
Για το μυθιστόρημα του Τσαρλς Ντίκενς (Charles Dickens) «Ο κοινός μας φίλος» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από την τηλεοπτική διασκευή του BBC (1998).
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Η Βιομηχανική Επανάσταση στην Αγγλία και η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησαν τις συνθήκες ανόδου της αστικής τάξης στην εξουσία. Η συσσώρευση πλούτου και η ιδιοκτησία γίνονται τα μέσα επίτευξης κοινωνικής ανέλιξης και κατάκτησης της πολιτικής εξουσίας. Οι κοινωνικές επιδράσεις σε ταξικό, ηθικό, φιλοσοφικό επίπεδο καταγράφονται από τη λογοτεχνία της περιόδου.
Πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Οι άθλιοι (μτφ. Ωρίωνας Αρκομάνης) του Βικτόρ Ουγκό και πρόσφατα ήρθε η έκδοση του κύκνειου άσματος του Τσαρλς Ντίκενς Ο κοινός μας φίλος. Από τον ίδιο εκδοτικό έχει προηγηθεί η κυκλοφορία των μυθιστορημάτων του Ζοφερός οίκος και Τα έγγραφα του Πίκγουικ. Τα έργα των Ντίκενς και Ουγκό τα διέπουν η κοινωνική ευαισθησία των δημιουργών τους, η αποτύπωση της οικονομικής ανέχειας των απόκληρων και της κατώτερης κοινωνικής τάξης και η προώθηση των ιδεωδών του Διαφωτισμού. Η κριτική στάση του Ντίκενς απέναντι στην εκβιομηχάνιση, την προνομιούχα τάξη, την αποσάθρωση των θεσμών, τη διαφθορά, την εγκληματικότητα, τη σχέση των ανθρώπων με τον πλούτο διαπερνούν καθολικά το έργο του.
Διαβάζοντας το σατιρικό Ο κοινός μας φίλος ο αναγνώστης αιχμαλωτίζεται από την ειρωνική διάθεση του συγγραφέα προς την ανθρώπινη κατάσταση, την ειλικρινή έκφραση των απόψεών του, το πλήθος των διαφορετικών χαρακτήρων και τη διάρθρωση της αφήγησης με στοιχεία εξιχνίασης εγκλημάτων και μυστηρίου. Για μια ακόμη φορά στο στόχαστρό του θα βρεθεί η απληστία, η Θεία Πρόνοια, η παιδεία, οι συνθήκες διαβίωσης των εξαθλιωμένων και η κοινωνική εξαχρείωση.
Η πλοκή
Ο φτωχικής καταγωγής Τζον Χάρμον, αναλαμβάνοντας εργολαβίες χωματερών, κατάφερε να αποκτήσει μεγάλη περιουσία. Στο κτήμα του, γνωστό ως Φυλακή του Χάρμον, υψώνονται λόφοι σκουπιδιών που είχαν πλέον γίνει στάχτη. Ανάμεσα στους σταχτόλοφους υπήρχε και το σπίτι του. Όλα τα χρόνια στο πλευρό του βρίσκονταν οι σκληρά εργαζόμενοι Μπόφιν. Τον θάνατο του Χάρμον ακολουθεί η ανάγνωση της διαθήκης του. Μοναδικό του κληρονόμο ορίζει τον γιο του, επίσης Τζον Χάρμον, ο οποίος ζει στο εξωτερικό έχοντας διακόψει κάθε επαφή με τον πατέρα του. Ο όρος για να αποκτήσει την κληρονομιά του είναι να παντρευτεί την καλλονή Μπέλα Γουίλφερ. Σε όποια άλλη περίπτωση, κληρονόμοι ορίζονται ο κύριος και η κυρία Μπόφιν. Τα ίχνη του νεαρού Χάρμον χάνονται ενώ επιστρέφει στο Λονδίνο. Στον Τάμεση, κυρίως τις νύχτες, βαρκάρηδες παραφυλάνε στη ροή του ποταμού ανασύροντας πτώματα με σκοπό να αποσπάσουν χρήματα και τιμαλφή που έχουν πάνω τους. Ένα βράδυ ο Γκάφερ Χέξαμ, μαζί με την κόρη του Λίζι, ανασύρουν το πτώμα ενός άνδρα. Τα έγγραφα που είχε πιστοποιούν πως είναι ο Τζον Χάρμον. Την ταυτότητά του επιβεβαιώνει με την αναγνώριση του πτώματος ο Τζούλιους Χάντφορντ, που εμφανίζεται ως επισκέπτης στην πόλη. Η περιουσία του εκλιπόντος θα περιέλθει στην κατοχή των Μπόφιν.
