
Για την παράσταση «Κόκκινο» του Τζoν Λόγκαν (John Logan), σε σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη, στο Θέατρο Μουσούρη.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Υπάρχει μόνο ένα πράγμα που φοβάμαι στη ζωή, φίλε μου... Μια μέρα το μαύρο θα καταπιεί το κόκκινο».
-Μαρκ Ρόθκο
Είδα, στο Θέατρο Μουσούρη, την πρεμιέρα της παράστασης «Στο κόκκινο» («Red») του Τζον Λόγκαν, σε μετάφραση, δραματουργική επεξεργασία και σκηνοθεσία Γιώργου Κιμούλη. Παίζουν ο ίδιος και ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, ενώ η παραγωγή είναι του Κάρολου Παυλάκη. Το «Κόκκινο» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από την Donmar Warehouse του Λονδίνου το 2009, σε σκηνοθεσία του Μάικλ Γκράντατζ, με τον Άλφρεντ Μολίνα στον ρόλο του Ρόθκο και τον Έντι Ρεντμέιν στον ρόλο του Κεν. Τον Μάρτιο του 2010 η παράσταση μεταφέρθηκε στο Μπρόντγουεϊ με την ίδια διανομή και απέσπασε έξι βραβεία Tony, μεταξύ των οποίων και εκείνο του Καλύτερου Έργου.
Η ιστορία της τέχνης έχει συχνά περιγραφεί ως μια αλληλουχία «πατροκτονιών». Κάθε γενιά καλλιτεχνών πρέπει να «σκοτώσει» την προηγούμενη για να μπορέσει να υπάρξει. Το έργο του Λόγκαν μετακυλίει αυτό το φροϋδικό κλισέ στην ανάγκη κατάργησης της πατρικής-υϊκής σχέσης επί συνόλω: δεν χρειάζεται να σκοτώσεις τον πατέρα σου. Αρκεί να πάψεις να νιώθεις γιος...
Σε μια μεγάλη αποθήκη με καμβάδες
Η ιστορία διαδραματίζεται στα 1958-59, στο στούντιο του Μαρκ Ρόθκο, ενός από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού. Ο ήδη καταξιωμένος Ρόθκο προσλαμβάνει έναν νεαρό, άσημο ζωγράφο, τον Κεν, για να τον βοηθά να τεντώνει τους καμβάδες του, να αναμειγνύει τα χρώματά του και να γίνεται ακροατής των διαπρύσιων κατηγοριών του για αντίπαλους ζωγράφους, για γκαλερίστες και για κριτικούς τέχνης. Φλυαρώντας, αναλύει Ρέμπραντ, Καραβάτζο και Πικάσο (κάνει αναφορά στη «Γιορτή του Μπαλτάσαρ» του Ρέμπραντ), ενώ προσπαθεί να ερμηνεύσει την αυτοκτονία του Τζάκσον Πόλλοκ και να κατακρίνει τη νέα γενιά εικαστικών (στους οποίους καταλέγονται ο Γουόρχολ και ο Λίχτενσταϊν). Ο πραγματικός Ρόθκο αποκαλούσε τους καλλιτέχνες της pop art «τσαρλατάνους και καιροσκόπους» και μάλιστα, κατά τη διάρκεια μιας έκθεσης pop art, το 1962, είναι γνωστό πως αναρωτήθηκε φωναχτά: «Μήπως οι νέοι καλλιτέχνες συνωμοτούν για να μας εξοντώσουν όλους;» Το έργο του Λόγκαν ζωντανεύει όταν ο Κεν υποστηρίζει την pop art και αμφισβητεί την ακεραιότητα του εργοδότη του – εκείνος δε όλα αυτά τα χαρακτηρίζει ως «θράσος».

Ο θαυμασμός του Κεν για τον Ρόθκο είναι δεδομένος, όμως σταδιακά αρχίζει να διεκδικεί τη δική του φωνή: στα λόγια αυτού του θεατρικού χαρακτήρα μπορεί να δει κανείς μια ολόκληρη γενιά νέων δημιουργών που έρχεται να αναθεωρήσει τις καλλιτεχνικές και κοινωνικές σταθερές του παρελθόντος. Ο Ρόθκο παροτρύνει τον εκπαιδευόμενο Κεν να σταθεί μόλις σαράντα εκατοστά μακριά από τους τεράστιους καμβάδες του, ώστε να αποφύγει την «κοινή» ανάγκη των ανθρώπων να διακρίνουν παντού σχήματα, συγκεκριμένα θέματα και μεγέθη. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η συνύπαρξη, επί σκηνής, ενός ηθοποιού του διαμετρήματος του Γιώργου Κιμούλη και ενός νέου, ταλαντούχου ηθοποιού όπως ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος. Οι δυο τους έχουν αναπτύξει μεταξύ τους μια χημεία απίθανη, που καθηλώνει τον θεατή. Και- το σημαντικότερο- προβάλλουν στην παράστασή τους την ίδια τη σχέση τους ως θεατρίνων: ο μεγάλος μέντορας και ο νεαρότερος, «μαθητευόμενος μάγος».
