
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη μελέτη της Ε.Μ. Μπάτλερ [E.M. Butler] «Η τυραννία της Αρχαίας Ελλάδος επί της Γερμανίας – Η επίδραση που άσκησαν οι αρχαίοι Έλληνες στο γερμανικό πνεύμα» (μτφρ. Μαρία Μαντή), η οποία θα κυκλοφορήσει στις 29 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Φαντάζομαι τον κόσμο των ανθρώπων σαν μια φυλή παιδιών αποκλεισμένων σ’ ένα νησί από αδιαπραγμάτευτα δεδομένα της πραγματικότητας, oι περισσότεροι να έχουν γυρισμένη την πλάτη στη θάλασσα και να σκάβουν ή να χτίζουν στην άμμο. Φιλονικούν συχνά˙ επιτυγχάνουν σπανιότερα και το λίγο που κατορθώνουν συχνά το σβήνουν τα κύματα, μερικώς ή εξ ολοκλήρου, αναγκάζοντάς τους να μετακινούν το στρατόπεδό τους και να αρχίζουν πάλι από την αρχή. Οι πιο τολμηροί πλησιάζουν στο νερό και παίζουν στα ρηχά, προχωρούν βαθύτερα ή επιχειρούν να κολυμπήσουν. Οι πιο επινοητικοί κατασκευάζουν πρόχειρα πλεούμενα και οι πιο γενναίοι εμπιστεύονται τον εαυτό τους σ’ αυτά, παλεύοντας να επιστρέψουν στη στεριά όταν οι βάρκες μπάζουν νερά ή ανατρέπονται. Από αυτό το πεδίο δράσης και μόχθου, μερικοί ελάχιστοι μένουν σε απόσταση, ακίνητοι, με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα, σαν να τους έχει απορροφήσει το θαύμα, το μυστήριο και η απειλή της θάλασσας. Συνολικά δεν είναι τόσο συμπαθείς όσο οι άλλοι· κάτι σκοτεινό στο βλέμμα τους και κάτι τεταμένο στη στάση του σώματος μαρτυρεί ότι είναι λιγότερο κατάλληλοι για τη ζωή στο νησί απ’ ό,τι οι άλλοι γύρω τους. Όσο όμως παραμένουν βυθισμένοι στα όνειρά τους, θα περνούν απαρατήρητοι.
Στη Νεότερη Ευρώπη, η γερμανική φυλή παρουσίασε κάποτε ένα ανάλογο θέαμα με αυτά τα υποθετικά παιδιά, αν υποθέσουμε ότι το νησί συμβολίζει τον κόσμο και η θάλασσα μια άγνωστη απόλυτη δύναμη. Οι Γερμανοί τρέφουν ένα απέλπιδο πάθος για το απόλυτο – όποιο όνομα κι αν του δώσουν, όποια μορφή κι αν του αποδώσουν. Οι Ρώσοι είχαν, πιθανόν, πιο παράξενα οράματα· οι Γάλλοι έδειξαν μεγαλύτερη ικανότητα να ενσαρκώνουν αφηρημένες ιδέες σε πολιτικούς θεσμούς· οι Γερμανοί όμως διακρίνονται για τον ζήλο με τον οποίο καταδιώκουν τις ιδέες και επιχειρούν να τις μεταμορφώσουν σε πραγματικότητα. Τα μεγάλα τους επιτεύγματα, οι καταστροφικές αποτυχίες, η τραγική πολιτική τους ιστορία, όλα διαποτίζονται από έναν επικίνδυνο ιδεαλισμό. Αν οι περισσότεροι από εμάς είμαστε έρμαια των περιστάσεων, για τους Γερμανούς μπορεί να ειπωθεί πως είναι έρμαια των ιδεών.
Αυτή η ιδιότυπη αμυντική ανεπάρκεια άφησε το στίγμα της και στη λογοτεχνία τους. Μακρές περίοδοι δουλικής μίμησης ξένων χωρών, άμετρες εξάρσεις, υποταγή σε συνθήματα, μόδες και αισθητικές θεωρίες· αλλά, ταυτόχρονα, εκεί απαντούν και πρωτότυπα, ωραία, αινιγματικά σαν σφίγγα μνημεία, βαθιά φιλοσοφημένα. Οι περισσότεροι ποιητές δημιουργούν το δικό τους όραμα ζωής· οι Γερμανοί αναζήτησαν έμπνευση στους φιλοσόφους. Η ιδιοφυΐα του Goethe τράφηκε από τον Spinoza· ο Schiller πάλεψε με τον Kant· οι ρομαντικοί εμβάπτισαν τη σκέψη τους στον Fichte και τον Schelling· ο Hegel κυβέρνησε τη νεότερη γενιά· ο Wagner και ο Nietzsche υπήρξαν τέκνα του Schopenhauer. Όπου κι αν στραφεί κανείς, βλέπει Γερμανούς ποιητές να στέκονται στους ώμους φιλοσόφων για να αγναντέψουν τον κόσμο, αναζητώντας την απόλυτη ομορφιά στο πεδίο της απόλυτης αλήθειας.
