
Για τη νουβέλα του Heinrich von Kleist [1777-1811] «Μιχαήλ Κόλχαας» (μτφρ. -επίμετρο Θοδωρής Δασκαρόλης, εκδ. Αντίποδες). Εικόνα: Ο πραγματικός Χανς Κόλχαας (δεξιά), πρότυπο για τον μυθιστορηματικό, και ο Μαρτίνος Λούθηρος (αριστερά).
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Η ιστορία του Μιχαήλ Κόλχαας ξεπερνά σε ένταση εκείνη ενός συνηθισμένου ανθρώπου της εποχής του, κι όπως φαίνεται, διαβάζοντας το βιβλίο, και των εποχών που την ακολούθησαν. Σίγουρα οι αναγνώστες θα βρουν κοινά σημεία, σημεία ταύτισης, πιθανώς και κοινές εμπειρίες, αλλά ως εκεί. Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, όπως θα δούμε στη συνέχεια, εκπροσωπεί αρχές και προσαρμόζει αναλόγως τη ζωή του -τουλάχιστον από το συγκεκριμένο χρονικό σημείο όπου ξετυλίγεται η ιστορία του- σε αυτές, κάτι που τον καθιστά παράδειγμα μίμησης και ταυτόχρονα αποφυγής (δραματικό στοιχείο).
Ο κοινός τόπος και το σημείο εκκίνησης είναι η αδικία που υπέστη ένας νομοταγής πολίτης. Ο Κόλχαας, έμπορος αλόγων και ευκατάστατος Γερμανός υπήκοος, υφίσταται την αυθαιρεσία εκπροσώπων του τοπικού άρχοντα (Γιούνγκερ φον Τρόνκα), οι οποίοι απαιτούν παρανόμως πρόστιμο διέλευσης. Θα κρατήσουν ως όμηρους δύο από τα άλογά του, τα οποία μάλιστα θα βάλουν στον ζυγό και θα τα υποσιτίσουν, προξενώντας την οργή του Κόλχαας. Από εκεί και πέρα, η κατάσταση θα ξεφύγει από τον έλεγχο, καθώς η κλιμάκωση εμπλέκει ολοένα και περισσότερους σε υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας – από τους χαμηλόβαθμους αξιωματούχους, στους πρίγκηπες και Εκλέκτορες της Σαξονίας και του συνορεύοντος Βρανδεμβούργου, μέχρι τον ίδιο τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Κόλχαας θα στασιάσει, θα υποστεί βία και θα την ασκήσει με τη σειρά του ενάντια σε αδίκους αλλά και δικαίους, θα συγκεντρώσει στρατό, θα προβεί σε εμπρησμούς, θα συνθηκολογήσει, θα συνομιλήσει με τον Λούθηρο και με μια γηραιά μάντισσα, θα επανακάμψει και θα καταλήξει αποκεφαλισμένος, έχοντας εντούτοις δικαιωθεί και αποζημιωθεί. Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η υπόθεση του Μιχαήλ Κόλχαας που επανεκδόθηκε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες σε φροντισμένη μετάφραση του Θοδωρή Δασκαρόλη.
