
Για τη νουβέλα του Μάριο Μπεγιατίν (Mario Bellatin) «Σαλόνι ομορφιάς» (μτφρ. Άλκηστη Ευθυμίου, εκδ. Πλήθος). Εικόνα: Από τη μίνι σειρά «Ο θεός ξέχασε τον παράδεισο» του Μάικ Νίκολς με πρωταγωνιστή τον Αλ Πατσίνο.
Γράφει η Αγγελική Σπηλιοπούλου
Στην παγκόσμια λογοτεχνία οι επιδημίες και οι πανδημίες, φανταστικές ή πραγματικές, έχουν δημιουργήσει μία ξεχωριστή θεματική, που πολλάκις χρησιμοποιείται λαμβάνοντας αλληγορική διάσταση. Από το Δεκαήμερο του Βοκάκιου, την Πανούκλα του Καμί, το Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου, τον Έρωτα στα χρόνια της χολέρας του Μάρκες φτάνουμε στα δυστοπικά μυθιστορήματα της Άτγουντ, το Δρόμο του ΜακΚάρθι, το Σταθμό Έντεκα της Μάντελ και πλήθος άλλα που πραγματεύονται τις επιπτώσεις μίας τέτοιας συνθήκης.
Η νουβέλα του Μπεγιατίν Σαλόνι ομορφιάς (μτφρ. Άλκηστη Ευθυμίου, εκδ. Πλήθος) κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1994. Παρότι ο συγγραφέας δεν κατονομάζει τη νόσο, είναι προφανές ότι σημείο αναφοράς αποτελεί η επιδημία του AIDS κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Ωστόσο, το βιβλίο διαφοροποιείται από τα επιδημικά έργα, καθώς αναδεικνύει όχι μόνο τη διαχείριση και την αποδοχή του τετελεσμένου, αλλά και το ζήτημα της παροχής φροντίδας. Αρχικά, μπορούμε να πούμε πως, μιλώντας για το AIDS, θέτει στο τραπέζι τη συζήτηση της περιθωριοποίησης μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων. Αποφεύγοντας, όμως, την πρόδηλη συγκεκριμενοποίηση, δίνει καθολική διάσταση στο υπό διαπραγμάτευση ζήτημα.
Αφηγητής στη μυθοπλασία του Μπεγιατίν είναι ο ιδιοκτήτης ενός σαλονιού ομορφιάς, που αποφασίζει να μετατρέψει τον χώρο του σε Νεκροκομείο, παρέχοντας φροντίδα στους βαριά νοσούντες. Στην ακμή του ο χώρος του σαλονιού ομορφιάς στολιζόταν με ενυδρεία, καθώς ο ιδιοκτήτης, όπως μας αφηγείται, ανέκαθεν είχε ενδιαφέρον για αυτά, οπότε τα χρησιμοποίησε για να διακοσμήσει τον χώρο του προσδίδοντας αίγλη στην αισθητική του. Σταδιακά, ανέπτυξε μια σχέση φροντίδας με τα ψάρια των ενυδρείων του. Η φροντίδα αυτή προσφέρεται αργότερα και στους ασθενείς. Όσο περνά ο χρόνος, τα ενυδρεία αδειάζουν από ψάρια και γεμίζουν με τα προσωπικά είδη των ασθενών. Παντού κατοικεί πλέον η νόσος, τα αρώματα του σαλονιού ομορφιάς τα αντικαθιστά η μυρωδιά του θανάτου. Αυτό σηματοδοτεί μια ευρεία αναδιάταξη, μετατόπιση του ενδιαφέροντος και συναισθηματική αλλαγή.
Το Νεκροκομείο δεν παρέχει κάποια θεραπεία. Είναι ένας χώρος φροντισμένου θανάτου, όπου όσοι νοσούν συγκεντρώνονται και περιμένουν το τέλος τους. Οι κανόνες είναι σαφείς: απαγορεύονται οι γιατροί, τα φάρμακα, τα βότανα, οι θεραπευτές, η ηθική στήριξη από φίλους και συγγενείς. Στο Νεκροκομείο επικρατεί η πλήρης αποδοχή της αναμέτρησης με μία ανίατη νόσο, δεν συντηρείται η ελπίδα για ανάρρωση, παρά μόνο οι ασθενείς αναμένουν τον θάνατο. Λειτουργεί, λοιπόν, ως προθάλαμος μετάβασης.
Διαφορές με άλλα έργα
Σε αντίθεση με την Πανούκλα του Καμί, που προτρέπει σε αντίσταση και σε δράση, προωθώντας την αλληλεγγύη μεταξύ ασθενών και λοιπών πολιτών, ακόμα και αν οι νοσούντες γνωρίζουν πως η μάχη είναι εκ των προτέρων χαμένη, στη νουβέλα του Μπεγιατίν προτείνεται η αποδοχή της θνητότητας, αφού έχει γίνει η παραδοχή της ήττας από τη νόσο.