Αυτός ήταν ο βασικός λόγος που η Αναγέννηση έλαβε στη Γερμανία τη μορφή θρησκευτικής μεταρρύθμισης, χωρίς να αγγιχθεί ουσιαστικά από την αναγέννηση της ομορφιάς που σφράγισε την ποίηση, την τέχνη και τη ζωή στον υπόλοιπο ευρωπαϊκό χώρο. Η αλήθεια είχε μεγαλύτερη βαρύτητα από την ομορφιά για τον βαθιά στοχαστικό νου του Λούθηρου, που προσωποποίησε το πνεύμα του έθνους του. Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να διδάξουν σε έναν άνθρωπο πώς να σώσει την ψυχή του. Ούτε, δυστυχώς, και η Καθολική Εκκλησία. Από αυτή την ανακάλυψη –όπως θεωρήθηκε– προέκυψε η σταδιακή υποκατάσταση της θρησκείας από τη φιλοσοφία ως πηγή έμπνευσης για τους λογοτέχνες. Στερώντας από τους Γερμανούς τον ρωμαιοκαθολικισμό, ο Λούθηρος τους αφαίρεσε ένα σύστημα που έτρεφε τον μυστικισμό τους και υπηρετούσε την αίσθηση του ωραίου, ενώ ταυτόχρονα διεκδικούσε την πίστη τους. Κατέστρεψε, με άλλα λόγια, το μυθολογικό στοιχείο του χριστιανισμού, εκείνη την ποιητική σύζευξη ομορφιάς και αλήθειας που έκτοτε αναζητούν στις ελληνικές ή σκανδιναβικές μυθολογίες ή σε μια επιστροφή στην καθολική πίστη. Η επιστήμη και η φιλοσοφία ωφελήθηκαν ανυπολόγιστα από το κατόρθωμα του Λούθηρου, την ελευθερία της σκέψης· οι Γερμανοί λογοτέχνες όμως πλήρωσαν το τίμημα. Είτε σκεπτικιστές είτε όχι –και οι περισσότεροι υπήρξαν– βρήκαν τον χριστιανισμό που τους κληροδοτήθηκε άγονο ως προς την ομορφιά και φτωχό σε μυστικό βάθος, εκεί που η φιλοσοφία προσέφερε αφθονία.
Τον 17ο αιώνα λίγοι μυστικιστές έγραψαν παράξενα ωραία θρησκευτικά ποιήματα· ένας καθαρά λυρικός ποιητής έζησε, αμάρτησε, υπέφερε και τραγούδησε· ένας μεγάλος ρεαλιστής συνέθεσε ένα μεγάλο πεζογραφικό έργο· ένας τραγικός δραματουργός δημιούργησε ισχυρά, εξωτικά, πυρετικά, ανατρεπτικά έργα, κυριαρχημένα από το βασανιστικό δίπολο σάρκας και ψυχής, ζωής και θανάτου – την πνευματική εμμονή της εποχής.
Το άμεσο αποτέλεσμα της Μεταρρύθμισης στη λογοτεχνική παραγωγή ήταν η παρακμή της λαϊκής παράδοσης με τα στιβαρά εθνικά της γνωρίσματα. Ήταν ακόμη στα σπάργανα και όχι αρκετά δυνατή ώστε να αντέξει τον πνευματικό κλονισμό και την ερήμωση του Τριακονταετούς Πολέμου. Ξένες επιρροές κατέκλυσαν τη χώρα και την πλημμύρισαν· το μπαρόκ, σε υπερβολικές δόσεις γκροτέσκου, σχεδόν έπνιξε τη λογοτεχνία. Τον 17ο αιώνα λίγοι μυστικιστές έγραψαν παράξενα ωραία θρησκευτικά ποιήματα· ένας καθαρά λυρικός ποιητής έζησε, αμάρτησε, υπέφερε και τραγούδησε· ένας μεγάλος ρεαλιστής συνέθεσε ένα μεγάλο πεζογραφικό έργο· ένας τραγικός δραματουργός δημιούργησε ισχυρά, εξωτικά, πυρετικά, ανατρεπτικά έργα, κυριαρχημένα από το βασανιστικό δίπολο σάρκας και ψυχής, ζωής και θανάτου – την πνευματική εμμονή της εποχής. Αλλόκοτες γκριμάτσες και ραγισμένες, τρεμουλιαστές φωνές υπογράμμιζαν το ίδιο ηθικό δίδαγμα· αλλά κατά τα λοιπά, συναισθηματική ξηρασία, υπερβολικός ερωτισμός, δεξιοτεχνία χωρίς ουσία, υπερφορτωμένες μορφές, ψυχρό περιεχόμενο, άκαμπτοι στίχοι, τερατώδης γνώση και ισχνή σοφία χαρακτήρισαν τον λογοτεχνικό μόχθο του γερμανικού 17ου αιώνα.