Από τον ρυπαρό κόσμο των οικονομικά εξαθλιωμένων, που ζουν σε υποτυπώδεις συνθήκες, μεταφερόμαστε στα σαλόνια των εκπροσώπων της ανώτερης κοινωνίας. Εκεί θα συναντήσουμε το δικηγόρο και εκτελεστή της διαθήκης του Χάρμον, Μόρτιμερ Λάιτγουντ, και τον συνάδελφο και φίλο του Ευγένιο Ρέιμπουρν. Οι Μπόφιν αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν την περιουσία τους για να βοηθήσουν και άλλους ανθρώπους. Αρχικά πείθουν την Μπέλα να ζήσει μαζί τους και να την προικίσουν όταν παντρευτεί. Έπειτα προχωρούν στην αναζήτηση ενός άπορου μικρού αγοριού για να το υιοθετήσουν ώστε να του εξασφαλίσουν άνετη ζωή, δίνοντάς του το όνομα του αδικοχαμένου Τζον. Στο πατρικό της Λίζι, την περίοδο του θανάτου του νεαρού Χάρμον, φθάνει ένας νέος ενοικιαστής ονόματι Τζον Ρόουκσμιθ, ο οποίος αργότερα αναλαμβάνει χρέη γραμματέα του κυρίου Μπόφιν.
Οι αλτρουιστές Μπόφιν και Λίζι ξεχωρίζουν για τον ρομαντισμό, την ηθική ακεραιότητα και την πίστη τους στην προσφορά και την καλοσύνη. Γύρω τους περιφέρονται άνθρωποι που προσπαθούν να τους εκμεταλλευτούν οικονομικά ή συναισθηματικά.
Η απληστία και η ανιδιοτέλεια
Ο Ντίκενς δημιουργεί ένα πολυπρόσωπο μυθιστόρημα όπου ανώτερη και κατώτερη κοινωνική τάξη αντιπαραβάλλονται και συναντιούνται μέσα από κωμικοτραγικές καταστάσεις. Η αγωνία των αναγνωστών κορυφώνεται παρακολουθώντας τα ειδύλλια που αναπτύσσονται και τη διαλεύκανση διαφόρων θανάτων που συμβαίνουν ή εγκλημάτων που σχεδιάζονται. Με βάση την κληρονομιά του γερο-Χάρμον, δομείται μια ολόκληρη αφήγηση που στο κέντρο της έχει την απληστία και την ανιδιοτέλεια, τις καλές προθέσεις και την υστεροβουλία, την ταξική και έμφυλη διάκριση και αντίθεση στην εκπαίδευση, τον γάμο και την εργασία. Τα χρήματα συνδέονται με την κοινωνική θέση και την επίδραση στον χαρακτήρα των ανθρώπων είτε ως κατόχων είτε ως διεκδικητών. Η απληστία είναι το κοινό στοιχείο ανεξάρτητα της κοινωνικής τους τάξης.
