
Για την παράσταση «Θεόφιλος sold» του Σαμσών Ρακά, σε σκηνοθεσία Όλιας Λαζαρίδου, στο Θέατρο «Μίνι».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Θέατρο «Μίνι», το έργο του Σαμσών Ρακά «Θεόφιλος Sold», σε σκηνοθεσία Όλιας Λαζαρίδου, με πρωταγωνιστή τον Χάρη Χαραλάμπους Καζέπη. Στη σκηνή μαζί του η ηθοποιός Αριάδνη Κωνσταντακοπούλου. Το «Θεόφιλος sold» έχει παρουσιαστεί με μεγάλη επιτυχία στη Σχολή Καλών Τεχνών, στο Fougaro Art Center στο Ναύπλιο και στο Παλαιό Πανεπιστήμιο (Μουσείο Ιστορίας) στην Πλάκα.
«Οπλαρχηγός και αρχαιοφύλαξ»
Ο Χάρης Χαραλάμπους-Καζέπης μεταμορφώνεται με θαυμαστή τέχνη σε αυτό το μεγάλο, αμνησίκακο παιδί, τον «σαλό» των συγκαιρινών του: αποδίδει θαυμάσια την παραδοξότητα αυτής της προσωπικότητας, μια ιδιοτυπία που φαίνεται από τις ίδιες τις επιλογές της ζωής του. Υπήρξε αντικείμενο χλευασμού, περιφερόταν με περικεφαλαία αυτοσχέδια σαν Κολοκοτρώνης και φορούσε μια βρόμικη φουστανέλα που τη λάτρευε, γιατί ένιωθε σαν παλιός οπλαρχηγός. Μόνιμα παρεξηγημένος και, στα πρώτα σκιρτήματα του φύλου, στοιχειωμένος από μια γυναικεία παρουσία που μετενσαρκώνεται στη μορφή της Σαπφώς, μιας chanteuse των σμυρνέικων café chantant, και μετά στη μούσα του, ένα διαισθητικό μοντέλο με μάτια φαγιούμ που προοιωνίζεται την καταστροφή: με δυο λόγια, σε οπτασία άπιαστη ενός ερωτικού αντικειμένου που δεν υποστασιοποιείται (όλες τις γυναικείες μορφές, όπως και τη φωνή του Τεριάντ, τις υποδύεται η Αριάδνη Κωνσταντακοπούλου με μοναδική χορευτικότητα και αισθαντικότητα).

Σκηνοθετημένη ως υπαίθρια παράσταση αραμπά, η αυτοβιογραφική αυτή αφήγηση εναλλάσσει το τραύλισμα εκεί όπου υπάρχει η χλεύη των άλλων με τη σταθερότητα των στιγμών εκεί όπου ο ζωγράφος πιάνει τα πινέλα και τα χρώματά του: πινέλα που κατασκευάζει μόνος του, ξεριζώνοντας τρίχες από ουρές αλόγων και μπογιές που ανακατεύει με κρόκους αυγού. Μια συναρπαστική αφήγηση, απλή και βαθυστόχαστη, γεμάτη τρέλα και ποίηση: τα παιδικά χρόνια (1870) στη Βαρειά Λέσβου όπου παρατά το σχολείο στην Γ’ Δημοτικού, το εργαστήρι αγιογραφίας του παππού του, η πρώτη ζωγραφική απόπειρα με τον Χριστό που αποκτά από το πινέλο του στόμα και του μιλά, διανοίγοντάς του τον ορίζοντα της αυτοδίδακτης εικαστικής έκφρασης. Η δραπέτευσή του σε περιοδεύοντα θίασο και η παράσταση του «Αντώνιου και της Κλεοπάτρας» στη Σμύρνη, το Ελληνικό Προξενείο, η απονενοημένη ενέργειά του να ζωγραφίσει πάνω στο σώμα ενός Τούρκου αγά με βαθυγάλαζα μάτια (μια πινελιά ερωτισμού και τρέλας στο κείμενο του Σαμσών Ρακά που κατά τη γνώμη μου «προεξέχει» ως punctum της παράστασης της Όλιας Λαζαρίδου).
Η απόρριψή του από τη στρατολογία για τον «ατυχή πόλεμο» και η εγκατάστασή του στο Πήλιο το 1897, οι ευκαιριακές δουλειές σε σπίτια και μαγαζιά της περιοχής, ο προστάτης του κτηματίας Γιάννης Κοντός, η διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές όπου ντυνόταν Μεγαλέξανδρος και παρέτασσε τους μαθητές σαν μακεδονική φάλαγγα, αποκριάτικες παραστάσεις με αυτοσχέδια κοστούμια και μάσκες, ο χλευασμός και η χοντροκοπιά εις βάρος του σ’ ένα καφενείο του Βόλου. Και εκεί αρχίζει το σάλεμα του νου του: η αναδίπλωση στον εαυτό και η επιστροφή στη Μυτιλήνη το 1927, η ζωγραφική al fresco με ευτελή αμοιβή ένα πιάτο φαγητό και λίγο κρασί, το υπαίθριο ενδιαίτημα κάτω από τ’ αστέρια, η ένδεια. Τέλος, η αναγνώρισή του από τον τεχνοκριτικό Στρατή Ελευθεριάδη (Tériade).
Ο σοφός «αχμάκης σοβατζής»
Τα πρότυπα των έργων του ήταν λαϊκά δελτάρια, ιστοριογραφικές φυλλάδες, εικονίσματα αγίων, λιθογραφίες, φωτογραφίες και αποκόμματα: το κασελάκι με το αποθησαύρισμα μιας στερημένης κι ορφανεμένης ζωής που μοιάζει, τρόπον τινά, με νοσταλγική καρτ ποστάλ. Ο Θεόφιλος δεν εγκατέλειψε τη ζωγραφική ποτέ, γιατί εκεί έβρισκε την απλοχεριά που του αρνιόταν η ζωή. Ο ίδιος ο σοβάς του «μουσαφίρ οντά» που ζωγράφιζε διαμόρφωσε και την πινελιά αυτού του ταλαιπωρημένου «ζερβοκουτάλα» (αριστερόχειρα), που εκτιμήθηκε ως μοναδική στο Λούβρο μετά τον πρόωρο θάνατό του. Ο Περικλής, η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, η ιστορία του ψωμιού και η θεά Δήμητρα, ο Μεγαλέξανδρος της Φυλλάδας, η Αρετούσα κι ο Ερωτόκριτος, ο Αθανάσιος Διάκος δίπλα σε λαχανίδες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ως μέγας ρήτωρ, σε μια παρέλαση μορφών προσωπικής λαϊκής τέχνης υψηλής αισθητικής. Μια μυστική ζωή που, όπως είπε ο Τσαρούχης, «δεν πηγάζει από ενθουσιασμό για την τέχνη, όσο για τα θέματά της».