Στις αρχές του 18ου αιώνα το εκκρεμές γύρισε προς τη λογική και την καλαισθησία, όπως τις δίδαξε ο Gottsched και τις εφάρμοσαν οι Γάλλοι. Σύντομα όμως ταλαντεύτηκε εκ νέου, όταν οι Ελβετοί Bodmer και Breitinger ύψωσαν κραυγή υπέρ της φαντασίας και του θαυμαστού στην ποίηση. Η μεγάλη αναγέννηση προαναγγέλθηκε το 1748, με την έκδοση των τριών πρώτων ραψωδιών του Μεσσία του Klopstock: ένας κατακλυσμός συγκίνησης και μουσικότητας διέρρηξε επιτέλους την άνυδρη έρημο του ροκοκό. Το σχήμα που θα έπαιρνε αυτή η αναγέννηση διαφαίνεται στην περίοδο Θύελλας και Ορμής του Goethe. Αλλά μόνο ένας Γερμανός θα μπορούσε ίσως να κατανοήσει τη φύση της έμπνευσης που σήμανε η ανακάλυψη, από τον Winckelmann, ενός απόλυτου μέτρου ομορφιάς, της λεγόμενης ελληνικής τελειό τητας, που έκτοτε στοίχειωσε τα όνειρα των Γερμανών ποιητών.
Αν έπρεπε να γράψω ιστορία της γερμανικής λογοτεχνίας από το 1700 και εξής, θα το έκανα υπό αυτό το πρίσμα. Η Ελλάδα του Winckelmann υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη της γερμανικής γραμματείας από τα μέσα του 18ου και σε όλον τον 19ο αιώνα. Ήταν μια δεύτερη Αναγέννηση – αλλά σε μια χώρα που βιώνει τέτοια κινήματα διαφορετικά από την υπόλοιπη Ευρώπη. Αν οι Έλληνες είναι τύραννοι, οι Γερμανοί είναι οι εκλεκτοί τους δούλοι. Η Ελλάδα διαμόρφωσε τον σύγχρονο πολιτισμό επιβάλλοντας τη σκέψη, τα μέτρα, τις μορφές, το όραμα και τα όνειρά της σε οποιονδήποτε τη γνωρίζει. Μα η Γερμανία είναι το κατεξοχήν παράδειγμα της απόλυτης πνευματικής της τυραννίας. Εκεί μιμήθηκαν τους Έλληνες πιο δουλικά, τους λάτρεψαν πιο ολοκληρωτικά και τους αφομοίωσαν λιγότερο από κάθε άλλο έθνος. Η έκταση της ελληνικής επίδρασης στην Ευρώπη είναι ανυπολόγιστη· η έντασή της φτάνει στο ανώτερό της όριο στη Γερμανία.
Υπάρχει και η άλλη πλευρά σε αυτή την εικόνα. Κάθε τυραννία γεννά αντίσταση. Η ευρωπαϊκή λογοτεχνία φέρει τα ίχνη μιας ανθεκτικής άρνησης απέναντι στην αλλότρια ομορφιά της ελληνικής ποίησης. Η Querelle des Anciens et des Modernes είχε αντίκτυπο σε πολλές χώρες. Ο Shakespeare, με την ειρωνική του στάση στον Τρωίλο και Χρυσηίδα, απάντησε με θάρρος στην πνευματική πρόκληση που περιείχε η απελπιστική δόξα των Ελλήνων. Οι Γερμανοί όμως ξεπέρασαν όλους στη βιαιότητα της εξέγερσής τους. Οι ρομαντικοί και οι νατουραλιστές συγγραφείς έφτασαν στα έσχατα όρια προσπαθώντας να απελευθερωθούν από τους Έλληνες, μόνο και μόνο για να δουν τον εχθρό να επιστρέφει με δύναμη και σφρίγος τη στιγμή που οι ίδιοι παρήκμαζαν. Κι αν ποιητές όπως ο Milton και ο Ρακίνας έχουν επηρεαστεί τόσο βαθιά από τους Έλληνες ώστε η απλή ανάλυση να μην μπορεί να το αποκαλύψει, οι Γερμανοί είναι μοναδικοί στο ότι υπέστησαν μια επίδραση τόσο σφοδρή, ώστε έλαβε τη μορφή πεπρωμένου.
