
Ο Ρομέν Γαβράς παρέδωσε ένα κινηματογραφικό μάστερκλας στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, με αφορμή την κυκλοφορία της νέας του ταινίας «Θυσία» («Sacrifice») που θα προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες το επόμενο διάστημα. Εικόνα: @So.Me
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Με αφορμή την ελληνική πρεμιέρα της ταινίας «Sacrifice» («Θυσία») και λίγες μέρες πριν βγει στις αίθουσες, ο Ρομέν Γαβράς έδωσε χθες μια εκτενή συνέντευξη πάνω στο σύνολο του έργου του, με συντονιστή, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, τον σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλο. Αυτό το είδος «masterclass» (που διήρκεσε δύο ώρες και έγινε στα αγγλικά) συνοδεύτηκε από οπτικό υλικό και από πολλές ερωτήσεις του κοινού.
Διευκρίνισε βεβαίως ότι «ο Ουώλτ Ντίσνεϋ δεν είχε καμιά θέση στο σπίτι του» και ότι, αντ’αυτού, έβλεπε κάθε Χριστούγεννα το «Φάννυ και Αλέξανδρος» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
Ο Ρομέν Γαβράς (αμιγώς γαλλόφωνος, 45 ετών, γιος του διαπρεπούς σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά και της Μισέλ Ρέι Γαβρά) μίλησε για το ξεκίνημα των αναζητήσεών του στα μουσικά βίντεο. Ως έφηβος ακόμη, πριν από την επικράτηση του ίντερνετ, δούλευε με μικρά μουσικά κομμάτια και με βιντεοκασέτες VHS (μάλιστα επαίνεσε τον πατέρα του, που ποτέ δεν αποθάρρυνε «τα μικρά τρελά πράγματα» που έκανε τότε). Ο πατέρας του τον πίεζε διαρκώς να παρακολουθεί τις ταινίες του Ταρκόφσκι, κι εκείνος «ξέφευγε» βλέποντας μουσικά βίντεο κλιπ: αυτό το σχόλιο ειπώθηκε, βεβαίως, χάριν αστεϊσμού, μια και στη συνέντευξή του ήταν σαφής η ευγνωμοσύνη του για το ευεργετικό περιβάλλον ανατροφής του. Επρόκειτο, προφανώς, για μια οικογένεια ανθρώπων του πνεύματος, οι οποίοι πίστευαν ακράδαντα ότι οι ταινίες θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο ή, έστω, την αντίληψη των ανθρώπων γι’ αυτόν. Διευκρίνισε βεβαίως ότι «ο Ουώλτ Ντίσνεϋ δεν είχε καμιά θέση στο σπίτι του» και ότι, αντ’αυτού, έβλεπε κάθε Χριστούγεννα το «Φάννυ και Αλέξανδρος» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Το πατρικό του σπίτι στο Παρίσι, είπε, έμοιαζε με στούντιο κινηματογράφου, καθώς διαρκώς κυκλοφορούσαν γύρω του ηθοποιοί και παράγοντες της έβδομης τέχνης.
Για το σπουδαίο έργο του πατέρα του, Κώστα Γαβρά, θα μπορούσε να γραφεί σειρά διατριβών: ένας κινηματογράφος πολιτικός που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα του και στο έργο του Ρομέν (παρά το γεγονός ότι και ο γιος και ο πατέρας αποποιούνται το επίθετο «πολιτική» για τις ταινίες τους, με το επιχείρημα ότι η Τέχνη ούτως ή άλλως συνιστά μια πολιτική ενέργεια). Σε αυτό ας προστεθεί ο καθοριστικός ρόλος που διαδραμάτισε η επαφή του, εξ απαλών ονύχων, με την ελληνική μυθολογία: τόνισε ότι στην αγωγή του η ελληνική μυθολογία είχε τη βαρύτητα που για τους Γάλλους έχει η Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης. Επίσης, συχνή ήταν η αναφορά του (χιουμοριστική, ενίοτε, και με επίγνωση ενός ανεπίλυτου οιδιποδείου) στη δυναμική μητέρα του Μισέλ Ρέι Γαβρά: η σύζυγος του Κώστα Γαβρά υπήρξε παραγωγός ταινιών όπως Καμία άλλη επιλογή (2025), Dellamorte dellamore (1994) και Ακόμα κρύβομαι για να καπνίσω (2016). Σε ερώτηση του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου για το «ποσοστό ελληνικότητάς του», ο Γαβράς δήλωσε σε μεγάλο βαθμό Έλληνας, τουλάχιστον σε ασυνείδητο επίπεδο.