Μια θεμελιώδης αυταπάτη
Το έργο του Τζον Λόγκαν δραματοποιεί την αιώνια σύγκρουση (στην αντίληψή μας περισσότερο, παρά στην πραγματικότητα) μεταξύ Τέχνης και εμπορίου, καθώς ο ήρωάς του δέχεται μια παραγγελία από ένα μεγάλο νεοϋορκέζικο εστιατόριο. Όντως ο Ρόθκο είχε δεχθεί αμοιβή 30.000 δολαρίων (τότε ένα τεράστιο ποσό) για να ζωγραφίσει τοιχογραφίες μεγάλης κλίμακας για το εστιατόριο Four Seasons μέσα στο νέο κτίριο Seagram, μετά από πρόσκληση των αρχιτεκτόνων του κτιρίου, Mies van der Rohe και Philip Johnson. Η συγκεκριμένη παραγγελία φέρνει τον Ρόθκο του έργου αντιμέτωπο με ένα δίλημμα: από τη μία πλευρά βρίσκεται η ανάγκη του να παραμείνει πιστός στην αντίληψή του για την τέχνη ως χώρου εσωτερικής αναζήτησης και στοχασμού και από την άλλη βρίσκεται το δέλεαρ της πολύ υψηλής αμοιβής. Ο Γιώργος Κιμούλης μεταστοιχειώνει αυτό το δίλημμα σε πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνείας: ένας κατά κανόνα κακός χαρακτήρας που προσβάλλει τον νεότερο, τον μειώνει λεκτικά, ωστόσο δεν κωφεύει τελείως στην κριτική του και, τελικά, καθορίζεται απ’ αυτόν.
Αυτό το λεπτό μεταίχμιο μεταξύ χειραγώγησης και χειραφέτησης είναι και το κεντρικό θέμα του έργου
Όσο για τον Κεν, επειδή ακριβώς είναι σε θέση να εκτιμήσει το βάθος της δημιουργίας του Ρόθκο, αντικρύζει σαστισμένος το γεγονός ότι το ίνδαλμά του κάνει έναν τέτοιο συμβιβασμό και εκφράζει την απορία και την ένστασή του: «Μα... για ένα εστιατόριο;» Βεβαίως, ο ισχυρογνώμων ζωγράφος αντιτάσσει το επιχείρημα ότι το εστιατόριο αυτό θα είναι ένας «ναός» στον οποίο «το έργο του θα μπορεί, επιτέλους, να γίνει σωστά αντιληπτό». Φυσικά, ο Ρόθκο αυταπατάται -και μάλιστα συνειδητά- και η ένταση μεταξύ τους οξύνεται, μέχρι που τελικά ο Κεν φωνάζει: «Απλώς διακοσμείς άλλη μια τραπεζαρία για τους υπερπλούσιους!» Μετά από αυτό το ξέσπασμα ειλικρινείας, και θεωρώντας ότι έχει υπερβεί τα όρια ανοχής του εργοδότη του, χαμηλώνει τη φωνή και ρωτά: «Απολύθηκα , έτσι δεν είναι;» «Να απολυθείς;» χαμογελάει τότε σαρδόνια ο Ρόθκο. «Αυτή είναι η πρώτη φορά που υπάρχεις!». Αυτό το λεπτό μεταίχμιο μεταξύ χειραγώγησης και χειραφέτησης είναι και το κεντρικό θέμα του έργου, όπως και η μεγάλη ερμηνευτική κατάκτηση του δίδυμου Κιμούλης-Γκοτσόπουλος.
