
Για το μυθιστόρημα του Τζάστιν Τόρρες «Διαγραφές» (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκη) που ξαναφέρνει στην επικαιρότητα την πρωτοπόρο κουίρ κοινωνιολόγο Jan Gay που μελέτησε τον λεσβιακό έρωτα ήδη από τις δεκαετίες του 1920 και 1930. Εικόνα: Η Τζαν Γκέυ.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Αρχειακό υλικό και επινοημένη αφήγηση παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο, συνθέτοντας ένα πολυμεσικό κολάζ σε ένα ιδιαίτερο βιβλίο, το μυθιστόρημα Διαγραφές, που τιμήθηκε το 2023 με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου των ΗΠΑ.
Σημειώσεις, αποκόμματα εφημερίδων, φωτογραφικά ντοκουμέντα και αποσπάσματα από τη δίτομη -γεμάτη διαγραφές- έρευνα της Τζαν Γκέυ (το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Χέλεν Ράιτμαν, 1902-1960) με τίτλο «Σεξουαλικές Παραλλαγές: Μια μελέτη των ομοφυλοφιλικών προτύπων», αλλά και οι μυθοπλαστικές ιστορίες των δύο πρωταγωνιστών, καθώς και της ίδιας της Γκέυ, κόρης του Αμερικανού αναρχικού γιατρού Μπεν Ράιτμαν που υπήρξε μεγάλος έρωτας της φλογερής ακτιβίστριας Έμμα Γκόλντμαν, συμπλέκουν τη λογοτεχνική επινόηση με τις ατομικές βιογραφίες και τη συλλογική ιστορία της ομοφυλοφιλίας μέσα από ένα αφηγηματικό μοντάζ ετερόκλητων στοιχείων.
Κι ενώ πολλά από τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο βιβλίο είναι υπαρκτά και το ίδιο το περιβάλλον του θα μπορούσε να παραπέμπει σε έναν γνώριμο για τον συγγραφέα χώρο ψυχιατρικής κλινικής -ο ίδιος νοσηλεύτηκε κατά τη διάρκεια της εφηβείας του-, παραμένει μια λογοτεχνική κατασκευή, όχι μόνο γιατί η ίδια η πράξη της αφήγησης, ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο οργανώνει κανείς την ιστορία του και συνδέει τα γεγονότα μέσα από την υποκειμενικότητα και τις στρεβλώσεις της μνήμης («το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα»), ενέχει αναπόφευκτα το στοιχείο της μυθοπλασίας, αλλά και γιατί τα πραγματικά πρόσωπα έχουν μετατραπεί σε μυθιστορηματικούς χαρακτήρες, έχοντας, όπως επισημαίνει ο ίδιος ο συγγραφέας, «εξωραϊστεί μέσω παραλείψεων και υπερτονισμών, έτσι ώστε να υπερβαίνουν την πραγματικότητα».
Η πρόθεση αυτή καθίσταται σαφής τόσο στον επίλογο, όσο και εντός της αφήγησης, μέσω της εμβόλιμης αναφοράς σε ένα επικό ποίημα του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, το οποίο βασίστηκε σε μια ιστορία που ο ποιητής ανακάλυψε σε ένα βιβλίο αποτελούμενο από φυλλάδια, νομικά έγγραφα και ιδιωτική αλληλογραφία. Ο Μπράουνινγκ θέτει έτσι «ερωτήματα συναφή με την πράξη της σύνθεσης», παρομοιάζοντας το πραγματολογικό υλικό με το αμιγές μέταλλο που γίνεται εύπλαστο, καθώς αναμειγνύεται με τη φαντασία, αναλογία που παραπέμπει τόσο στον τρόπο με τον οποίο ο νεαρός αφηγητής καλείται να διαχειριστεί το διάσπαρτο υλικό που αφορά τη Τζαν Γκέυ όσο και στη διαδικασία μέσω της οποίας ο ίδιος ο Τόρρες μετασχηματίζει τα ιστορικά και αρχειακά τεκμήρια σε μυθοπλασία.