Δορυφορικά κινούνται θέματα που άπτονται της κοινωνικής δομής και των συνθηκών στην βικτοριανή Αγγλία. Ο γάμος παραμένει αποδεκτός μόνο μεταξύ ανθρώπων του ίδιου οικονομικού επιπέδου, ενώ η εξωτερική εμφάνιση των γυναικών αποτελεί παράγοντα καθοριστικό στην ανεύρεση συζύγου, ένα προσόν προς εξαργύρωση. Ο Ντίκενς χρησιμοποιεί το σύμβολο του «κουκλόσπιτου» για τις γυναίκες που περιορίζονται στην οικιακή ζωή. Τη μεταφορά αυτή συναντούμε αρκετά χρόνια αργότερα στο θεατρικό έργο του Ίψεν Κουκλόσπιτο. Η πρωταγωνίστριά του, Νόρα, σε αντίθεση με τη Λίζι του Ντίκενς, αποδρά από το κουκλόσπιτο και την οικιακή ζωή προς ανεύρεση του εαυτού της. Η Λίζι αντλεί ευτυχία και αυτοπραγμάτωση από τη φροντίδα του συζύγου της και του σπιτιού τους.
Η εκπαίδευση είναι προσιτή στους προνομιούχους και για τους προερχόμενους από κατώτερα κοινωνικά στρώματα αποτελεί μέσο ανόδου κοινωνικής τάξης. Οι άνθρωποι του μόχθου νιώθουν αποστροφή για την εκπαίδευση, θεωρώντας αφύσικη τη ροπή για μάθηση. Κατά συντριπτική πλειονότητα, ο πληθυσμός ήταν αναλφάβητος. Καθώς όχι μόνο αδυνατούσαν να επωμιστούν το κόστος της εκπαίδευσης, μα κυρίως, επειδή θα δημιουργούσε κοινωνική απόσταση μεταξύ γονιών και παιδιών, οι οικογένειες απέφευγαν να μορφώσουν τα παιδιά τους. Ενδεικτικά, αναφέρουμε την απόφαση της Λίζι να παραμείνει αγράμματη ώστε να μην νιώσει ο πατέρας της ότι τον απορρίπτει.
Το μοντέλο της κυψέλης των μελισσών
Ένα από τα σημαντικά σημεία του μυθιστορήματος είναι ο παραλληλισμός της λειτουργίας μιας κυψέλης μελισσών με το υπάρχον πολιτικό και εργασιακό καθεστώς. Ο δικηγόρος Ευγένιος Ρέιμπουρν αντίκειται στην υιοθέτηση του μοντέλου εργασίας των μελισσών και την εφαρμογή του στην ανθρώπινη εργασία. Αναφέροντας την υποταγή των μελισσών-εργατριών, λόγω φόβου, στη βασίλισσά τους και την αδιάκοπη εργασία τους, που αποβαίνει πλεονάζουσα καθώς παράγουν περισσότερο από ό,τι καταναλώνουν, ο συγγραφέας υπογραμμίζει τα προβλήματα της εκβιομηχάνισης και την εδραίωση του καπιταλισμού, την εκμετάλλευση και την εξάντληση του εργατικού δυναμικού, που καταγράφεται ως μια κατάσταση ομηρίας και ανελευθερίας, υπονοώντας και τις σχέσεις διαπλοκής οικονομικού κεφαλαίου με την κρατική εξουσία.
Ο Ντίκενς σατιρίζει το γεγονός της μετατροπής των αποβλήτων σε «χρυσό».
Περίπου είκοσι χρόνια μετά την έκδοση του Κοινού μας φίλου κυκλοφορεί το βιβλίο του Πολ Λαφάργκ Το δικαίωμα στην τεμπελιά, που αφορά την αξιοποίηση του χρόνου από τον εργαζόμενο. Οι εργάτες οφείλουν να εναντιωθούν στη συνθήκη δουλείας που ο καπιταλισμός τους έχει επιβάλλει. Εξάλλου, όπως είναι γνωστό, η υπέρμετρη παραγωγή αγαθών οδήγησε στον καταναλωτισμό, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μεταξύ προσφοράς και κατανάλωσης. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει και ο συμβολισμός των σταχτόλοφων. Η περιουσία του Χάρμον δημιουργήθηκε από τα υπολείμματα, τα σκουπίδια της αστικής κατανάλωσης. Ο Ντίκενς σατιρίζει το γεγονός της μετατροπής των αποβλήτων σε «χρυσό».