Το έργο και η εποχή
Το βιβλίο βασίζεται σε καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα, αν και διαφοροποιείται προφανώς σε αρκετά σημεία. Οι επιμέρους θεματικές του διακλαδώνονται γύρω από το κεντρικής σημασίας θέμα που το διατρέχει: εκείνο της δικαιοσύνης και της ανάληψης δράσης βάσει αυτής. Το θέμα αυτό έχει πολλαπλές προεκτάσεις, καθώς δεν υφίσταται αυτούσιο, όπως τίποτα σχετικό με τα ανθρώπινα. Η έννοια της δικαιοσύνης καθ’ εαυτήν δεν υφίσταται προφανώς εν κενώ, παρά σε σχέση με τους χρονικούς και τοπικούς περιορισμούς της. Η αδικία αποτελεί την άρνηση της δικαιοσύνης, όπως αυτή έχει κατοχυρωθεί σε έναν συγκεκριμένο χωροχρόνο (εποχή της Μεταρρύθμισης στη Γερμανία). Υπάγεται δε σε συγκεκριμένους υφιστάμενους νόμους που προστατεύουν ή όχι το άτομο από την αυθαιρεσία τόσο άλλων ατόμων όσο και της εξουσίας. Από εκεί και πέρα, προκύπτει το ζήτημα της απονομής δικαιοσύνης από εκείνον που υπέστη την αδικία με τη μορφή της αυτοδικίας, ως αιτιατό στο αίτιο της αδικίας. Ο κύκλος αυτομάτως διευρύνεται, συμπεριλαμβάνοντας άλλους ανθρώπους και αντιδράσεις. Το αρχικό αίτιο καθίσταται νεφελώδες και διάτρητο, αφού οι νέες πράξεις προκαλούν αλυσιδωτές αντιδράσεις, οπότε με τη σειρά τους σκεπάζουν με την ηθική αξίωσή τους για δικαιοσύνη το εναρκτήριο λάκτισμα.
Ο Κόλχαας ζητά δικαιοσύνη για να ασκήσει το επιτήδευμά του ελεύθερα και με τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια. Αυτή παραμένει η καθοδηγητική αρχή, όσον αφορά τον ίδιο. Εφόσον αδικήθηκε, οφείλει να αντιδράσει με νόμιμα μέσα. Όμως η αντίδρασή του αγνοείται κι ακολουθεί όχι μόνο η φθορά της περιουσίας του, αλλά ο θάνατος της γυναίκας του ως παράπλευρη απώλεια, οπότε ο νομοταγής πολίτης θα στραφεί βίαια ενάντια σε εκείνους που θεωρεί υπαίτιους. Ο τροχός της εκδίκησης και της αντεκδίκησης αρχίζει να γυρνά ανεξέλεγκτα, δεδομένου ότι οι διαπλεκόμενες ανθρώπινες σχέσεις τούς καθιστούν αναγκαστικά συμμέτοχους – στο αρχικό δράμα που περιοριζόταν σε 4-5 άτομα, προστίθενται πλέον ολοένα και περισσότεροι. Για κάποιους τα γεγονότα είναι αδιάφορα, ενώ τους απασχολούν περισσότερο οι επιπτώσεις στο κοινωνικό επίπεδο. Για εκείνους που βρίσκονται ψηλότερα στην αλυσίδα της εξουσίας, η απονομή δικαιοσύνης που εστιάζεται στο πρόσωπο του Γιούνγκερ και των υποτακτικών του, είναι μηδαμινής αξίας, σε αντίθεση με τη στασιαστική πράξη του Κόλχαας που διαταράσσει το status, στο οποίο ομνύουν και καλούνται να υπερασπιστούν με κάθε τρόπο.
Τα αρχικά διστακτικά βήματα μεταξύ νομιμοφροσύνης και προσπάθειας αποκατάστασης της αδικίας, σύντομα μετατρέπονται σε άλματα που οδηγούν στην απομάκρυνση και τη βίαιη αντιπαράθεση.
Επανερχόμαστε επομένως στο κεντρικό θέμα τού τι συνιστά δικαιοσύνη για το κάθε εμπλεκόμενο μέρος και πώς διαχειρίζεται την απονομή της. Δικαιοσύνη για το άτομο, τον Κόλχαας, είναι η αποκατάσταση της αδικίας που του έγινε. Δικαιοσύνη για τους Εκλέκτορες και τον Αυτοκράτορα είναι η μη διασάλευση της έννομης τάξης. Επομένως, η τυχόν συμπάθεια και η όποια ανοχή τους στο αίτημα του ανδρός σταματά εκεί που ξεκινούν οι πράξεις του, οι οποίες δεν μπορούν να γίνουν επουδενί ανεκτές, καθώς η επίκληση στο αφηρημένο τελικά αίτημα του δικαίου δεν τους καθιστά απαραίτητα συμμάχους, αλλά αντιπάλους. Περιστασιακά, πιθανόν να προκύψει, όπως και γίνεται, σύμπλευση, για λόγους που σχετίζονται με εσωτερικές διενέξεις και αντιδικίες μεταξύ των κατεχόντων την εξουσία (Εκλέκτορες της Σαξονίας και Βρανδεμβούργου, αλλά και εμπλοκή τρίτων χωρών όπως η Πολωνία).