«Μπορεί αυτό να ακουστεί λίγο κλισέ, αλλά πιστεύω ειλικρινά ότι για να αλλάξεις τον κόσμο πρέπει να ξεκινήσεις αλλάζοντας τον εαυτό σου – να κάνεις κάτι ανιδιοτελές, ένα άλμα πίστης. Για μένα, ο κινηματογράφος είναι η προσπάθεια να αντλήσω νόημα από έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνω – έναν κόσμο παράλογο, όμορφο, μικροπρεπή, βίαιο και γεμάτο χάρη, συχνά όλα αυτά μέσα στο ίδιο κάδρο.»
Τα ξεκινήματα
Μιλώντας για την αρχή της καθεαυτήν κινηματογραφικής του καριέρας, αναφέρθηκε στην καλλιτεχνική κολεκτίβα που έφερε την ονομασία Kourtrajmé, με μέλη βαθιά επηρεασμένα από τις ταινίες δράσης, το χιπ χοπ και την κουλούρα των εθνικών μειονοτήτων στις μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Μάλιστα, στο logo της κολεκτίβας αναγραφόταν, ειρωνικά αντεστραμμένη, η φράση του Ιησού λίγο προτού ξεψυχήσει στον σταυρό: «Πάτερ, ουκ άφες αυτοίς, οίδασι γαρ τι ποιούσιν». Αναφέρθηκε στον τότε εαυτό του ως σε ιδεαλιστή, διευκρινίζοντας ότι σήμερα πια «το να είναι κανείς ιδεαλιστής είναι πολύ δύσκολο». Αρκετά προσγειωμένος, αρκετά αντισυμβατικός, ίσως και αγενής (κάπνιζε ασυστόλως «Καρέλια» και έπινε κρασί επί σκηνής, απολογούμενος ότι «δεν είναι καπνιστής», αλλά ότι καπνίζοντας ξεπερνά την ανασφάλειά του) και με έντονη αίσθηση του χιούμορ, ο Ρομέν Γαβράς έμοιαζε με έφηβο προχωρημένης ηλικίας- συμπεριφερόταν σαν σελέμπριτι, ενώ πρόθεσή του προφανώς ήταν να είναι οικείος.
«Μετά το τέλος της δεκαετίας του ’80», είπε με χαρακτηριστικό black humour, «η τηλεόραση και η κοκαḯνη κατέστρεψαν το σινεμά».
Σε ερώτηση σχετικά με τα πιστεύω του απάντησε πως για τον εαυτό του διεκδικεί την ιδεολογική κληρονομιά των προγόνων του, μιας οικογένειας γνήσιων κομμουνιστών, ωστόσο στη δόμηση της δικής του προσωπικότητας κρίνει πως πολύ σπουδαιότερο ρόλο διαδραμάτισε η μουσική. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε σε μια σειρά σπουδαίων Ιταλών σκηνοθετών των δεκαετιών '50, '60 και '70 με το έργο των οποίων γαλουχήθηκε, όπως ο Λουίτζι Κομεντσίνι, ο Toνίνο Ρίτσι και ο Έτορε Σκόλα. Επίσης, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στη ριζική επιρροή που του άσκησε το έργο του Γάλλου σκηνοθέτη Chris Marker (η ταινία του «Le fond de l'air est rouge» του 1977 έχει ως θέμα την πολιτική αναταραχή των δεκαετιών του 1960 και του 1970 και την άνοδο της Νέας Αριστεράς στη Γαλλία και έχει σταθεί πολύ καθοριστική για την εφηβεία όλων μας), καθώς και η φιλοσοφία του Κορνήλιου Καστοριάδη (ομολογώ ότι αυτές οι δύο αναφορές του με συγκίνησαν ιδιαίτερα). «Μετά το τέλος της δεκαετίας του ’80», είπε με χαρακτηριστικό black humour, «η τηλεόραση και η κοκαḯνη κατέστρεψαν το σινεμά».