Στα θέματα που αφορούν τον τομέα της οικονομίας, ο Ντίκενς καταγράφει στο μυθιστόρημά του την εξαγορά χρεών. Μια εταιρεία είσπραξης οφειλών αγοράζει τα χρέη τρίτων από τον πιστωτή ή δανειστή τους. Πολλοί αστοί, για να ανέλθουν κοινωνικά και να συντηρήσουν ένα δαπανηρό τρόπο ζωής κατέφευγαν στον δανεισμό. Ξοδεύοντας περισσότερα από όσα μπορούσαν να καλύψουν οικονομικά, χρεοκοπούσαν, με τα υπάρχοντά τους να κατάσχονται. Οι αναλογίες με τη σύγχρονη εποχή, όπου funds εξαγοράζουν μη εξυπηρετούμενα, ή αλλιώς «κόκκινα», δάνεια, επιβεβαιώνουν τη μη αναστρέψιμη πορεία του καπιταλισμού.
Συνομιλώντας με τον Βολταίρο
Όσον αφορά την ενσυναίσθηση, την ελεύθερη βούληση και τις κοινωνικές συνθήκες, ο Ντίκενς, μέσα από τα παραληρήματα περί Θεοδικίας, καυτηριάζει την εκ θεολογίας πορευόμενη φιλοσοφική άποψη που εξέφραζαν οι Λάιμπνιτς και Πόουπ, προάγοντας την θέση που διατυπώθηκε από τον Βολταίρο για τη Θεία Πρόνοια. Ένας από τους χαρακτήρες στον Κοινό μας φίλο, ο κύριος Πόντσαμ, μέλος της αριστοκρατίας, υποστηρίζει ότι το Σύνταγμα παραχωρήθηκε από τη Θεία Πρόνοια, πως σύμφωνα με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο πάντα θα υπάρχουν φτωχοί, ότι τα θύματα έχουν την ευθύνη και κανείς δεν πρέπει να αμφισβητεί τη Θεία Πρόνοια.
Ο Λάιμπνιτς ως υπέρμαχος της Θεοδικίας υποστήριζε ότι ο κόσμος που ζούμε είναι ο καλύτερος δυνατός, καθότι είναι απόρροια της κρίσης του Θεού. Η κοινωνική αδικία, οι φυσικές καταστροφές, ο άδικος θάνατος ανθρώπων, θεωρούνται μέρος του ευρύτερου θεϊκού σχεδίου και δεν επιδέχονται αντιρρήσεων.
Την άποψη του Βολταίρου φαίνεται να ενστερνίζεται ο Ντίκενς, απαξιώνοντας με τη σάτιρά του το «όλα καλώς» των υπερασπιστών της Θεοδικίας.
Με αφορμή την καταστροφή της Λισαβόνας από το σεισμό του 1755 και τον θάνατο δεκάδων χιλιάδων κατοίκων, ο Βολταίρος γράφει το «Ποίημα για την καταστροφή της Λισαβόνας» όπου αποδομεί τις απόψεις των Λάιμπνιτς και Πόουπ. Ο Βολταίρος απορρίπτει την ύπαρξη ενός Θεού που επιτρέπει τον ανθρώπινο πόνο και τραγωδίες τέτοιου βεληνεκούς, θέτοντας ένα νέο ορόσημο στη διαλεκτική του Διαφωτισμού. Την άποψη του Βολταίρου φαίνεται να ενστερνίζεται ο Ντίκενς, απαξιώνοντας με τη σάτιρά του το «όλα καλώς» των υπερασπιστών της Θεοδικίας. Όπως και ο Βολταίρος έτσι και ο Ντίκενς δεν δίνει απάντηση παρά προτείνει μια ορθολογική διαπραγμάτευση του κακού και της ειμαρμένης.