Η πορεία του Κόλχαας
Ανεξαρτήτως όμως των αντιδράσεων τρίτων, έχει ενδιαφέρον η πορεία του ίδιου του Κόλχαας, όπως καταγράφεται στο βιβλίο. Τα αρχικά διστακτικά βήματα μεταξύ νομιμοφροσύνης και προσπάθειας αποκατάστασης της αδικίας, σύντομα μετατρέπονται σε άλματα που οδηγούν στην απομάκρυνση και τη βίαιη αντιπαράθεση. Ο μειλίχιος οικογενειάρχης θα μετατραπεί σε στασιαστή και άγγελο εκδικητή (Μιχαήλ). Πρόκειται για εσωτερική διεργασία που λαμβάνει χώρα μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, ο οποίος συν τω χρόνω απορεί με το πώς η ιστορία αυτή κατέληξε με τόσο ακραίο τρόπο, εκκινώντας από ένα, ας πούμε, σχετικά ασήμαντο συμβάν – ένα ανάμεσα σε άλλα χιλιάδες παραπλήσια της εποχής εκείνης. Ποιος είναι τελικά ο Μιχαήλ Κόλχαας; Ο νομοταγής πολίτης της εκκίνησης ή ο εξεγερμένος του τέλους; Δύσκολο να δοθεί ξεκάθαρη απάντηση, αφού οι δύο όψεις εμφιλοχωρούν η μία εντός της άλλης με τρόπο φυσικό, ενώ στη διάρκεια της αφήγησης εναλλάσσονται, καθώς το μένος υποχωρεί, επικρατεί μια πρόσκαιρη διαλλακτικότητα και επανεμφανίζεται (η σύγκρουση) με διαφορετικό τρόπο στη συνέχεια, λαμβάνοντας και μεταφυσικές διαστάσεις.
Θα ακολουθήσουν πράξεις βίας, εμπρησμοί, δολοφονίες, καθώς οι γέφυρες με το παρελθόν έχουν καεί και ο άντρας απονέμει ο ίδιος τη δικαιοσύνη που θεωρεί ότι στερήθηκε. Ο αδιάλλακτος δεν οπισθοχωρεί, σωρεύοντας ερείπια γύρω του
Ενδείξεις του χαρακτήρα υπάρχουν εξαρχής. Η επιμονή του Κόλχαας να φέρει εις πέρας το δίκαιο έργο του, είναι δηλωτική ενός συμπληρωματικού χαρακτηριστικού προς το αίσθημα δικαιοσύνης: της αδιαλλαξίας, η οποία μετατρέπει την επιμονή σε εμμονή. Ο Κόλχαας είναι αδιάλλακτος ως προς τις αρχές του, κάτι που τον καθιστά ταυτόχρονα αποτελεσματικό κι επικίνδυνο προς τον εαυτό του και τους άλλους. Η πρώτη ένδειξη αδιαλλαξίας, το πρώτο και σημαντικότερο όριο το οποίο ξεπερνά με χαρακτηριστική ευκολία, είναι όταν λαμβάνει την απόφαση να πουλήσει μέρος της περιουσίας του, προκειμένου να διεκδικήσει το δίκιο του δικαστικά, αδιαφορώντας για την έκκληση της συζύγου του. Εν συνεχεία, όταν το σχέδιο αυτό αποτύχει, θα αποδεχτεί την απονενοημένη πρόταση της συζύγου του να επιδώσει εκείνη το αίτημά του στον Εκλέκτορα, θεωρώντας ότι θα συγκινηθεί από την παρουσία της. Ο Κόλχαας, αν και γνώριζε την επικινδυνότητα του εγχειρήματος, θα το αποδεχτεί, καταπώς το επέβαλλε ο σκοπός του. Όταν η γυναίκα θα επιστρέψει στο σπίτι χωρίς να έχει επιτύχει κάτι και ετοιμοθάνατη, ο Κόλχαας δεν θα νιώσει υπεύθυνος ή ένοχος για τον θάνατό της, εφόσον την ενέπλεξε στον δίκαιο, κατ’ αυτόν, σκοπό του. Θα τη θάψει με τιμές, αγνοώντας ότι μπορεί να είναι πλέον χήρος, αλλά παραμένει πατέρας και θα απελευθερώσει την αδιάλλακτη και «δίκαιη» οργή τού εμμονικού απέναντι σε εκείνους που κρίνει υπεύθυνους.