Η πλοκή
Αν θέλαμε να φτιάξουμε ένα σκαρίφημα της πλοκής του έργου, θα λέγαμε ότι ο Τόρρες, αξιοποιώντας το αρχέτυπο του σοφού γέροντα, τοποθετεί τον νεαρό στο σημείο της επιστροφής του στο επονομαζόμενο Παλάτι, έναν ξεπεσμένο ξενώνα που κάποτε προσέλκυε «όλους τους σακατεμένους από τα βάσανα». Εκεί φτάνει για να περάσει κοντά στον ετοιμοθάνατο φίλο του Χουάν τις τελευταίες του μέρες, με τους δυο τους να γεμίζουν τον χρόνο που απομένει διηγούμενοι ιστορίες ο ένας στον άλλον.
Ο Χουάν λειτουργεί για τον νεαρό ως ένα είδος άτυπου ψυχαναλυτή («αν ήμουνα ψυχαναλυτής, ξέρεις, θα πλήρωνες τα μαλλιοκέφαλά σου γι’ αυτές τις συζητήσεις»), παρακινώντας τον να ανατρέξει στο παρελθόν και να αφηγηθεί τη ζωή του κι εκείνος, υπνωτισμένος, ανταποκρίνεται, ενώ παράλληλα διψά να μάθει την ιστορία του ίδιου του Χουάν, μια υπόσχεση που ο ηλικιωμένος φίλος του, σαν μια άλλη Σεχραζάτ, μεταθέτει διαρκώς για την επόμενη μέρα. Στις προθέσεις του Χουάν παραμένει ωστόσο τόσο η αφήγηση της προσωπικής του ιστορίας όσο και η επιθυμία να αποσπάσει από τον νεαρό τη δέσμευση ότι θα διασώσει την ιστορία της Τζαν Γκέυ, ολοκληρώνοντας ένα σχέδιο που είχε ξεκινήσει κάποτε ο ίδιος.
Είναι, μάλιστα, από αυτό το τελευταίο στάδιο που επιλέγει ο Τόρρες να ξεκινήσει την αφήγησή του: ο ήρωας επιστρέφει στον γηραιό φίλο του όταν πλέον απολέσει τα πάντα
Οι δυο τους είχαν γνωριστεί πριν χρόνια σε μια ψυχιατρική κλινική, όπου ο νεαρός είχε νοσηλευτεί για λίγες μέρες στην εφηβεία του, γεγονός που παραπέμπει και στη βιογραφία του ίδιου του Τόρρες. Ο Χουάν, πέρα από στήριγμα, υπήρξε για τον νεαρό μια θαυμαστή φιγούρα, ένας ευγενικός ηλικιωμένος άντρας που ενσαρκώνει τον τύπο του μέντορα και συμβάλλει καθοριστικά στη διαμόρφωσή του: «θα μάθαινα όλους τους εκφραστικούς τρόπους για να σκέφτομαι το σεξ και το φύλο», λέει ο νεαρός. Η μαθητεία αυτή σηματοδότησε μια πνευματική και κοινωνική ωρίμανση, που τον βοήθησε «να καταλάβ[ει] πόσο λίγο ήξερ[ε] τον εαυτό [τ]ου, ότι παράβλεπ[ε] κάτι σπουδαίο: μια ανατρεπτική διαφορετική κουλτούρα, μια κληρονομία». Η μεταμόρφωση αυτή μπορεί να ιδωθεί μέσα από τα αρχετυπικά στάδια που περιλαμβάνουν το αποτράβηγμα, τον μετασχηματισμό και την επιστροφή του ήρωα, αφού εκείνος έχει χάσει τα πάντα. Είναι, μάλιστα, από αυτό το τελευταίο στάδιο που επιλέγει ο Τόρρες να ξεκινήσει την αφήγησή του: ο ήρωας επιστρέφει στον γηραιό φίλο του όταν πλέον απολέσει τα πάντα: «είχα κάνει το τόλμημα να ξεκινήσω για το Παλάτι με τα τελευταία χρήματα που μου είχαν απομείνει, μόνος, και αφού όλα είχαν χαθεί στη μητρόπολη». Από εκεί αρχίζει να ξετυλίγεται αναδρομικά το κουβάρι της μεταξύ τους σχέσης και των προσωπικών ιστοριών που διαμόρφωσαν τον καθένα από τους δύο, για να κλείσει ο κύκλος με τον θάνατο του Χουάν, μια απώλεια που σηματοδοτεί το πέρασμα του νεαρού στη συμβολική ενηλικίωση, καθώς εκείνος καλείται πλέον να συνεχίσει μόνος, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την κληρονομιά και το ανολοκλήρωτο έργο του γηραιότερου φίλου του.