Ταινίες μεγάλου μήκους
Σε ερώτηση για τη διαδικασία δημιουργίας που ακολουθεί, ο Ρομέν Γαβράς απάντησε ότι κατά κανόνα δεν ακολουθεί ένα storyboard, τουλάχιστον με την αυστηρή έννοια του όρου. Απλώς φτιάχνει ένα πρώτο «πρόχειρο» (draft) πέντε σελίδων με την κεντρική ιδέα μιας ταινίας. Κατόπιν, αυτό το κακογραμμένο «πρώτο χέρι» θα του υποδείξει, με έναν τρόπο που δεν είναι σε θέση να διατυπώσει λεκτικά, την κατευθυντήρια γραμμή για το πώς θα κινηθεί τις επόμενες μέρες, ούτως ώστε να φτάσει στη συνολικότερη εικόνα του έργου που οραματίζεται. Τέλος, συχνάζει στο πλατό και παρακολουθεί («σαν τρελός», όπως είπε) τα γυρίσματα της ταινίας, εστιάζοντας στη μουσική. Κατά κανόνα, η μουσική είναι το σημαντικότερο εφαλτήριο απ’όπου ορμώμενος εμπνέεται και το υπόλοιπο της ταινίας: σε ερώτηση του κοινού σχετικά με τον ρόλο της χορογραφίας στις ταινίες του (η αναφορά ήταν στο έργο Θυσία), απάντησε ότι προτιμά την πηγαιότητα μιας κίνησης, ενός νεύματος, ή μιας θέσης του σώματος μέσα στον χώρο από την ασάφεια των λέξεων. Στην ερώτηση για τους «macho» αλλά τρωτούς χαρακτήρες των έργων του, απάντησε ότι δεν δημιουργεί σκόπιμα αυτές τις φιγούρες, αλλά ότι αποτελούν απόρροια της πεποίθησής του ότι η αρρενωπότητα είναι κάτι πολύ εύθραυστο, εύκολα ματαιούμενο και αντικείμενο συχνής ταπείνωσης: αυτός, είπε, είναι ο λόγος της τρωτότητας των ανδρικών χαρακτήρων στις ταινίες του. Επίσης, δεν παρέλειψε να πει (αναφερόμενος στον Καρίμ, τον κεντρικό εφηβικό χαρακτήρα της ταινίας του Athena) ότι σκόπιμα αναμειγνύει παλιούς, έμπειρους ηθοποιούς με νέους ερμηνευτές που δεν είναι επαγγελματίες του χώρου, ώστε να αποκομίσει τη σπίθα πηγαιότητας που φέρουν δυνάμει οι δεύτεροι.
- Διαβάστε επίσης: Athena: Η νέα εντυπωσιακή ταινία του Ρομέν Γαβράς
Μετά την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, με τίτλο «Θα έρθει και η δική μας μέρα» (“Notre jour viendra”, 2010), με πρωταγωνιστή τον Vincent Cassel, ο Ρομέν κυκλοφόρησε την ταινία «Ο κόσμος σου ανήκει» (2018), στην οποία έπαιζαν η Isabelle Adjani, ο Vincent Cassel, ο Karim Leklou και ο François Damiens. Aκολούθησε το αμφιλεγόμενο βίντεο YouTube που έκανε για το κομμάτι “Stress” των Justice και το βίντεό του για το “Born Free” της M.I.A. που πυροδότησε το πρώτο πολιτικό ντιμπέιτ του είδους στο διαδίκτυο. Το βίντεο κλιπ του του «Bad Girl» της M.I.A. συγκέντρωσε πάνω από 130 εκατομμύρια θεάσεις και του απέφερε τη διάκριση του καλύτερου μουσικού βίντεο κλιπ στα βραβεία του MTV, καθώς και του καλύτερου σκηνοθέτη βίντεο κλιπ της χρονιάς και του καλύτερου ποπ βίντεο κλιπ στη Βρετανία. Όσο για το κλιπ του «No Church in The Wild» των Jay-Z και Kanye West και του "Gosh" του Jamie XX, αυτά έκαναν τεράστια αίσθηση- δεδομένης, δε, της ακροδεξιάς στροφής που πήρε ο Kanye West τα επόμενα χρόνια, η συζήτηση για το εν λόγω βιντεοκλίπ παραμένει ανοικτή. Στο «Gosh» επιστράτευσε τον κλιμακούμενο σε ένταση breakbeat ύμνο του Jamie xx για ένα υπερθέαμα που θύμιζε τελετή έναρξης ενός μεγάλου αθλητικού γεγονότος, με Ασιάτες που παρήλαυναν σε ένα πιστό αντίγραφο του Παρισιού (γυρίστηκε χωρίς ειδικά εφφέ στους δρόμους της Tianducheng, στην Κίνα, που διαθέτει αντίγραφο του Πύργου του Άιφελ και των Champs Élysées).