Ο Κόλχαας θα βρεθεί στη μέση αντιδικιών, αμφιταλαντεύσεων και συμφερόντων που αδυνατεί να κατανοήσει. Η αδιαλλαξία του, πάντα παρούσα, θα εκδηλωθεί εκ νέου.
Θα ακολουθήσουν πράξεις βίας, εμπρησμοί, δολοφονίες, καθώς οι γέφυρες με το παρελθόν έχουν καεί και ο άντρας απονέμει ο ίδιος τη δικαιοσύνη που θεωρεί ότι στερήθηκε. Ο αδιάλλακτος δεν οπισθοχωρεί, σωρεύοντας ερείπια γύρω του, τα οποία του στερούν τη δυνατότητα επιστροφής, ωθώντας τον όλο και πιο μακριά στον σκοπό το βάρος του οποίου έχει επωμιστεί – την ίδια στιγμή, ωθεί και όσους βρίσκονται απέναντι σε παρόμοια στάση, δικαιολογώντας και ανατροφοδοτώντας την άσβεστη φλόγα της οργής που δεν διαλέγεται ούτε με τον εαυτό της (αφού αυτό θα συνεπαγόταν προδοσία των ήδη υφιστάμενων θυσιών) ούτε με τους άλλους που παραμένουν υπαρξιακοί εχθροί. Σημείο καμπής και δηλωτικό επιστροφής στην κοινότητα αποτελεί η συνάντηση του Κόλχαας με τον Μαρτίνο Λούθηρο, τον μόνο στον οποίο ο στασιαστής δείχνει πίστη και εμπιστοσύνη, καθώς η θεϊκή εξουσία (την οποία θεωρεί εντός του ότι έχει υποκαταστήσει) είναι η μόνη αποδεκτή, τώρα που η ανθρώπινη τον έχει προδώσει. Ο Λούθηρος -αυτός ο εχθρός κάθε εξέγερσης και νομιμόφρων προς την εξουσία- είναι εκείνος που θα επιχειρήσει να τον επαναφέρει, επικρίνοντάς τον σκαιά, αλλά ταυτόχρονα μεσολαβώντας για χάρη του. Προς στιγμήν, όλα δείχνουν να επανέρχονται στην προτέρα κατάσταση ηρεμίας, αφού ο Κόλχαας καταθέτει τα όπλα και επαφίεται στη δικαιοσύνη. Ήδη όμως ο τροχός έχει ξεκινήσει και οι δυνάμεις που έχουν κινητοποιηθεί προκρίνουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο Κόλχαας θα βρεθεί στη μέση αντιδικιών, αμφιταλαντεύσεων και συμφερόντων που αδυνατεί να κατανοήσει. Η αδιαλλαξία του, πάντα παρούσα, θα εκδηλωθεί εκ νέου. Αυτή τη φορά, όντας περιορισμένος, δεν μπορεί να πάρει τα όπλα, αλλά θα στραφεί ενάντια σε εκείνον που θεωρεί υπαίτιο, τον Εκλέκτορα της Σαξονίας.
Σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα -και για αρκετούς, περιττά- σημεία της ιστορίας, εμφανίζεται μια μάντισσα που κρατά το μέλλον της δυναστείας του Εκλέκτορα της Σαξονίας καταγεγραμμένο σε ένα χαρτάκι, το οποίο φέρει επάνω του ο Κόλχαας. Μολονότι ο Εκλέκτορας κάνει τα πάντα για να μάθει το μυστικό, ο άντρας θα αρνηθεί να το αποκαλύψει, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει χάρη της ζωής του. Λίγο πριν τον αποκεφαλισμό, ο Κόλχαας θα προτιμήσει να καταπιεί το χαρτάκι, οδηγώντας στο οριστικό τέλος την εκδίκησή του, αδιάλλακτος στον θάνατο παρά διαλλακτικός εν ζωή, αφήνοντας δίχως δεύτερη σκέψη τα παιδιά του ορφανά. Η ιστορία κλείνει με ένα ειρωνικό κλείσιμο του ματιού από τον Κλάιστ: μαθαίνουμε ότι στη Γερμανία, κάποιες γενιές μετά, ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα μπορούσε να βρει απογόνους του Κόλχαας, σε αντίθεση με εκείνους του Εκλέκτορα. Η αδιαλλαξία οδήγησε μεν τον έναν στον όλεθρο, αλλά η αδικία σίγουρα δεν ωφέλησε τον άλλον.
Το ύφος του βιβλίου
Εκ πρώτης ο Μιχαήλ Κόλχαας δεν προσελκύει τον αναγνώστη μέσω της ποιητικής γλώσσας του ή των αλληγοριών του. Η γλώσσα δεν είναι λυρική, ενώ δεν υπάρχει σκιαγράφηση εις βάθος της ψυχολογίας των χαρακτήρων – ακόμα λιγότερο των τοπίων ή της φύσης που απλά αποτελεί τον χώρο δράσης, αποκλειστικά και μόνο για να αποδοθεί το ιστορικό πλαίσιο. Το ύφος του έργου είναι λιτό, απέριττο και εκούσια στεγνό από καλολογικά στοιχεία, αφού η χρήση τους θα εξέτρεπε την ιστορία από τον αρχικό στόχο του συγγραφέα της. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο εξαιρετικό Επίμετρο του μεταφραστή, η γλώσσα του Κλάιστ παραπέμπει σε εκείνη ενός νομικού κειμένου, απομακρύνοντας τον δημιουργό της από το Ρομαντισμό που κυριαρχούσε στις αρχές του 19ου αιώνα – απουσιάζει παντελώς η έμφαση στο συναίσθημα, η σύμμειξη φαντασίας και ονείρου με την πραγματικότητα και η εξιδανίκευση της φύσης. Ίσως το μοναδικό σημείο που θα μπορούσε να αναχθεί στο εν λόγω ρεύμα να είναι η παρουσία της μάντισσας και του χρησμού (το κατά πολλούς πιο αδύναμο σημείο του βιβλίου) που προσδίδει μυστηριακό και μεταφυσικό χαρακτήρα σε μια, κατά βάση, ρεαλιστική αφήγηση.
Αυτό που επιτυγχάνει η στέρεη και ταυτόχρονα λιτή αφήγηση είναι να απογυμνώσει το κείμενο από καθετί περιττό κι ως αποτέλεσμα να το καταστήσει διαχρονικό, καθώς δεν υποτάσσεται στους στιλιστικούς περιορισμούς της εποχής.