Επιστρέφοντας στο θέμα της απληστίας, ο συγγραφέας εξετάζει την επίδραση που ασκεί στην ηθική η απόκτηση μιας τεράστιας περιουσίας. Ο πλούτος, αναμφίβολα, συνδέεται άρρηκτα με την εξουσία και συχνά λειτουργεί εκμαυλιστικά. Τεχνηέντως, ο Ντίκενς εμφανίζει τον κύριο Μπόφιν να μεταλλάσσεται σε φιλάργυρο και καχύποπτο, ενώ η σύζυγός του παραμένει ανεπηρέαστη στις προθέσεις της να ευεργετήσει οικονομικά τους αδυνάτους. Παράλληλα, δίνει τα χαρακτηριστικά του γνωστού σε όλους τους αναγνώστες Εμπενίζερ Σκρουτζ σε έναν από τους χαρακτήρες αυτού του μυθιστορήματός του.
Μια αμύθητη κληρονομιά
Η ηθική διάσταση, η ιδεολογία που συνδέεται με το χρήμα και η ευεργεσία αποτυπώθηκαν πολλά χρόνια αργότερα και στο μυθιστόρημα του Κερτ Βόνεγκατ Ο θεός να σας έχει καλά, κύριε Ρόουζγουοτερ (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, εκδ. Πατάκη). Σημαντική και στα δύο έργα είναι μια αμύθητη κληρονομιά. Η διαχείρισή της και η επίδρασή της στον χαρακτήρα των δικαιούχων μπορεί να αναχθεί και στις επιπτώσεις του καπιταλιστικού συστήματος τόσο στην κοινωνία όσο και στο κοινωνικό υποκείμενο. Ο Ντίκενς γράφει την περίοδο της ανόδου του βιομηχανικού καπιταλισμού ενώ ο Βόνεγκατ βρίσκεται στο ήδη εδραιωμένο καπιταλιστικό σύστημα. Ο πάμπλουτος Έλιοτ Ρόουζγουοτερ θέλει να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη. Η απόφασή του αυτή είναι αδιαπραγμάτευτη εξαρχής, δεν προκύπτει έπειτα από σκέψη, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του Ντίκενς. Με αφετηρία το αίσθημα συμπόνιας και κάποιας ενοχής, αναζητά τρόπους να ευεργετήσει όσους έχουν αδικηθεί.
Η προσφορά τους δεν αποβλέπει σε ανταπόδοση, δεν επιδιώκουν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο
Με όχημά τους τη σάτιρα καυτηριάζουν την ηθική του καπιταλισμού. Η προσφορά τους δεν αποβλέπει σε ανταπόδοση, δεν επιδιώκουν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο αλλά να απαλύνουν τον πόνο και την αγωνία όσων ανθρώπων συναντούν στο δρόμο τους. Να ανακουφίσουν, δίχως την ψευδαίσθηση της οποιαδήποτε ηθικής μεταμόρφωσης των ευεργετούμενων ή της απαλοιφής της κοινωνικής ανισότητας και της κοινωνικής αδικίας, αναιρώντας την εκμετάλλευση.
Οι χαρακτήρες-καρικατούρες
Πέραν του σατιρικού ύφους, ο Ντίκενς δημιουργεί χαρακτήρες-καρικατούρες, απεικονίζοντας στερεοτυπικές συμπεριφορές και ιδέες της εποχής του. Από την ανάπτυξη των χαρακτήρων συμπεραίνουμε πως η βαρύτητα δίνεται σε εκείνα τα κεντρικά πρόσωπα που η στάση τους αποδίδει και εξυπηρετεί το διακύβευμα. Στον Κοινό μας φίλο παρατηρείται και η αλλαγή του συγγραφέα στην απεικόνιση των χαρακτήρων εβραϊκής καταγωγής. Στο μυθιστόρημα Όλιβερ Τουίστ ο Εβραίος Φέιγκιν παρουσιάζεται ως εγκληματική φυσιογνωμία, ένας άνθρωπος που παρασύρει τα παιδιά στην παρανομία, αδίστακτος και πανούργος. Στον Κοινό μας φίλο ο επίσης Εβραίος, κύριος Ράια, εμφανίζεται υπέρμετρα ευγενής, ανιδιοτελής, υποτακτικός, θυμίζοντας τον καλό Σαμαρείτη. Η προσπάθεια του Ντίκενς να διαψεύσει τον αντισημιτισμό για τον οποίο είχε κατηγορηθεί και να αναστρέψει τη στερεοτυπική απεικόνιση των Εβραίων επανορθώνοντας, χαρακτηρίζεται από ακραία μεταστροφή που παραμένει μη ρεαλιστική, απλώς μετατίθεται στο άλλο άκρο.