«Πρέπει να οργιάζει η φαντασία σου για να κάνεις τέχνη»
Η φυσιογνωμία του Ρομέν Γαβράς πλέον είναι οικεία στο αθηναϊκό κοινό, ιδιαίτερα μετά το εικαστικό πρότζεκτ «Gener8ion» που παρουσίασε το Ίδρυμα Ωνάση (στη Στέγη και στη Μάντρα) με πρωταγωνίστρια τη Σαρλίζ Θερόν». Η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του είχε τον τίτλο Athena και ήταν φουτουριστική ως προς τη σύλληψη (προβλήθηκε στο 79ο Φεστιβάλ Βενετίας και στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, στην Αθήνα, το 2022), απαίτησε δε πολύ υψηλό μπάτζετ για να γυριστεί. Αξιοσημείωτη ήταν η εναλλαγή κλειστοφοβικών με ευρυγώνιες λήψεις, όπως και η ταχύτητα στο μοντάζ και το στυλιζάρισμα του κάδρου. Στα έργα του, δήλωσε σε ερώτηση σχετική με τη βία, δεν υπάρχει ούτε κάποια ξαφνική απειλή ούτε το τέλος του κόσμου, αλλά ένα φαινομενικά «φυσιολογικό» περιβάλλον όπου προετοιμάζεται ένα κλίμα αδιόρατης, «αργής» βίας, σαν αυτό ακριβώς που βιώνουμε σήμερα. Στην κατηγορία που του προσήφθη ότι με το αινιγματικό τέλος του Αthena εξήρε το συναίσθημα βίας του νεανικού κοινού και «δικαιολόγησε», τρόπον τινά, την αστυνομική βία, η απάντησή του ήταν κατηγορηματική: «Είναι τόσο βίαιος ο κόσμος μας, που δεν χρειάζεται μια ταινία για να εξάρει τη βία στην ψυχή των νέων. Υπάρχει βία ακόμη και στο κινούμενο σχέδιο Lion King! O σκηνοθέτης απεικονίζει τη βία όπως τη βιώνει ο ίδιος, χωρίς να θέλει να την αναπαραγάγει». Δήλωσε λοιπόν ότι δεν δέχεται την κατηγορία περί εξιδανίκευσης οιασδήποτε μορφής βίας. Τέλος, δήλωσε ότι γενικά αντιτίθεται στη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης, και ότι πιστεύει πως η Τέχνη στο τέλος θα θριαμβεύσει, εφόσον «πρέπει να οργιάζει η φαντασία σου για να κάνεις τέχνη».
- Διαβάστε επίσης: GENER8ION των Ρομέν Γαβράς και Surkin: Παγκόσμια πρεμιέρα στη Στέγη
Η θεματολογία του είναι, θα’λεγε κανείς, μια θεματολογία blockbuster, παρά το γεγονός ότι ο προβληματισμός του είναι επαναστατικός και η ματιά του προσεγγίζει τον άνθρωπο του δρόμου. Ωστόσο, προτιμά να καταδεικνύει τη ζοφερή πραγματικότητα παρά να «κηρύσσει» οτιδήποτε με τις ταινίες του. Το σπίτι του βρίσκεται στο 20ό δημοτικό διαμέρισμα του Παρισιού, γειτονιά του Ματιέ Κασοβίτς, η ταινία του οποίου La haine - Το μίσος έχει ασκήσει προφανή επίδραση στο δικό του έργο.
Στην τελευταία του ταινία «Sacrifice» («Θυσία»: προβλήθηκε σε avant première και θα ακολουθήσει στις αίθουσες), ο Ρομέν Γαβράς διερωτάται τι συμβαίνει όταν ο ριζοσπαστικός ιδεαλισμός προσκρούει στην πραγματικότητα και στη ματαιοδοξία: «Μπορεί αυτό να ακουστεί λίγο κλισέ, αλλά πιστεύω ειλικρινά ότι για να αλλάξεις τον κόσμο πρέπει να ξεκινήσεις αλλάζοντας τον εαυτό σου – να κάνεις κάτι ανιδιοτελές, ένα άλμα πίστης. Για μένα, ο κινηματογράφος είναι η προσπάθεια να αντλήσω νόημα από έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνω – έναν κόσμο παράλογο, όμορφο, μικροπρεπή, βίαιο και γεμάτο χάρη, συχνά όλα αυτά μέσα στο ίδιο κάδρο. Με τη «Θυσία», σύγχρονη, ποπ, λυρική, ψυχεδελική, συμβολική και διασκεδαστική, θέλω το κοινό να νιώσει το ίδιο χάος και το ίδιο δέος. Τώρα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, μοιάζει σαν να χορεύουμε όλοι στην άκρη ενός ηφαιστείου. Αυτή είναι μια πρόσκληση για να σταματήσουμε να χορεύουμε και να κάνουμε το άλμα». Το πιο ενδιαφέρον σημείο της συνέντευξής του, πλήρες υπαινιγμών, ήταν η δήλωσή του «εάν ρίξουμε στο ηφαίστειο τρεις συγκεκριμένους ανθρώπους, ίσως αύριο η ανθρωπότητα να ξημερώσει καλύτερη!» (ο νοών νοείτω).
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.






















