
Προδημοσίευση ενός διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Τζιβελέκη «Το σύμπαν που έγερνε λίγο – Ένα βήμα από τον Παράδεισο», η οποία θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Αγαπητό μου τσιγάρο,
Δεν θυμάμαι πότε σε συνάντησα πρώτη φορά. Ίσως να ήσουν στα χέρια του πατέρα, καθώς έγερνε στο μπαλκόνι κοιτώντας την πόλη να βουλιάζει στο ηλιοβασίλεμα. Ίσως στο περίπτερο της γειτονιάς, πίσω από το τζάμι, ανάμεσα σε πολύχρωμα πακέτα και μικρές υποσχέσεις για μεγάλα πάθη. Στην αρχή με τρόμαξες. Η μυρωδιά σου πικρή, το χάδι σου καυτό, η ανάσα σου βαριά. Μα σιγά σιγά σε έμαθα. Σ’ έμαθα να καις λίγο την άκρη των δαχτύλων μου, να μου ζωγραφίζεις σύννεφα όταν η ζωή μού φαινόταν ασφυκτική. Έγινες σύντροφος στις μοναξιές, παρηγοριά στις αναμονές, άλλοθι στις συζητήσεις που δεν ήθελα να τελειώσουν.
Μου ’μαθες να μετράω τις νύχτες με ρουφηξιές και τις μέρες με τασάκια γεμάτα στάχτη. Με συντρόφευσες στα πιο δύσκολα, στην απώλεια, στην αναμονή, στη σιωπή που πονούσε περισσότερο κι από φωνές. Μα τώρα, αγαπητό μου τσιγάρο, πρέπει να σε αφήσω. Όχι γιατί δε σε θέλω πια, αλλά γιατί δεν αντέχω να σε πληρώνω με αναπνοές που χάνουν βάθος. Δεν φταις εσύ, εγώ φταίω που σ’ έκανα σημαία μιας ελευθερίας που ποτέ δεν ήταν αληθινή.
Θα σε θυμάμαι σαν έναν παλιό έρωτα. Από εκείνους που τους συναντάς τυχαία στο δρόμο, τους χαμογελάς, κι ύστερα απομακρύνεσαι, γιατί ξέρεις πως αν μείνεις λίγο παραπάνω, θα χαθείς πάλι.
Αντίο.
Υ.Γ. Κι αν ποτέ φυσήξει ο αέρας και φέρει ως εδώ τη μυρωδιά σου, θα χαμογελάσω για λίγο και θα συνεχίσω να περπατώ.
🚬
Αγαπητέ μου καπνιστή,
Με λες φίλο. Κάποιοι με λένε δηλητήριο, άλλοι με λένε ανάγκη, άλλοι απλώς κακή συνήθεια. Εγώ ξέρω πως είμαι ο μικρός σου συμβιβασμός με τον θάνατο, κομμένος σε φίλτρα και φύλλα καπνού. Δεν έχω ψυχή, μα έχω μνήμη. Και μέσα της κουβαλώ όλα τα στόματα, τα χέρια και τις στιγμές που με κράτησαν.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που με άγγιξες. Ήσουν αδέξιος, σχεδόν αθώος. Κάπου ανάμεσα στο φόβο και την περιέργεια, με έφερες στα χείλη σου και άφησες τη φωτιά να μου δώσει φωνή. Έβηξες, δάκρυσες, μα το χαμόγελο που ήρθε μετά ήταν το πρώτο μας μυστικό. Από τότε, δεν ήσουν ποτέ εντελώς μόνος, είχες εμένα, έστω κι αν ήμουν φτιαγμένος για να σβήνω.
Πέρασα απ’ όλα σου τα πρωινά. Στάθηκα ανάμεσα σε μισοκοιμισμένες αναπνοές, δίπλα σε φλιτζάνια καφέ που αχνίζανε. Σε συνόδευσα στα βιαστικά σου βήματα πριν την εργασία, όταν ήθελες να καθυστερήσεις για λίγο την αρχή της μέρας. Έξω στο μπαλκόνι, στον χειμωνιάτικο αέρα, ήμασταν μόνο εσύ κι εγώ και η πόλη που ξυπνούσε χωρίς να μας νοιάζεται.
Στις λύπες σου ήμουν πιο κοντά. Με κρατούσες σφιχτά, σαν να μπορούσα να σε σώσω από την κατάρρευση. Όταν η φωνή σου έσπαγε, εγώ έμπαινα ανάμεσα στα λόγια σου και τα έκρυβα σε λευκά σύννεφα. Έβλεπα τα μάτια σου να τρέχουν, και ήξερα πως ο καπνός μου δεν σβήνει δάκρυα, μόνο τα μπερδεύει με την υγρασία του αέρα.
