδες που ενώνονται για να φτιάξουν ένα όλον, ούτε απλώς αποτελέσματα μιας δομής που υπάρχει ανεξάρτητα από εκείνα. Σε αντιδιαστολή, καθίστανται υποκείμενα μόνο εντός της δομής, ως αποτελέσματα της εμμενούς αιτιότητάς της, ενώ ταυτόχρονα αποτελούν τις μορφές μέσα από τις οποίες η δομή υπάρχει, πραγματώνεται και δρα. Με αυτή την έννοια, η δομή δεν υπάρχει έξω από τα υποκείμενά της. Αντιθέτως, αποτελεί το εμμενές όλον των σχέσεων και πρακτικών που αυτά ενσαρκώνουν, χωρίς να τα υπερβαίνει ή να προϋπάρχει.
Δύο άτομα δεν πραγματώνουν ποτέ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τη δομή του φύλου. Συνεπώς, η ενότητα της δομής και η πολλαπλότητα των υποκειμένων δεν βρίσκονται σε αντίθεση· συνυπάρχουν ως όψεις μιας αμοιβαίας συγκρότησης.
Τα υποκείμενα δεν είναι «μέρη» της δομής, αλλά ενικότητες μέσα στις οποίες η δομή είναι παρούσα και ενεργή στο σύνολό της. Σε κάθε μία από αυτές τις ενικότητες, η δομή ενσαρκώνεται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο. Στην περίπτωση της δομής του φύλου, για παράδειγμα, ένα άτομο δεν είναι απλώς «μέρος» αυτής της δομής. Κάθε άτομο αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αυτή υπάρχει και εκδηλώνεται, καθώς οι ρόλοι και οι πρακτικές του ενσαρκώνουν τη δομή με σχετικά διαφορετικό κάθε φορά τρόπο. Δύο άτομα δεν πραγματώνουν ποτέ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο τη δομή του φύλου. Συνεπώς, η ενότητα της δομής και η πολλαπλότητα των υποκειμένων δεν βρίσκονται σε αντίθεση· συνυπάρχουν ως όψεις μιας αμοιβαίας συγκρότησης. Στο μέτρο που η δομή υπάρχει μόνο μέσα από τα υποκείμενα, κάθε υποκείμενο, ως ενικότητα, δύναται να συμβάλει στον μετασχηματισμό των δομικών σχέσεων, καθιστώντας τη δομή εγγενώς ιστορική και μεταβλητή. Έτσι, οι διαφορετικοί τρόποι έμφυλης έκφρασης είναι μορφές με τις οποίες η δομή του φύλου υπάρχει και αλλάζει.
Η αλτουσεριανή ματιά
Στο κείμενο «“Μια τεράστια προσδοκία για ύπαρξη”: Η αιτιότητα και η χρονικότητα του αστάθμητου»», ο Φουρτούνης εξετάζει τη σχέση μεταξύ δομής και υποκειμένου στο πλαίσιο μιας αλτουσεριανής, δομιστικής προβληματικής. Η προβληματική αυτή υποσκάπτει ριζικά την παραδοσιακή αντίληψη του υποκειμένου ως αρχής, αιτίας ή θεμελίου της κοινωνικής και ιστορικής πραγματικότητας. Αντίθετα προς αυτή την αντίληψη, το υποκείμενο παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα διαδικασιών που το υπερβαίνουν, και κυρίως ως προϊόν της δομής και της ιδεολογίας.