Επιχειρώ να μετρήσω την ένταση και τη φύση της τυραννίας των Ελλήνων πάνω σε ορισμένα εξέχοντα πνεύματα. Το κριτήριο ένταξης υπήρξε σχεδόν πάντοτε η προσωπική μοίρα. Ο Lessing, ο Herder και ο Spitteler, που δεν γνώρισαν καμία τέτοια μοίρα από την πλευρά των Ελλήνων, έχουν συμπεριληφθεί για χάρη της ιδιαίτερης τροπής που έδωσαν σε ένα ισχυρό ιδεώδες, το οποίο μεταμόρφωσε την πνευματική ζωή άλλων.
Από αυτή τη σκοπιά γράφεται η παρούσα μελέτη, αφήνοντας αχαρτογράφητες μεγάλες εκτάσεις ενός τεράστιου θέματος. Δεν εξετάζω συστηματικά ζητήματα πηγών. Για να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα: δεν εξετάζεται το χρέος που οφείλει η Ιφιγένεια του Goethe στις γαλλικές διασκευές του δράματος του Ευριπίδη. Το ερώτημα κατά πόσον υπήρχε ακριβής γνώση των Ελλήνων σπανίως τίθεται, αν και κατά καιρούς τονίζεται ότι ο Winckelmann και οι ακόλουθοί του παρερμήνευσαν, στο σύνολό τους, τη φύση της ελληνικής γραμματείας και τέχνης. Ωστόσο, η ακριβής γνώση διαθέτει ελάχιστη εμπνευστική δύναμη· τα ιδεώ δη, όσο εξωπραγματικά κι αν είναι, ασκούν μια δυναμική επίδραση –ιδίως πάνω στον γερμανικό νου– και αυτήν ακριβώς τη δύναμη επιχείρησα να μετρήσω. Ούτε με απασχολεί εκείνη η πλευρά των έργων των ποιητών που εμφανίζονται σε αυτό το βιβλίο, η οποία θα ενδιέφερε έναν κλασικιστή: η επιτυχία ή η αποτυχία τους να προσεγγίσουν τα ελληνικά πρότυπα. Δεν με απασχολεί πώς επεξεργάστηκαν οι Γερμανοί συγγραφείς τους Έλληνες, αλλά πώς επέδρασαν οι Έλληνες πάνω τους. Δεν πρόκειται για ιστορία του γερμανικού κλασικισμού. Παραβλέπω όχι μόνο έργα κριτικής, μετάφρασης και φιλολογίας, αλλά και πλούσια λογοτεχνική παραγωγή και πλήθος κλασικών θεμάτων που θα περιλαμβάνονταν φυσιολογικά σε μια τέτοια ιστορία. Η έκταση και η εξέλιξη της ελληνικής επιρροής στη γερμανική λογοτεχνία δεν αποτελούν το αντικείμενό μου· γι’ αυτό ο Wieland, οι Schlegel, ο Grillparzer και ο Platen αναφέρονται μόνο παρεμπιπτόντως, ενώ η γνωστή φιλονικία που προκάλεσε ο Goethe με την Άλκηστη του Wieland στο έργο Θεοί, ήρωες και ο Wieland αποσιωπάται. Επιχειρώ να μετρήσω την ένταση και τη φύση της τυραννίας των Ελλήνων πάνω σε ορισμένα εξέχοντα πνεύματα. Το κριτήριο ένταξης υπήρξε σχεδόν πάντοτε η προσωπική μοίρα. Ο Lessing, ο Herder και ο Spitteler, που δεν γνώρισαν καμία τέτοια μοίρα από την πλευρά των Ελλήνων, έχουν συμπεριληφθεί για χάρη της ιδιαίτερης τροπής που έδωσαν σε ένα ισχυρό ιδεώδες, το οποίο μεταμόρφωσε την πνευματική ζωή άλλων. Αν ο χώρος το επέτρεπε, θα είχα ασχοληθεί εκτενέστερα με τον Nietzsche· όμως (και αυτό είναι ίσως το πιο αμφιλεγόμενο από τα συμπεράσματά μου) κατέληξα στην άποψη ότι το τελειωτικό πλήγμα στην Ελλάδα του Winckelmann δεν το έδωσε ο Nietzsche αλλά ο Heine, και ότι ο Nietzsche υπήρξε το πρώτο θύμα ενός νέου ιδεώδους που εισήγαγε ο Heine. Η θέση του, επομένως, βρίσκεται έξω από το κύριο σώμα αυτού του βιβλίου.