Η παρούσα νουβέλα διαφέρει αρκετά και από το Περί τυφλότητας του Σαραμάγκου. Εκεί διερευνάται η κατάρρευση των θεσμών όταν υφίσταται κάποια πρωτόγνωρη καταστροφή ή ανατροπή ευρείας κλίμακας. Στο αυτοσχέδιο νοσοκομείο του Περί τυφλότητας παρατηρείται βία, απανθρωποποίηση και άσκηση εξουσίας, ενώ στο Νεκροκομείο του Μπεγιατίν συναντάμε μόνο τη συναισθηματική αποστασιοποίηση, την απομόνωση και την παράδοση στο μη αναστρέψιμο.
Ο ήρωας του Μπεγιατίν δεν προσφέρει την ψευδαίσθηση της ίασης, αλλά έναν αξιοπρεπή θάνατο σε ένα περιβάλλον αποδοχής.
Αντίστοιχα, ο Μπεγιατίν χειρίζεται το θέμα του πολύ διαφορετικά από ό,τι ο Τόμας Μαν στο Μαγικό βουνό, όπου ο χρόνος μοιάζει διεσταλμένος, με την περίοδο διαπραγμάτευσης με τη νόσο να είναι πολύ μακρά. Αντισταλτικά, στο Νεκροκομείο γίνονται δεκτοί μόνο νοσούντες στο τελευταίο στάδιο και ο χρόνος είναι συμπυκνωμένος, περιορισμένος. Οι ασθενείς εισέρχονται εκεί για να μην πεθάνουν μόνοι και αβοήθητοι, χωρίς να έχουν καμία προσδοκία ανάρρωσης.
Η νοσηλεία
Το παράδοξο στο Σαλόνι ομορφιάς είναι ο τρόπος που παρουσιάζεται η νοσηλεία. Κατά κοινή παραδοχή, τα νοσοκομεία και οι κλινικές, οι χώροι που προσφέρεται φροντίδα σε ασθενείς, συνδέονται με την επιστημονική γνώση, την άσκηση της ιατρικής επιστήμης και τη δυνατότητα θεραπείας. Ο Μπεγιατίν λειτουργεί ανατρεπτικά. Στο Νεκροκομείο του, παρότι παρέχει την καθημερινή φροντίδα στους ασθενείς (τροφή, καθαριότητα), αποκλείει κάθε ιατρική παρέμβαση. Αναδεικνύει ερωτήματα σχετικά με το νόημα της φαρμακευτικής αγωγής και της παράτασης της ζωή σε περιπτώσεις ανίατων ασθενειών. Μας προτρέπει να αναλογιστούμε την αξιοπρέπεια στη νόσο και στον θάνατο.
Όμως, ο συγγραφέας παρουσιάζει τη φροντίδα ως μία μηχανικά επαναλαμβανόμενη εργασία που εξαντλεί ψυχικά και σωματικά τον φροντιστή, με την ενσυναίσθηση να συρρικνώνεται, δίνοντας χώρο στην αποστασιοποίηση. Ο ήρωας του Μπεγιατίν δεν προσφέρει την ψευδαίσθηση της ίασης, αλλά έναν αξιοπρεπή θάνατο σε ένα περιβάλλον αποδοχής. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ως φροντιστής εκτίθεται σε κινδύνους για τη σωματική και ψυχική του υγεία, αναλαμβάνοντας το κόστος.
Τα θέματα και το ύφος
Θα θέλαμε να τονίσουμε τρία σημεία. Τα ενυδρεία συμβολίζουν την ορατότητα. Από τη συνύπαρξη των ψαριών περνάμε αναλογικά στη συνύπαρξη των ανθρώπων. Ο ιδιοκτήτης του Σαλονιού ομορφιάς είναι ένας όχι και τόσο νέος πια άνδρας, που παλαιότερα φορούσε γυναικεία ρούχα για να φροντίζει την εξωτερική εμφάνιση γυναικών. Τώρα φροντίζει, παρέχοντας βοήθεια, άντρες στα πρόθυρα του θανάτου, ακολουθώντας τον ίδιο τρόπο ντυσίματος. Όταν θα νοσήσει και ο ίδιος, θα κάψει όλα τα γυναικεία ρούχα του. Η νόσος του AIDS στην κοινή συνείδηση είναι συνδεδεμένη με τους ομοφυλόφιλους άνδρες, ενώ η φροντίδα παρέχεται από γυναίκες. Αυτά τα δύο καταρρίπτονται όταν ο φροντιστής γίνεται και ασθενής.
Αναμφίβολα, υπάρχει αναφορά στην κοινωνική και πολιτική ευθύνη, όμως ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην πρόσβαση στην περίθαλψη και στην αξιοπρέπεια του τέλους, παρόλο που και σε αυτή την περίπτωση υπάρχει ταξικό υπόβαθρο. Κάτι ανάλογο είχε τονίσει και ο Ντιντιέ Εριμπόν στο έργο του Η ζωή, τα γηρατειά και ο θάνατος μιας γυναίκας του λαού. Ο Εριμπόν υπογραμμίζει ότι κάθε μειονότητα, με την τρίτη ηλικία να είναι μία εξ αυτών, αντιμετωπίζει τον ρατσισμό, την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό και υποδεικνύει την επιτακτική ανάγκη για ορατότητα, για δόμηση μιας κοινωνίας συμπεριληπτικής και συμμετοχικής από όλους. Σύμφωνα με τον Εριμπόν, ο θεσμικός εκτοπισμός και η στέρηση της δυνατότητας δημόσιου λόγου πρέπει να σταματήσουν, καθώς ως κοινωνία πρόνοιας οφείλουμε να δώσουμε φωνή στο «εμείς» όσων αδυνατούν να διεκδικήσουν και να υπερασπιστούν τα δικαιώματα τους, δικαιώματα που αξιώνει και ο Μπεγιατίν.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Μπεγιατίν είναι λιτή, με μια οικονομία έκφρασης που έρχεται σε αντίθεση με τον πλουραλισμό στον χαρακτήρα του αφηγητή.