Εξαρχής το έργο του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ κατατάχτηκε στο είδος της naïve ζωγραφικής, όμως η περίπτωσή του είναι πολύ ιδιάζουσα: πρόκειται για έναν αφηγητή μέσω των εικόνων, για έναν αφελή ονειροπλόκο σπουδαίας έμπνευσης στο έργο του οποίου έχει αποτυπωθεί όλη η Παράδοση, η αιολική ελληνική ύπαιθρος, αλλά και η χαρακτηρολογική υποτέλεια μιας συγκεκριμένης πατρίδας, η προσφυγιά των Ελλήνων της Ανατολής, το μεράκι της πλουμιστής διακόσμησης με ζωηρά κόκκινα, γαλάζια, πράσινα και χρυσαφιά που χάθηκαν από τη φωτιά και τον κασμά. Τα λιοτριβιά, τα καφενεία και τα μαγγανοπήγαδα, η ξερολιθιά και οι αληθινοί ελαιώνες, αλλά και το λαδάκι των τάφων πάνω στο παξιμάδι σαν ευλογία, όλα συνθέτουν τη συνείδηση του καλλιτέχνη μέσα από την πέννα του ποιητή.
Η παράσταση της Όλιας Λαζαρίδου κατορθώνει να αποτυπώσει με ευαισθησία (και με τρόπο χειροποίητο, σαν υφαντό) το κείμενο του Ρακά σε θεατρική πράξη υψηλής συγκίνησης και καθηλωτικού χιούμορ. Σαν παραγγελία για μια παράσταση εν γενέσει, παριστά σαν αποτειχισθείσα τοιχογραφία και σαν θέατρο φωτός και σκιάς ένα λυρικό πέρασμα από τις κυριότερες στιγμές της ζωής αυτού του λαϊκού δημιουργού που στη ζωή του πεινούσε, κρύωνε και ζωγράφιζε τον τοίχο ενός καφενείου για να τον κεράσουν έναν καφέ, μια ρακή, ένα πιάτο σούπα και δυο κρεμμύδια, που πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι και που τόσο υμνήθηκε μετά τον θάνατό του από τον Τσαρούχη, τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Le Corbusier και τους τεχνοκριτικούς όλης της υφηλίου. Μια εξαιρετική, από κάθε άποψη, παράσταση.
Σαμσών Ρακάς
Ο Σαμσών Ρακάς γεννήθηκε το 1981 στον Πειραιά, μεγάλωσε στη Σαλαμίνα και κατοικεί στην Αθήνα. Ως νέος ποιητής εμφανίστηκε στο διαδίκτυο με το blog του «το πορτατίφ» το φθινόπωρο του 2011, συνέχισε με την Ψυττάλεια, η οποία έκανε τρεις διαφορετικές κυκλοφορίες εκτός εμπορίου (με διαφορετικές γραφές), σε χειροποίητη και χειρόγραφη έκδοση, και από το 2015 μπήκε στον εκδοτικό χώρο, φτιάχνοντας τις εκδόσεις Υποκείμενο. Από το Υποκείμενο κυκλοφόρησε το 2015 το έργο του Αμπερλουδαχαμίν, το οποίο, αφού εξαντλήθηκε, επανεκδόθηκε τον Νοέμβριο του 2016, μετά τη μελοποίησή του από τον Χαρίλαο Τρουβά.

Από το Υποκείμενο κυκλοφόρησαν επίσης η Προσευχή του ελάχιστου της Όλιας Λαζαρίδου, το Γκρόζνι του Γιάζρα και η Πάσα ανάσα του Γιώργου Δομιανού, ενώ ως ειδική έκδοση αναφέρεται η εκτροπή του Σαμσών Ρακά στον Άμλετ, μέρος της οποίας παρουσιάστηκε από την Όλια Λαζαρίδου στην «Ολονυχτία για τον Σαίξπηρ» που έγινε στο Θέατρο Τέχνης. Ο Σαμσών διοργανώνει ποιητικές βραδιές, κατά τις οποίες ο ίδιος κρατά τον ρόλο του αφηγητή-περφόρμερ. Μια τέτοια βραδιά ήταν η περσινή παρουσίαση του υπό έκδοση έργου του Ούτις στο θέατρο Σφενδόνη.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Συντελεστές
Συγγραφέας: Σαμσών Ρακάς
Σκηνοθεσία: Όλια Λαζαρίδου
Σκηνικά-Κοστούμια: Κατερίνα Γιάννακα
Φωτισμοί: Θωμάς Οικονομάκος
Πρωταγωνιστούν: Χάρης Χαραλάμπους Καζέπης, Αριάδνη Κωνσταντακοπούλου





