Η πράξη της αναγνώρισης -όπως στην περίπτωση του ατόμου που γυρίζει το κεφάλι του στην αστυνομική κλήση «Έ, εσύ εκεί!»- συνιστά τη στιγμή κατά την οποία το άτομο μετασχηματίζεται σε υποκείμενο
Αφετηριακό σημείο αυτής της αλτουσεριανής προβληματικής είναι η έννοια της «ιδεολογικής έγκλησης», μέσω της οποίας «τα άτομα μετασχηματίζονται σε υποκείμενα». Στο «Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», ο Αλτουσέρ υποστηρίζει ότι το υποκείμενο συγκροτείται μέσω της ιδεολογικής έγκλησης (interpellation), μιας διαδικασίας κατά την οποία η ιδεολογία «καλεί» τα άτομα και αυτά ανταποκρίνονται αναγνωρίζοντας τον εαυτό τους ως αποδέκτες της κλήσης. Η πράξη της αναγνώρισης -όπως στην περίπτωση του ατόμου που γυρίζει το κεφάλι του στην αστυνομική κλήση «Έ, εσύ εκεί!»- συνιστά τη στιγμή κατά την οποία το άτομο μετασχηματίζεται σε υποκείμενο.1 Έτσι, το υποκείμενο δεν προϋπάρχει της ιδεολογίας, αλλά συγκροτείται μέσω της ίδιας της διαδικασίας της έγκλησης, στο μέτρο που το άτομο αποδέχεται και ενσωματώνει τη θέση που του αποδίδεται. Η έγκληση είναι ιδεολογική, επειδή δεν συνιστά απλή κλήση· είναι η διαδικασία μέσω της οποίας η ιδεολογία αποδίδει στα άτομα συγκεκριμένες κοινωνικές θέσεις και τα συγκροτεί ως υποκείμενα, καθιστώντας αυτές τις θέσεις φαινομενικά φυσικές και αυτονόητες. Τι είναι λοιπόν το υποκείμενο για τον Αλτουσέρ; Πρόκειται για ένα άτομο που αναγνωρίζει τον εαυτό του ως «κάποιον/-α» (ένα εγώ, μια ταυτότητα) μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό πλαίσιο και αποδέχεται έναν κοινωνικό ρόλο.
Έτσι, για παράδειγμα, στην περίπτωση της έμφυλης ταυτότητας, η ιδεολογική έγκληση λαμβάνει τη μορφή της κατηγοριοποίησης του ατόμου ως «άντρα» ή «γυναίκας», στην οποία το άτομο ανταποκρίνεται αναγνωρίζοντας τον εαυτό του ως αποδέκτη αυτής της κλήσης. Μέσα από αυτή την αναγνώριση συγκροτείται το έμφυλο υποκείμενο, το οποίο δεν προϋπάρχει ως τέτοιο, αλλά παράγεται μέσα από τις ίδιες τις πρακτικές που το ονομάζουν και το κανονικοποιούν.2
Το υποκείμενο, επομένως, δεν προϋπάρχει της διαδικασίας που το συγκροτεί, αλλά προκύπτει από αυτήν. Ωστόσο, αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει ένα «παράδοξο», διότι φαίνεται να προϋποθέτει το ίδιο το υποκείμενο που εκείνη δημιουργεί. Για να αναγνωρίσει το άτομο τον εαυτό του ως υποκείμενο, πρέπει ήδη να λειτουργεί ως τέτοιο, δηλαδή πρέπει να μπορεί να συλλαμβάνει τον εαυτό του ως «κάποιον/-α». Αυτό οδηγεί σε μια μορφή κυκλικότητας. Το υποκείμενο εμφανίζεται ταυτόχρονα ως προϊόν και ως προϋπόθεση της ίδιας διαδικασίας που το παράγει, πράγμα που συνιστά αυτό που ο Φουρτούνης ονομάζει «απορία του υποκειμένου».
Το «παράδοξο της υποκειμενοποίησης»
Στο βιβλίο του Η ψυχική ζωή της εξουσίας, το Τζούντιθ Μπάτλερ έχει περιγράψει αυτή την κατάσταση ως «παράδοξο της υποκειμενοποίησης» (paradox of subjection), επισημαίνοντας ότι κάθε αφήγηση για τη συγκρότηση του υποκειμένου προϋποθέτει ήδη το υποκείμενο που επιχειρεί να εξηγήσει.3 Ωστόσο, δεν το αντιμετωπίζει ως πρόβλημα οντολογικής φύσης, αλλά ως τροπή του λόγου, ένα «αφηγηματικό σχήμα» σύμφωνα με τον Φουρτούνη, που καταδεικνύει την αδυναμία μας να περιγράψουμε κυριολεκτικά τη συγκρότηση του υποκειμένου, χωρίς να υποθέτουμε εκ των προτέρων την ύπαρξή του. Ως αποτέλεσμα, το Μπάτλερ δεν επιχειρεί να επιλύσει αυτό το παράδοξο, αλλά μας προτρέπει να αναγνωρίσουμε τα όρια κάθε εξήγησης.
