
Για την ταινία του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι (Ryusuke Hamaguchi) «Έτσι ξαφνικά», που προβάλλεται αυτές τις μέρες στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Γράφει ο Θόδωρος Σούμας
Το «Έτσι ξαφνικά» («Soudain»), γαλλοϊαπωνική παραγωγή του 2026, σε σκηνοθεσία του ευρηματικού, ευαίσθητου Ιάπωνα σκηνοθέτη, Ριουσούκε Χαμαγκούτσι, γεννημένου το 1978, αναφέρεται στη φροντίδα των αρρώστων και γερασμένων ατόμων με μια πολύ ανθρώπινη και στοργική, νέα μέθοδο. Στον ουμανιστικό και μοντέρνο, γαλλικό οίκο ευγηρίας, όπου διαδραματίζεται κατά το μεγαλύτερό της μέρος η μυθοπλασία, αυτή η μέθοδος ονομάζεται «Humanitude» – ας το μεταφράσουμε ως «ανθρωπιά» ή «ανθρωπινότητα» ή «ανθρώπινη υπόσταση» (πρόκειται περί γαλλικού νεολογισμού). Ο τρόπος φροντίδας που υιοθετείται εκεί περιλαμβάνει το απαλό άγγιγμα, το κοίταγμα στα μάτια του ασθενούς, τα καθησυχαστικά λόγια που τον προσανατολίζουν και τον γειώνουν και την επιμονή οι γέροι και άρρωστοι να προσπαθούν να βαδίσουν και να κρατηθούν όρθιοι, για να μην παραμένουν συνέχεια ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, όπως συνήθως.
Είναι η προοδευτική διευθύντρια του οίκου ευγηρίας, η Μαρί-Λου, που την υποδύεται η Βιρζινί Εφιρά, η οποία προσπαθεί να διδάξει και να εφαρμόσει τη νέα μέθοδο, παρά τις αντιστάσεις των ιδιοκτητών και μέρους του προσωπικού. Η φιλόστοργη διευθύντρια γνωρίζει σε μια γιαπωνέζικη θεατρική παράσταση την καρκινοπαθή, Γιαπωνέζα σκηνοθέτιδα Μάρι και γίνονται φίλες, ανταλλάσσουν απόψεις και σκέψεις για τη θεραπευτική προσέγγιση και μέθοδο και συνεργάζονται. Η συνάντηση και η βαθιά επικοινωνία ανάμεσα στη Μαρί-Λου και τη Μάρι αλλάζουν τη ζωή και την οπτική τους.

Ο Χαμαγκούτσι, σε μια τρίωρη ταινία με αρκετό διάλογο, μας εκθέτει τις ιδέες του για την ηθική της σωστής φροντίδας των ασθενών, όσων πάσχουν από άνοια και των γέρων που οδεύουν σύντομα προς τον θάνατο. Μας εκθέτει και κάποια ανερμάτιστη, ανυπόστατη θεωρία περί καπιταλισμού που «τρέφεται από ό,τι είναι έξω από αυτόν» – τι όμως; Οι ιδέες αυτές κυκλοφορούν κυρίως διαμέσου των διαλόγων των δύο γυναικών, της σκηνοθέτιδος Μάρι και της ετοιμοθάνατης θεραπεύτριάς της Μαρί-Λου. Διακρίνουμε, επίσης, πως ένα ακόμη ουσιώδες και καταλυτικό θεραπευτικό εργαλείο είναι στο φιλμ η τέχνη (θέατρο), καθώς και η ψυχολογία. Μερικές φορές όσα γίνονται στο ίδρυμα θυμίζουν την εφαρμογή της αντιψυχιατρικής: το φιλμ αναφέρεται μεταξύ άλλων στον σπουδαίο Ιταλό «αντιψυχίατρο» Μπατάλια, που έκλεισε στην Ιταλία τα ψυχιατρεία και παρέπεμψε τους ψυχασθενείς στη φροντίδα των σπιτιών τους και των εξωτερικών ιατρείων των νοσοκομειακών δομών.
• Διαβάστε επίσης: «Drive my car» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι (κριτική)
Η ταινία κάνει μια στοχαστική, ηθική και συναισθηματική διερεύνηση γύρω από την ανθρώπινη επαφή, την ασθένεια, το όφελος της τέχνης και την ανάγκη να ακούσουμε και να θωπεύσουμε τους γύρω μας. Η ηθική φιλοσοφία που απορρέει από τη θεραπευτική αγωγή και πρακτική στο ίδρυμα και τη σχέση των δύο γυναικών, επικεντρώνεται στην ανθρώπινη επανασύνδεση μέσα από την ενσυναίσθηση, τη δημιουργικότητα και την αποδοχή των γηρατειών και της θνητότητας. Η φροντίδα δεν είναι απλώς ιατρική ή πρακτική, αλλά έχει να κάνει με μια ολόκληρη υπαρξιακή προσέγγιση. Η τέχνη και ο διαλογισμός δεν είναι αποκομμένα από την πραγματικότητα, αλλά εργαλεία για να κατανοήσουμε τον πόνο, τον φόβο και την απώλεια.