Οι θεματικές και το ύφος
Πάνω σε αυτόν το βασικό αφηγηματικό καμβά ο Τόρρες υφαίνει πλήθος διαφορετικών θεμάτων και αναφορών. Γραμμένο με τον προσφιλή πλέον στη σύγχρονη πεζογραφία μεταμοντέρνο τρόπο, το βιβλίο συνδυάζει πολλά επιμέρους στοιχεία, όλα εξίσου γοητευτικά και ενδιαφέροντα. Ενδεικτικά μόνο, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το σύνδρομο του Πουέρτο Ρίκο, όρο που χρησιμοποιήθηκε από την αμερικανική ψυχιατρική για να περιγράψει ως παθολογικές, συναισθηματικές και σωματικές εκδηλώσεις που παρατηρήθηκαν σε Πορτορικανούς στη Νέα Υόρκη, οι οποίες στην πραγματικότητα συνδέονταν με το αποικιακό πλαίσιο της σχέσης του Πουέρτο Ρίκο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και με εμπειρίες που σχετίζονταν με τη μετανάστευση, τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις πολιτισμικές διαφορές.
«Πόσο θα ήθελα να κλέψω από το μυαλό σου όλα αυτά της Βίβλου, όλη αυτή την ποίηση», λέει ο νεαρός στον Χουάν, εκφράζοντας την επιθυμία να οικειοποιηθεί τη γνώση του μέντορά του.
Στην περίπτωση του Χουάν, η διάγνωση συνδέεται με μια μορφή εκδραμάτισης που τραβούσε την επιθυμητή προσοχή των γονιών, εξέφραζε μια ακραία ανάγκη εξάρτησης και απέφερε έμμεσα οφέλη. Ένα άλλο κομμάτι στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι η πρώτη φράση από το μυθιστόρημα του Χουάν Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο, «Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως ο πατέρας μου ζούσε εδώ...», η οποία στο συγκεκριμένο έργο συνδέεται με την αναδρομή στο παρελθόν και των τριών ηρώων και με τις αναμνήσεις τους σε σχέση με τους πατεράδες τους, αλλά και με την επιστροφή του ήρωα στο Παλάτι σε αναζήτηση του μέντορά του. Αυτή η επιστροφή οδηγεί, όπως και στον Ρούλφο, σε έναν κόσμο φωνών του παρελθόντος και σε ιστορίες ανθρώπων που έχουν χαθεί. Φράσεις από λογοτεχνικά κείμενα και ταινίες, αλλά και αποσπάσματα από τη Βίβλο -τα Σόδομα, η γυναίκα του Λώτ, η περιπλάνηση του Μωυσή στην έρημο- λειτουργούν ταυτόχρονα και σε συμβολικό επίπεδο, προσφέροντας δυνατότητες πολλαπλών ερμηνειών. «Πόσο θα ήθελα να κλέψω από το μυαλό σου όλα αυτά της Βίβλου, όλη αυτή την ποίηση», λέει ο νεαρός στον Χουάν, εκφράζοντας την επιθυμία να οικειοποιηθεί τη γνώση του μέντορά του.