Οι ήρωες του Ντίκενς ωριμάζουν κατά την εξέλιξη της αφήγησης. Αυτή τους την πορεία παρακολουθούμε και διαπιστώνουμε την πεποίθηση του συγγραφέα πως η προσωπική μεταμόρφωση θα συνεισφέρει στην κοινωνική. Συντάσσεται με μια ακόμα φιλοσοφική άποψη του Διαφωτισμού, το ηθικό δίδαγμα του Ρουσό στο Καντίντ πως «πρέπει να καλλιεργούμε τον κήπο μας», γιατί η αλλαγή έρχεται από τη μονάδα και σταδιακά δημιουργείται το σύνολο.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Σκέφτηκα -για πρώτη φορά σκέφτηκα καθαρά- ότι σκύβοντας τον λαιμό μου στον ζυγό που ήμουν πρόθυμος να φορώ, ανάγκαζα και τους λαιμούς όλου του εβραϊκού λαού να σκύβουν άθελά τους. Γιατί στις χριστιανικές χώρες δεν συμβαίνει με τους Εβραίους ό,τι με άλλους λαούς. Ο κόσμος λέει "Αυτός είναι ένας κακός Έλληνας μα υπάρχουν και καλοί Έλληνες. Αυτός είναι ένας κακός Τούρκος, να υπάρχουν και καλοί Τούρκοι". Δεν γίνεται το ίδιο με τους Εβραίους. Οι άνθρωποι βρίσκουν εύκολα τους κακούς ανάμεσά μας - και σε ποιον λαό άλλωστε δεν βρίσκονται εύκολα οι κακοί;-, παίρνουν ωστόσο τους χειρότερους από μας σαν δείγμα για τους καλύτερους· παίρνουν τους πιο χυδαίους από εμάς σαν σύμβολο των ευγενέστερων· και λένε "Όλοι οι Εβραίοι είναι ίδιοι".»
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τσαρλς Ντίκενς ήταν Άγγλος μυθιστοριογράφος της βικτωριανής εποχής, που τα έργα του αποτελούν δριμύ «κατηγορώ» κατά της κοινωνικής υποκρισίας και εκφράζουν θερμή συμπάθεια για τους απόκληρους της μοίρας.
Γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1812 στο Πόρτσμουθ, δεύτερος από οκτώ παιδιά. Το 1824 η οικογένεια αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα μετά τη φυλάκιση του John Dickens λόγω χρεών και ο Charles εργάστηκε σε εργοστάσιο παπουτσιών ως την αποφυλάκιση του πατέρα του. Ακολούθησαν η εγγραφή του στο Wellington House Academy, η απασχόλησή του ως δημοσιογράφου και στη συνέχεια ως δικαστικού στενογράφου.

Τον Απρίλιο του 1836, παντρεύτηκε την Catherine Hogarth, με την οποία απέκτησαν δέκα παιδιά. Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο το 1870 και είναι θαμμένος στο Αβαείο του Γουέστμινστερ.
Ο Τσαρλς Ντίκενς ήταν ο συγγραφέας 15 μυθιστορημάτων. Έγραψε επίσης διηγήματα, δοκίμια, άρθρα, θεατρικά έργα, ταξιδιωτικά και εξέδιδε περιοδικά. Ο υπόκοσμος, η φτώχεια, η αθλιότητα, ο θάνατος συνυπάρχουν με το κωμικό στοιχείο και την ανθρώπινη καλοσύνη στο έργο του.