Τον γενικό τόνο δεν τον δίνουν μόνο η οδύνη, το αλτσχάιμερ, η ασθένεια και οι αντιτιθέμενες, φιλότιμες προσπάθειες των νοσηλευτών, μα και ο παντοδύναμος θάνατος που καραδοκεί για όλους τους τρόφιμους και ιδιαίτερα τη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα. Δεν πρόκειται για φιλμ ευχάριστο και ψυχαγωγικό, μα σχετικά στενάχωρο, ειδικότερα στην αρχή, επειδή πραγματεύεται το θέμα της αρρώστιας.
Η σχέση των δύο γυναικών ανθίζει ακριβώς επειδή αφιερώνουν χρόνο η μία στην άλλη, αποδεχόμενες τον χρόνο που κυλά αντίστροφα για τη Μάρι. Στον σύγχρονο κόσμο που κινείται με γρήγορους ρυθμούς -η διευθύντρια Μαρί-Λου τους ακολουθεί κοπιαστικά-, η ταινία προβάλλει την ανάγκη να επιβραδύνουμε και να απολαύσουμε τον χρόνο που ρέει.

Το φιλμ είναι τρυφερό και γλυκό όπως τα πρόσωπά του, ηλικιωμένοι και νέοι. Ο Χαμαγκούτσι διαμορφώνει μια υποβλητική, μινιμαλιστική και διαλογική φόρμα, μετατρέποντας τον λόγο σε βασικό σκηνοθετικό εργαλείο. Η σκηνοθεσία του βασίζεται σε μακροσκελείς, σε βάθος συνομιλίες που διασχίζουν γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα, περνώντας από τα γαλλικά στα ιαπωνικά και αντίστροφα, αποτυπώνοντας τη βαθιά φιλία των δύο γυναικών υπό τη σκιά της θνητότητας. Χωρίς μελοδραματισμούς, ο Ιάπωνας κινηματογραφιστής εμπιστεύεται τη φυσικότητα και τη λιτότητα των ερμηνειών, οι οποίες χάρισαν βραβείο ερμηνείας στις Κάννες στις Βιρζινί Εφιρά και Τάο Οκαμότο, αφήνοντας την κάμερα να παρακολουθεί με υπομονή και ηρεμία τις ηρωίδες και τους ήρωές του, αναδεικνύοντας την κινηματογραφική ποίηση χάρη στον αργό ρυθμό, τα ωραία χρώματα, τη γαλήνη, την καλοσύνη και την προσήνεια. Η σκηνοθεσία είναι απαλή, ήπια και αρκετές φορές ποιητική, χάρη στις όμορφες εικόνες της.
* Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΜΑΣ είναι συγγραφέας και κριτικός κινηματογράφου.






