Όλα αυτά δίνουν ένα κείμενο κεντημένο ψιλοβελονιά, μια πρόζα πότε πυκνή και υπαινικτική, γραμμένη με ποιητικό τρόπο, γεμάτη σιωπές και παραλείψεις, πότε καθαρή και ρέουσα, ένα έργο πειραματικό και σύνθετο που γλιστρά απ’ τη μια μορφή στην άλλη, με τα κεφάλαια να αξιοποιούν διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους και τεχνικές, ώστε να συμπεριλάβουν εκτός των άλλων κι ένα παραμύθι που έγραψε η Ζαν, αλλά και αφηγήσεις με τη μορφή κινηματογραφικού μοντάζ, διαφορετικά στοιχεία που συμπλέκονται μεταξύ τους και συνθέτουν μια ενιαία εικόνα.
Η ιστορία της Ζαν Γκέυ
Αυτό που παραμένει, όμως, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του βιβλίου, πέρα από την άκρως γοητευτική γραφή και τη σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων, είναι η ιστορία της Ζαν Γκέυ και η εξοργιστική κατάληξη της έρευνάς της. Κόρη, όπως προαναφέρθηκε, ενός από τους μεγάλους έρωτες της Έμμα Γκόλντμαν, στην οποία, όπως λέει η ίδια, οφείλει το πρώτο της συναπάντημα με τη λέξη «ομοφυλοφιλία», ξεκίνησε το 1935 μια ερασιτεχνική έρευνα για τη ζωή των λεσβιών, παίρνοντας συνεντεύξεις από περισσότερες από 300 γυναίκες.
Ωστόσο, για να βρει εκδότη έπρεπε να έχει την κάλυψη κάποιας ιατρικής αυθεντίας (ενός πατριάρχη, όπως λέει ο Χουάν, παρόλο που η ίδια μεγάλωσε χωρίς πατέρα και ήταν αυτοδημιούργητη), κι έτσι συστάθηκε η Επιτροπή για τη Μελέτη των Σεξουαλικών Παραλλαγών. Η Επιτροπή, που αποτελούνταν από ψυχιάτρους, ψυχολόγους, γυναικολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, έναν χημικό και τον πρώην επίτροπο της σωφρονιστικής αποικίας της Νέας Υόρκης, κράτησε μόνο ό,τι χρειαζόταν από την πρωτότυπη έρευνα και το υπόλοιπο υλικό το κατέστρεψε, αλλοιώνοντας ουσιαστικά το έργο της, που κατέληξε να εξυπηρετεί διαφορετικό από τον αρχικό του σκοπό, ενώ την ίδια «θα την επισκιάσει πρώτα η εξιστόρηση του Ντίκινσον και στη συνέχεια η αφήγηση ενός άλλου γιατρού, του δρος Χένρυ». Ο γιατρός Ντίκινσον, ο οποίος συνέλεγε δείγματα προσπαθώντας να καταδείξει τις ανατομικές διαφορές των ομοφυλόφιλων γυναικών και να συμβάλει στην ενίσχυση των θεωριών για την αιτία της ομοφυλοφιλίας, επωφελήθηκε από την τεράστια έρευνα της Ζαν και από το δίκτυο των φίλων και γνωστών της και στη συνέχεια την παραγκώνισε. Το δίτομο έργο που προέκυψε περιλάμβανε δύο μελέτες, μία για τις γυναίκες και μία για τους άντρες, χωρισμένες σε τρεις υποκατηγορίες: περιπτώσεις Αμφιφυλοφιλίας, Ομοφυλοφιλίας και Ναρκισσισμού. Το υλικό για τον δεύτερο τόμο προερχόταν από την αντίστοιχη έρευνα του Τόμας Πέιντερ, επίσης ερασιτέχνη ερευνητή, ο οποίος κρατούσε σημειώσεις για στρέιτ εκδιδόμενους άντρες, όλους σεξουαλικούς συντρόφους του. Ο μόνος λόγος που ο Πέιντερ δεν είχε την ίδια τύχη με τη Γκέυ ήταν ότι εκείνος κατάφερε να διασώσει το υλικό του απειλώντας ότι θα προσφύγει στα δικαστήρια και στην πορεία συνεργάστηκε με τον Κίνσεϊ.