Η λογοτεχνική αξία της νουβέλας δεν εξαντλείται στα ζητήματα που πραγματεύεται, καθώς δεν δραματοποιεί το θάνατο, δεν εκβιάζει συγκίνηση. Πέραν, λοιπόν, του περιεχομένου, η γραφή του Μπεγιατίν διαθέτει αρετές. Χρησιμοποιώντας πρωτοπρόσωπη αφήγηση δημιουργεί μεν οικειότητα χωρίς όμως να επιχειρεί την εκμαίευση συμπόνιας ούτε να επιδιώκει να δικαιολογήσει τις πράξεις του αφηγητή, παραμένοντας σταθερός, δίχως συναισθηματικές διακυμάνσεις ακόμη και όταν περιγράφει τον θάνατο.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Μπεγιατίν είναι λιτή, με μια οικονομία έκφρασης που έρχεται σε αντίθεση με τον πλουραλισμό στον χαρακτήρα του αφηγητή. Ακόμη και η σταδιακή απογύμνωσή του, ψυχολογική και αισθητική, συνηγορεί με την απογύμνωση της ανθρώπινης ύπαρξης μπροστά στον θάνατο. Στη νουβέλα του Μπεγιατίν η ομορφιά και η φθορά συνυπάρχουν αδιάλειπτα.
* Η ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι αρθρογράφος.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ο άρρωστος πέθανε έναν μήνα μετά την εισαγωγή του. Θυμάμαι πόσο παλέψαμε για να τον σώσουμε. Καλέσαμε γιατρούς και νοσηλευτές. Μας επισκέφθηκαν επίσης θεραπευτές που εφάρμοζαν διάφορα γιατροσόφια. Κάναμε εράνους για να αγοράσουμε τα φάρμακα, που ήταν υπερβολικά ακριβά. Όλα αποδείχθηκαν μάταια. Το συμπέρασμα ήταν απλό: η αρρώστια αυτή δεν έχει θεραπεία. Οι προσπάθειές μας δεν ήταν παρά άκαρπες απόπειρες να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας. Δεν ξέρω ποιος μας έμαθε ότι το να βοηθάς τον αδύναμο σημαίνει να προσπαθείς, με κάθε κόστος, να τον απομακρύνεις από τον θάνατο. Ύστερα από αυτή την εμπειρία αποφάσισα πως, αν δεν υπήρχε άλλη λύση, το καλύτερο ήταν ένας γρήγορος θάνατος, με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες για τον άρρωστο. Δεν με συγκινούσε ο θάνατος καθαυτός. Αυτό που με απασχολούσε ήταν να μην σβήνουν στον δρόμο. Στο Νεκροκομείο, τουλάχιστον, είχαν εξασφαλισμένο ένα κρεβάτι, ένα πιάτο σούπα και τη συντροφιά των άλλων ετοιμοθάνατων. Αν ο φιλοξενούμενος είχε ακόμη τις αισθήσεις του –ή, ακόμη καλύτερα, αν ήταν σε θέση να κινηθεί– μπορούσε να προσφέρει βοήθεια, ηθική ή σωματική. Η σωματική βοήθεια, για να πω την αλήθεια, ήταν σπάνια. Συνέβαινε μόνο όταν κάποιος παρουσίαζε ξαφνικά μια απρόσμενη και πρόσκαιρη βελτίωση, μιας και φρόντιζα να δέχομαι μόνο όσους δεν είχαν σχεδόν καθόλου χρόνο μπροστά τους». (σελ. 58-59)
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μάριο Μπεγιατίν γεννήθηκε το 1960 στην Πόλη του Μεξικού από περουβιανούς γονείς και μεγάλωσε στη Λίμα του Περού, όπου σπούδασε θεολογία. Το 1995, μετά την επιστροφή του στο Μεξικό, ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Λογοτεχνίας και Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Universidad del Claustro de Sor Juana και μεταγενέστερα ίδρυσε την πειραματική σχολή δημιουργικής γραφής Escuela Dinámica de Escritores.

Έχει γράψει πολυάριθμα μυθιστορήματα και νουβέλες που έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν τιμηθεί με λογοτεχνικά βραβεία. Το Σαλόνι ομορφιάς είναι το πρώτο μυθιστόρημά του που μεταφράζεται στα ελληνικά.
