Ο ρεαλισμός κυριαρχεί, με τη γραμμική αφήγηση και την παράθεση των γεγονότων να μην διαταράσσεται από ψυχογραφικές παρενθέσεις που θα εμβάθυναν περαιτέρω στην ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή, καθώς και των άλλων προσώπων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι χαρακτήρες είναι επίπεδοι και μονοδιάστατοι, αλλά ότι όσα χρειάζεται να γνωρίζει ο αναγνώστης για αυτούς σχετίζονται αποκλειστικά με τη δράση που αναλαμβάνουν στο πλαίσιο της υπόθεσης αδικίας και των συνέπειών της – οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να λειτουργήσει παρελκυστικά. Ο αναγνώστης οφείλει να ακολουθήσει τη διαδοχή που αποκαλύπτει τον χαρακτήρα του Κόλχαας, σε σχέση πάντα με το πώς διαχειρίζεται τα γεγονότα. Ο ίδιος ο συγγραφέας κρατά στο ελάχιστο τις παρεμβάσεις του, αρνούμενος της οπτική του παντογνώστη, καθώς εστιάζει σε όσα ιστορούνται, αρκούμενος σποραδικά σε κάποιες αξιολογικές κρίσεις. Εντούτοις, αυτές είναι αφενός μετρημένες στα δάχτυλα κι αφετέρου αρκετά ισορροπημένες εκ μέρους του συγγραφέα (θετικές και αρνητικές ομού).
Αυτό που επιτυγχάνει η στέρεη και ταυτόχρονα λιτή αφήγηση είναι να απογυμνώσει το κείμενο από καθετί περιττό κι ως αποτέλεσμα να το καταστήσει διαχρονικό, καθώς δεν υποτάσσεται στους στιλιστικούς περιορισμούς της εποχής. Η φόρμα υπηρετεί άψογα το θέμα που αναδεικνύεται απερίσπαστο, επιτρέποντας την εγκεφαλική προσέγγιση του αναγνώστη. Ο τελευταίος, δίχως επίκληση στο συναίσθημα, αναστοχάζεται συνεχώς σχετικά με όσα λαμβάνουν χώρα στις σελίδες, προκειμένου να επαναφέρει το νήμα που ξετυλίχτηκε από τη μία πράξη στην άλλη. Στη λογική αυτή, αποφεύγει να αξιολογήσει οριστικά και αμετάκλητα τις σχέσεις αιτίας και αιτιατού, οι οποίες με τη σειρά τους θα επέτρεπαν τελεσίδικη κρίση – αυτού του είδους η ηθική απροσδιοριστία και η αδυναμία οριστικού καταλογισμού απαιτούσε το συγκεκριμένο αφηγηματικό στιλ.
Απόδειξη των προαναφερθέντων αποτελούν όσα καταγράφονται στο Επίμετρο, σχετικά με το πώς το έργο αυτό υιοθετήθηκε κατά καιρούς από τον αντιεξουσιαστική και μη αριστερά, αλλά και την εθνικιστική δεξιά (η καθεμιά για τους δικούς της σκοπούς), αποδίδοντας στον χαρακτήρα του Κόλχαας και στην επακόλουθη σύγκρουση σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Όσον αφορά εμένα, η ιδεολογική ταύτιση είναι δευτερεύουσα και ασήμαντη, αν και χρήσιμη ως απόδειξη όσων ήδη κατέγραψα: το έργο κινείται εντέχνως μεταξύ των ορίων και των κρίσεων, ώστε οι εκ των υστέρων ερμηνείες να επικάθονται χωρίς να το τραυματίζουν με την πρόσκαιρη οικειοποίηση που οι ιδεολογίες προτιμούν για τους δικούς τους σκοπούς. Το έργο παραμένει, οι «-ισμοί» παρέρχονται.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.