Η ιδεολογία λειτουργεί ως ο μηχανισμός μέσω του οποίου ενεργοποιείται αυτή η δομική αιτιότητα. Μέσω της ιδεολογικής έγκλησης, τα άτομα μετατρέπονται σε «φορείς» της δομής, δηλαδή σε στοιχεία που καταλαμβάνουν συγκεκριμένες θέσεις στο κοινωνικό σύνολο και συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του
Σε αντίθεση με το Μπάτλερ, ο Φουρτούνης εκλαμβάνει το «παράδοξο» ως φιλοσοφικό πρόβλημα αιτιότητας και όχι απλώς ως αδιέξοδο του λόγου. Για να το αντιμετωπίσει, στρέφεται στην αλτουσεριανή έννοια της «δομικής αιτιότητας», η οποία, εμπνεόμενη από τον Σπινόζα, εισάγει μια τρίτη δυνατότητα πέρα από τη μηχανιστική αιτιότητα (όπου η αιτία προηγείται και παράγει το αποτέλεσμα) και την τελεολογική αιτιότητα (όπου ένας σκοπός καθοδηγεί την ενέργεια). Η δυνατότητα αυτή είναι η «εμμενής αιτιότητα», όπου, όπως έχει ήδη ειπωθεί, η αιτία (δομή) δεν προηγείται ούτε έπεται των αποτελεσμάτων της (π.χ. των υποκειμένων). Απεναντίας, υπάρχει μόνο μέσα σε αυτά τα αποτελέσματα και μέσω αυτών, έτσι ώστε αιτία και αποτέλεσμα, δομή και υποκείμενα να προϋποτίθενται αμοιβαία, να συνυπάρχουν και να δρουν μαζί (σ. 210).
Η ιδεολογία λειτουργεί ως ο μηχανισμός μέσω του οποίου ενεργοποιείται αυτή η δομική αιτιότητα. Μέσω της ιδεολογικής έγκλησης, τα άτομα μετατρέπονται σε «φορείς» της δομής, δηλαδή σε στοιχεία που καταλαμβάνουν συγκεκριμένες θέσεις στο κοινωνικό σύνολο και συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του (σ. 211). Το υποκείμενο, επομένως, δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της δομής, αλλά και ο τρόπος ύπαρξης και λειτουργίας της. Η δομή καθίσταται ενεργή αποκλειστικά μέσω της μορφής του υποκειμένου (σ. 212). Συνεπώς, η σχέση μεταξύ δομής και υποκειμένων δεν είναι γραμμική ή εξωτερική, αλλά εμμενής και αναδραστική. («Ανάδραση» σημαίνει ότι το αποτέλεσμα μιας ενέργειας επιστρέφει και επηρεάζει την ίδια την ενέργεια). Η δομή συγκροτεί τα υποκείμενα, και τα υποκείμενα, ως φορείς της, συγκροτούν τη δομή.
Η δομή του φύλου
Για να κατανοήσουμε καλύτερα τα παραπάνω, ας πάρουμε το φύλο ως κοινωνική δομή και όχι ως κάτι που προϋπάρχει στα άτομα. Κατά τον Φουρτούνη, η δομή του φύλου δεν υπάρχει κάπου έξω από τα άτομα ούτε απλώς προκύπτει από αυτά. Υπάρχει μόνο μέσα από τις πρακτικές, τους ρόλους, τις συμπεριφορές και τις προσδοκίες που τη συγκροτούν. Δηλαδή, η δομή του φύλου είναι εμμενής, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει έξω από τις συγκεκριμένες μορφές ζωής όπου εκδηλώνεται. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, τα άτομα δεν είναι ήδη «άντρες» ή «γυναίκες» πριν εισέλθουν στη δομή. Μέσα από διαδικασίες κοινωνικοποίησης (οικογένεια, σχολείο, μέσα ενημέρωσης κ.λπ.), δηλαδή μέσα από ιδεολογικούς μηχανισμούς, «διαμορφώνονται» ως έμφυλα υποκείμενα. Μαθαίνουν πώς να συμπεριφέρονται, να ντύνονται, να επιθυμούν και να σκέφτονται με τρόπους που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένους έμφυλους ρόλους. Έτσι γίνονται φορείς της δομής του φύλου. Εντούτοις, τα υποκείμενα δεν είναι μόνο προϊόν της δομής, αλλά και εκείνο μέσω του οποίου η δομή υπάρχει και αναπαράγεται. Η δομή του φύλου υπάρχει μόνο επειδή τα άτομα ενεργούν ως έμφυλα υποκείμενα. Η ιδέα εδώ είναι ότι εκείνο που δεν υπάρχει ακόμα, το έμφυλο υποκείμενο, είναι ήδη ενεργό στη διαδικασία της ανάδυσής του. Αντίστοιχα, τα άτομα είναι έμφυλα υποκείμενα μόνο επειδή υπάρχει αυτή η δομή. Έχουμε λοιπόν μια σχέση εμμενούς και αναδραστικής αιτιότητας. Το αποτέλεσμα ασκεί αναδρομική επίδραση στην αιτία του. Η δομή του φύλου παράγει τα έμφυλα υποκείμενα, ωστόσο δεν υπάρχει παρά μόνο μέσα από αυτά.