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στον τίτλο του βιβλίου, ο οποίος παραπέμπει αρχικά στη blackout poetry και στα γεμάτα μαυρίσματα αντίτυπα των Σεξουαλικών Παραλλαγών, που αποκαλύπτουν «μικρά ποιήματα φώτισης»
Από τις εκατοντάδες συνεντεύξεις των δύο αρχικών ερευνητών δημοσιεύθηκαν μόνο σαράντα περιπτώσεις αντρών και σαράντα γυναικών. Η Επιτροπή εστίαζε στην παθολογία, αναμειγνύοντας τις ψυχοσεξουαλικές θεωρίες του Φρόιντ με εξηγήσεις της αποκλίνουσας συμπεριφοράς βασισμένες στη φυσιολογία και στην ευγονική και δεν ήθελε τα πορίσματά της να επηρεαστούν από τις θεωρίες του Πέιντερ ή την ακτιβιστική προσέγγιση της Ζαν. Ενδιαφέρον όμως προκαλούν και οι επιμέρους ψηφίδες της διαδρομής της Ζαν: η σχέση της με την εικονογράφο Ζένυα Γκέυ (Ελεανόρ Μπαρνς) αλλά και τη χορεύτρια Φρανζίσκα Μπόας (κόρη του ανθρωπολόγου Φραντς Μπόας), η συγκατοίκηση με τον Άντι Γουόρχολ, ο θαυμασμός της προς τη Γκόλντμαν και, κυρίως, η συγκινητική αποκάλυψη ότι όλη αυτή η έρευνα υπήρξε τελικά και μια προσπάθεια να πλησιάσει τον πατέρα της, έναν περιβόητο γυναικολόγο που αντιπαθούσε τις λεσβίες, που εγκατέλειψε τη γυναίκα του και τη Ζαν όταν εκείνη ήταν νήπιο, και του οποίου η Ζαν εκτιμούσε τις αναρχοερωτικές απόψεις, παρόλο που απεχθανόταν τον χαρακτήρα του.
- Διαβάστε επίσης: Εμείς τα θηρία, του Τζάστιν Τόρρες
Η σημασία του τίτλου
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στον τίτλο του βιβλίου, ο οποίος παραπέμπει αρχικά στη blackout poetry και στα γεμάτα μαυρίσματα αντίτυπα των Σεξουαλικών Παραλλαγών, που αποκαλύπτουν «μικρά ποιήματα φώτισης», δημιουργώντας ένα αφήγημα διαφορετικό από αυτό που είχε προγραμματίσει ο δρ Χένρυ, ο μόνος τρόπος να αποκτήσει ίσως κάποιο νόημα ένα τέτοιο κείμενο. Συνδέεται όμως και με τη διαγραφή ουσιαστικά της έρευνας της Ζαν Γκέυ και κατ’ επέκταση με «τους παράλογους τρόπους με τους οποίους είχαν σβηστεί οι ιστορίες των ανθρώπων και ό,τι είχε απομείνει από τα βάσανα, τις ελπίδες και τους πόθους τους», όπως λέει ο Χουάν, αλλά αποκτά και μια βαθύτερη σημασία μέσα από τη φράση «προσδιορισμένοι και διαγραμμένοι», η οποία καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι ταμπέλες και οι κάθε είδους προσδιορισμοί: τα πρόσωπα χάνουν το όνομα και την ατομικότητά τους για να μετατραπούν σε κατηγορίες.