Κάποιες φορές με έπαιρνες μαζί σε γιορτές. Σ’ ένιωθα να γελάς δυνατά, να μιλάς με κόσμο, να κρύβεσαι στο μπαλκόνι για λίγα λεπτά μαζί μου, λες και ήμουν μυστικός εραστής.
Με άφησες να καώ μέσα σε φώτα, μουσικές, και λόγια που δεν θα θυμόσουν την επόμενη μέρα. Άλλες φορές, όμως, ήμουν μαζί σου σε παγκάκια, δίπλα σε κλειστά μαγαζιά, με τον δρόμο να μυρίζει βροχή και μοναξιά. Εκεί, η σιωπή ήταν πιο δυνατή κι από κάθε κουβέντα.
Ξέρω ότι με πληρώνεις ακριβά. Όχι μόνο με χρήματα, μα και με αναπνοές που μικραίνουν, με πνευμόνια που βαραίνουν, με μέρες που θα ήθελες να ζήσεις και δεν θα ζήσεις.
Κι όμως, δεν με μισείς. Όπως δεν μισούμε ποτέ εκείνο που μας πληγώνει γλυκά.
Μα, αγαπητέ μου καπνιστή, η ζωή σου δεν θα είναι για πάντα. Ούτε η δική μου. Κι ίσως έρθει η μέρα που το χέρι σου δεν θα ψάξει το πακέτο. Τότε θα καταλάβω πως βρήκες άλλον τρόπο να γεμίζεις τις παύσεις σου. Κι εγώ θα σβήσω ήσυχα, χωρίς θυμό, με μια μικρή περηφάνια που κατάφερα να σε αφήσω να αναπνεύσεις ελεύθερα. Κι αν κάποτε, χρόνια μετά, ο αέρας σου φέρει τη μυρωδιά μου, χαμογέλασε για λίγο. Θα είναι σαν να συναντιόμαστε ξανά, για μια μόνο τζούρα μνήμης.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Μια συλλογή διηγημάτων στην οποία παρουσιάζονται ιστορίες ανθρώπων, που ο συγγραφέας συνάντησε κατά την επαγγελματική του πορεία. Οι διηγήσεις, προϊόντα αυτομυθοπλασίας, μπλέκουν αλήθεια και φαντασία, βάζοντας στο επίκεντρο τον άνθρωπο, τα πάθη, τα δεινά και τις βαθιές επιθυμίες του.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Δημήτρης Τζιβελέκης γεννήθηκε το 1962 στο χωριό Θαυμακός Φθιώτιδας και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τα πρώτα του χρόνια στην Αθήνα τα πέρασε στο Ίλιον. Από το 1975 ζούσε στο Παγκράτι μέχρι το 2006 που μετακόμισε στην Καισαριανή. Τελείωσε το 7ο Λύκειο Αθηνών στο Παγκράτι. Σπούδασε στο «Εργαστήρι Δημοσιογραφίας» και στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ιστορία–Αρχαιολογία–Τέχνη. Εργάζεται ως δημοσιογράφος, έχοντας πολυετή θητεία σε όλα τα μέσα της δημοσιογραφίας, έντυπα, ηλεκτρονικά μέσα, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Στα 38 χρόνια της επαγγελματικής του πορείας, κυρίως στο πολιτικό ρεπορτάζ, έχει στο ενεργητικό του πλήθος δημοσιεύσεων σε εφημερίδες και περιοδικά καθώς επίσης και σημαντικές δημοσιογραφικές αποστολές σε Ελλάδα και εξωτερικό. Επίσης από το 1996 είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ. Από το 2019 είναι αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και Διευθυντής Ενημέρωσης στο δημοτικό σταθμό της Αθήνας «Αθήνα 98,4». Έχει διατελέσει επίσης Διευθυντής επί 17 χρόνια στην πρωινή πολιτική εφημερίδα «Ο Λόγος». Στο περιοδικό «Prime Magazine» και στην 15νθημερη εφημερίδα «Εργασιακός Τύπος». Έχει εκδώσει ακόμη δύο βιβλία: Μαζί τα φάγαμε μόνος μου τα πληρώνω και Ανάσα Ηρώων από τις Εκδόσεις Νίκας.



