Τέλος, καθώς επικεντρώνομαι σχεδόν αποκλειστικά σε μία μόνο όψη ζωών και πνευμάτων που διέθεταν αναρίθμητες άλλες πλευρές, μια ορισμένη σχηματοποίηση υπήρξε αναπόφευκτη· και το σύνολο –ένα θέμα στην πραγματικότητα εξαιρετικά σύνθετο– εμφανίζεται εδώ σε απλουστευμένα περιγράμματα. Μπορώ να ισχυριστώ μόνο ότι ρίχνω κάποιο φως στη γερμανική ιδιοσυγκρασία – ή τουλάχιστον ότι προσπάθησα να το κάνω. Κι αν το βιβλίο αυτό φαίνεται εντυπωσιακό ή προκλητικό, την ευθύνη δεν φέρει ο συγγραφέας αλλά το ίδιο το θέμα. Οι Γερμανοί προκαλούν εντύπωση, επειδή αγνοούν τα εμπόδια και φαίνονται να μην αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο όταν πρόκειται για ιδέες και ιδανικά. Εκείνα τα μοναχικά παιδιά στο φανταστικό νησί ενώθηκαν κάποτε και όρμησαν όλα μαζί για να αναμειχθούν στο κοινό παιχνίδι. Έσκαβαν βαθύτερα, μα έχτιζαν λιγότερο γερά· κολυμπούσαν γρηγορότερα, αλλά δεν έφταναν τόσο μακριά· έφτιαχναν μεγαλύτερες βάρκες που αναποδογύριζαν πιο εύκολα· θύμωναν και προκαλούσαν αναστάτωση και θόρυβο· είτε δεν μπορούσαν είτε δεν ήθελαν να αφομοιώσουν τους κανόνες των διαφόρων παιχνιδιών. Κι όμως, διέθεταν μια γνώση άγνωστη στους άλλους: ήξεραν κάτι για τη φύση της θάλασσας. Είχαν νιώσει το βάθος της.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η κλασική αυτή μελέτη για την ισχυρή επιρροή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού στους Γερμανούς συγγραφείς, από τον 18ο αιώνα και εξής, άρχισε να γράφεται το 1933, τη χρονιά που ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία. Λίγο μετά την έκδοσή της, το 1935, συμπεριλήφθηκε στον ναζιστικό Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων. Ξεκινώντας από τον Johann Joachim Winckelmann (1717-68), ο οποίος έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην εισαγωγή της ελληνολατρίας στη γερμανική πνευματική παράδοση, η μελέτη εξετάζει με χρονολογική σειρά φυσιογνωμίες όπως οι Goethe, Schiller, Hölderlin, Heine και Nietzsche αποκαλύπτοντας τη σχέση ανάμεσα σε αυτές τις ιδέες και την αποκρυστάλλωση μιας ξεκάθαρης γερμανικής ταυτότητας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η E.M. Butler (Ελίζα Μάριαν Μπάτλερ) γεννήθηκε το 1885 και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Ως ερευνήτρια και διδάσκουσα υπηρέτησε σε διάφορα πανεπιστήμια και, όταν συνταξιοδοτήθηκε το 1951, κατείχε την έδρα Schröder της Γερμανικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ. Πέθανε στο Λονδίνο το 1959. Στα έργα της περιλαμβάνονται τα βιβλία The Tempestuous Prince (Ο ορμητικός πρίγκιπας), 1929· Sheridan: A Ghost Story (Σέρινταν: μια ιστορία φαντάσματος), 1931· Rainer Maria Rilke (Ράινερ Μαρία Ρίλκε), 1940· The Myth of the Magus (Ο μύθος του μάγου), 1947 και Fortunes of Faust (Οι τύχες του Φάουστ), 1952.






