Το μυθιστόρημα του Τόρρες έρχεται να αφηγηθεί εκ νέου την ιστορία, επιχειρώντας να καλύψει τα κενά, αρχικά μέσω του Χουάν -έναν ρόλο που ο Χουάν δεν αναλαμβάνει ευχάριστα, μάλιστα φαίνεται να δυσπιστεί ως προς την ικανότητά του να συμπληρώσει όσα λείπουν («κι αν τα κενά είναι πάρα πολλά για να τα συμπληρώσει κανείς;»)- και στη συνέχεια μέσω του νεαρού αφηγητή, ο οποίος καλείται να συνεχίσει το έργο του. Παρόλα αυτά, υπόσχεται να το κάνει, μια υπόσχεση που μετατίθεται διαρκώς για «αύριο» και, όταν ο νεαρός του επισημαίνει ότι αυτό λέει συνέχεια, ο Χουάν απαντά με τους στίχους από τον Μάκμπεθ: «Το αύριο και το αύριο και πάλι το αύριο. Ο δρόμος για τη σκόνη του θανάτου», συνδέοντας με αυτό τον τρόπο την ολοκλήρωση της αφήγησης με τον χρόνο που εξαντλείται, σαν να υπονοεί ότι στο τέλος της ιστορίας θα επέλθει και η οριστική διαγραφή, δηλαδή ο θάνατος του Χουάν.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ήρθαν για να υπερασπιστούν, να ενημερώσουν, να διαμαρτυρηθούν για τις επιδρομές και τις συλλήψεις· ήρθαν από περιέργεια, για να κάνουν πλάκα, για λίγο χαβαλέ, και τους κέντρισε το ενδιαφέρον· ήρθαν κάνοντας χάρη· μερικοί ήρθαν θυμωμένοι για να ηθικολογήσουν· άλλοι μπερδεμένοι και αυτοκαταστροφικοί· κάμποσοι με την απεγνωσμένη ελπίδα να θεραπευτούν. Όσοι το έβαζαν στα πόδια συχνά επέστρεφαν. Έμαθαν κάτι για τον ίδιο τους τον πόθο. Τους ζητήθηκε να θυμηθούν και θυμήθηκαν: μια κλεφτή ματιά στον πατέρα που πλενόταν, όταν πιάστηκαν στα πράσα με τη γειτονοπούλα, ένα φριχτό ξυλοφόρτωμα, τις μέρες πριν εμφανιστεί το νάιλον και πώς οι μεταξωτές κάλτσες γλιστρούσαν απαλά μέχρι κάτω στους αστραγάλους· θυμήθηκαν τα παιδιά που είχαν χάσει και τα παιδιά που εγκατέλειψαν. Και, όταν τους ζητήθηκε να γδυθούν, το έκαναν πρόθυμα και τα ονόματά τους πέρασαν στην ανωνυμία, τα πρόσωπά τους καλύφθηκαν από θολούρα ώσπου φυλακίστηκαν στο βασίλειο του συμβολικού, γυμνοί και χαρακτηρισμένοι: Νάρκισσος, Ομοφυλόφιλος, Αλήτης ‒ προσδιορισμένοι και διαγραμμένοι».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Τζάστιν Τόρρες γεννήθηκε το 1980 και μεγάλωσε στην πολιτεία της Νέας Υόρκης. Ο πατέρας του κατάγεται από το Πουέρτο Ρίκο και η μητέρα του από την Ιρλανδία και την Ιταλία.
Ζει στο Λος Άντζελες και είναι αναπληρωτής καθηγητής Αγγλικής Λογοτεχνίας στο UCLA. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Εμείς τα θηρία (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκη, 2014), κυκλοφόρησε το 2011 στις ΗΠΑ και απέσπασε το VCU Cabell Award πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Μεταφράστηκε σε περισσότερες από 15 γλώσσες και η κινηματογραφική του μεταφορά διακρίθηκε στο φεστιβάλ Sundance το 2018 λαμβάνοντας το Next Innovator Award.

Οι Διαγραφές (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης, εκδ. Πατάκη, 2026) πρωτοκυκλοφόρησαν το 2023 στην Αμερική και τιμήθηκαν με το National Book Award των ΗΠΑ καθώς και το California Book Award for Fiction. Το βιβλίο έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 10 γλώσσες και συμπεριλήφθηκε στις λίστες με τα καλύτερα μυθιστορήματα του 2023 των New York Times, της Washington Post και του περιοδικού Time.