Απόσπασμα από το βιβλίο
Μόνο λίγο πριν από το θάνατό της ανέκτησε πάλι τις αισθήσεις της. Γιατί, όπως ένας ιερωμένος της λουθηρανικής θρησκείας" (που εκείνο τον καιρό είχε αρχίσει να βλασταίνει και στην οποία ομολογούσε πίστη εκείνη, κατά το παράδειγμα του άντρα της) στεκόταν πλάι στο κρεβάτι της και της διάβαζε με δυνατή φωνή και αισθαντική ιεροπρέπεια ένα κεφάλαιο από τη Γραφή: τον κοίταξε άξαφνα, με μια σκοτεινή έκφραση, του πήρε, σαν τίποτα άλλο να μην υπήρχε εκεί μέσα που ν' άξιζε να της διαβάσει, τη Γραφή απ' το χέρι, την ξεφύλλιζε ξανά και ξανά, κι έμοιαζε κάτι να αναζητά μες στις σελίδες· και έδειξε στον Κόλχαας, που καθόταν στο κρεβάτι της, με το δείκτη του χεριού της, το εδάφιο: «Συγχώρεσε τους εχθρούς σου – κάνε καλό και σ' εκείνους που σε μισούν». Του 'σφιγγε ταυτόχρονα το χέρι, μ' ένα βλέμμα που 'βγαζε την ψυχή της ολάκερη, και πέθανε. – Ο Κόλχαας σκέφτηκε: «ο Θεός ποτέ να μη με συγχωρέσει όσο εγώ συγχωρώ τον γιούνκερ!» τη φίλησε, ενώ τα δάκρυά του τρέχαν ποτάμι, της σφάλισε τα μάτια και βγήκε από την κάμαρη. Πήρε τα εκατό χρυσά φιορίνια που του είχε ήδη στείλει ο προύχοντας για την αγορά των στάβλων της Δρέσδης και παράγγειλε μια κηδεία που έμοιαζε να ταιριάζει περισσότερο σε πριγκίπισσα παρά σ' αυτήν: ένα φέρετρο από ξύλο βελανιδιάς, γερά δεμένο με μέταλλο, προσκεφάλι από μετάξι με χρυσά και ασημένια κρόσσια και έναν τάφο βαθύ οκτώ πήχεις, ντυμένο με βραχόπετρες κι ασβέστη. Ο ίδιος, με το μικρότερο παιδί του στην αγκαλιά, στεκόταν ορθός μπροστά στο λάκκο και επιστατούσε τη δουλειά.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Χάινριχ φον Κλάιστ γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 1777 στη Φραγκφούρτη επί του Όντερ. Το 1792 κατατάχθηκε στον πρωσικό στρατό απ’ όπου παραιτήθηκε το 1799 για να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Φραγκφούρτης. Από το 1800 και εξής γράφει διηγήματα και θεατρικά έργα τα οποία ωστόσο δεν δημοσιεύονται. Το 1803 δημοσιεύεται ανώνυμα στη Βέρνη το πρώτο του θεατρικό, το «Die Familie Schroffenstein». Μεταξύ 1804 και 1806 γράφει τον Μιχαήλ Κόλχαας, την κωμωδία «Αμφιτρύων», τη Μαρκησία του Ο… και τη «Σπασμένη στάμνα».

Το 1807 συλλαμβάνεται από τις γαλλικές δυνάμεις και φυλακίζεται για αρκετούς μήνες. Μετά την απελευθέρωσή του ιδρύει το περιοδικό Phöbus, όπου θα δημοσιευτούν αρκετά έργα του. Από το 1810 εγκαθίσταται οριστικά στο Βερολίνο και ξεκινά την έκδοση της καθημερινής εφημερίδας Berliner Abendblätter, η οποία θα κλείσει τον Μάρτιο του 1811.
Το 1810 και το 1811 δημοσιεύονται αντίστοιχα οι δύο τόμοι των διηγημάτων του και ο Κλάιστ συνδέεται με την Ενριέττε Φόγκελ με την οποία αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν από κοινού. Στις 21 Νοεμβρίου 1811, αφού πρώτα πυροβολεί την Ενριέττε, ο Κλάιστ αυτοκτονεί στη λίμνη Βανζέε.
