Με αυτή την έννοια, το υποκείμενο δεν είναι ούτε προϋπάρχουσα αρχή ούτε παθητικό προϊόν: συνιστά ενικότητα μέσα από την οποία η δομή υπάρχει και δρα, ενώ ταυτόχρονα φέρει τη δυνατότητα μετασχηματισμού της.
Η πρωτότυπη συμβολή του Φουρτούνη στα δύο κείμενα που εξετάσαμε παραπάνω έγκειται σε έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης τόσο της δομής όσο και της σχέσης της με το υποκείμενο, μέσα από την ιδέα της εμμενούς αιτιότητας. Αντί να βλέπει τη δομή ως κάτι εξωτερικό ως προς τα στοιχεία της ή ως ένα απλό άθροισμά τους, προτείνει μια εμμενειοκρατική σύλληψη όπου δομή και υποκείμενα συμπίπτουν, συγκροτούμενα αμοιβαία. Με αυτή την έννοια, το υποκείμενο δεν είναι ούτε προϋπάρχουσα αρχή ούτε παθητικό προϊόν: συνιστά ενικότητα μέσα από την οποία η δομή υπάρχει και δρα, ενώ ταυτόχρονα φέρει τη δυνατότητα μετασχηματισμού της.
Αυτή η αναδιατύπωση της σχέσης δομής και υποκειμένου αποκαλύπτει και τον συνολικότερο τρόπο με τον οποίο ο Φουρτούνης συγκροτεί το φιλοσοφικό του εγχείρημα. Τα κείμενα του τόμου δεν περιορίζονται στην έκθεση ιδεών ή στον εντοπισμό προβλημάτων. Αλλά ούτε απλώς σχολιάζουν ή συστηματοποιούν υπάρχουσες θεωρήσεις. Απεναντίας, συνιστούν παραδειγματική φιλοσοφική πρακτική που επαναφέρει ερωτήματα στο προσκήνιο και τα επεξεργάζεται από την αρχή, συμβάλλοντας έτσι σημαντικά στη δημιουργία νέων εννοιολογικών πλαισίων και τη διάνοιξη διαφορετικών τρόπων σκέψης. Όπως σημειώνεται εύστοχα στο «Σημείωμα της έκδοσης», ο Φουρτούνης στήνει «με κάθε του κείμενο ένα ερευνητικό εργαστήρι παραγωγής νέων προσεγγίσεων, συλλογισμών και προτάσεων».
*Ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΑΚΟΛΥΡΗΣ διδάσκει σύγχρονη ηπειρωτική φιλοσοφία στο Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ. Τελευταίο του βιβλίο: Jacques Derrida on the Aporias of Hospitality (εκδ. Palgrave Macmillan, 2024).
1Louis Althusser, Για την αναπαραγωγή. Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Αθήνα: Εκτός Γραμμής, 2025, σ. 340.
2Βλ. σχετικά το Γεράσιμος Κακολύρης, «Το φύλο ως επιτέλεση», στο Ευστράτιος Παπάνης & Ανδρομάχη Μπούνα (επιμ.), Διαστάσεις της αρρενωπότητας, Αθήνα: ἡδυέπεια, 2020, σσ. 124-140.
3Τζούντιθ Μπάτλερ, Η ψυχική ζωή της εξουσίας: Θεωρίες καθυπόταξης, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Αθήνα: Πλέθρον, 2009, σ. 12.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Φουρτούνης διδάσκει φιλοσοφία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνονται ο δομισμός και ο μεταδομισμός, η φιλοσοφία των επιστημών και η πολιτική φιλοσοφία.

Έχει γράψει τα βιβλία Ο Λουί Αλτουσέρ και το τέλος του κλασικού μαρξισμού (μαζί με τον Α. Μπαλτά, εκδ. Ο Πολίτης), Απορίες του (μετα)δομισμού: Εμμένεια, αστάθμητο, υποκείμενο (εκδ. Εκτός Γραμμής) και Αποδόμηση σε «τελική ανάλυση» (εκδ. Νήσος). Έχει μεταφράσει, επιμεληθεί και σχολιάσει το βιβλίο του Ζορζ Κανγκιλέμ Το κανονικό και το παθολογικό (εκδ. Νήσος). Έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά και τόμους.