Ο θάνατος του παλιού και η χειραφέτηση του νέου
Η πιο ενδιαφέρουσα φάση του έργου είναι εκείνη όπου ο Ρόθκο και ο Κεν ασταρώνουν έναν καμβά με κόκκινο χρώμα, επιστρατεύοντας γρήγορες και απαλές πινελιές. Η έξοχη σκηνογραφία του Μανόλη Παντελιδάκη περιλαμβάνει απομιμήσεις γνωστών έργων του Ρόθκο μεγάλης κλίμακας που «κατακλύζουν» τον θεατή και τον κάνουν να νιώθει ότι «περιβάλλεται» από τις κόκκινες επιφάνειες. Πολλούς συμβολισμούς θα μπορούσε κανείς να προσάψει στα διαφορετικά κόκκινα: ζωή, ελπίδα, αίμα, διονυσιασμός. Αντίστοιχα, στο μαύρο: ματαίωση, θάνατος, απελπισία. Γι’ αυτό το θέμα γράφει ο Γιώργος Κιμούλης στο σκηνοθετικό του σημείωμα: «Το κόκκινο του Ρόθκο δεν είναι ένα χρώμα. Μπορεί να είναι σώμα, αίμα, φως, ζωή. Μπορεί να γίνει πληγή. Και όσο σκοτεινιάζει, να πλησιάζει τόσο πολύ το μαύρο ώστε κάποια στιγμή να μην ξέρεις πια πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο χρώματα κινείται και το έργο. Ανάμεσα στην ανάγκη να υπάρξουμε και στον φόβο ότι θα εξαφανιστούμε».
Ο γηραιότερος μεταδίδει τις γνώσεις του με απόλυτο και αυταρχικό τρόπο, απαιτώντας από τον νεαρό ζωγράφο να μην αρκείται στην τεχνική, αλλά να μάθει να παρατηρεί, να σκέφτεται και, κυρίως, να αμφισβητεί.
Ο Ρόθκο και ο Κεν λειτουργούν αφενός ως δάσκαλος/μέντορας και μαθητής, κι αφετέρου ως εκπρόσωποι δύο γενεών που φέρουν διαφορετικές αντιλήψεις για τη δημιουργία, την επιτυχία και την προσωπική ελευθερία. Ο γηραιότερος μεταδίδει τις γνώσεις του με απόλυτο και αυταρχικό τρόπο, απαιτώντας από τον νεαρό ζωγράφο να μην αρκείται στην τεχνική, αλλά να μάθει να παρατηρεί, να σκέφτεται και, κυρίως, να αμφισβητεί. Μάλιστα, προσπαθεί με κάθε τρόπο, ακόμη και με αγένεια και ψυχρότητα, κυνισμό και σκληρότητα, να μην αναπτύξει προσωπική σχέση με τον Κεν: «Δεν είμαι ο ραβίνος σου, δεν είμαι ο πατέρας σου, δεν είμαι ο ψυχίατρός σου, δεν είμαι ο φίλος σου, δεν είμαι ο δάσκαλός σου – είμαι ο εργοδότης σου. Καταλαβαίνεις;». Απαιτεί από τον Κεν ως θεατή να σταθεί απέναντι στον πίνακά του και να εμβαθύνει, διακινδυνεύοντας να αποκτήσει ο νέος καλλιτέχνης ένα δικαίωμα πάνω στο έργο του που πιθανόν να εκτοπίσει τον ίδιο. Στο τέλος, αποδέχεται το γεγονός ότι η έναρξη μιας νέας δημιουργικής «φωνής» προϋποθέτει κάποια στιγμή την αμφισβήτηση εκείνου που σε δίδαξε, αυτή τη ρήξη, αυτόν τον «απογαλακτισμό» που, εάν δεν επιτευχθεί, δεν θα ανοίξει κανείς τα φτερά του. Στην ουσία, ο Ρόθκο του έργου αποδέχεται την προοπτική του θανάτου του – μιας αυτοχειρίας που ταιριάζει μεν στον χαρακτήρα του, παραμένει όμως αναιτιολόγητη.
Ο πραγματικός Μαρκ Ρόθκο
Όπως και ο Φρανκ Γκέρι (πραγματικό όνομα: Έφραιμ Γκόλντμπεργκ), ο Μαρκ Ρόθκο (πραγματικό όνομα: Μάρκους Ρόθκοβιτς) ήρθε στις ΗΠΑ ως παιδί μεταναστών. Και οι δύο εργάστηκαν σκληρά για χρόνια πριν αναγνωριστούν. Ο Ρόθκο εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη το 1923, όπου άρχισε να ζωγραφίζει αστικά τοπία. Κατά τη δεκαετία του 1940 πειραματίστηκε με μυθολογικά θέματα και με τον σουρεαλισμό, προκειμένου να αποδώσει το στοιχείο της τραγικότητας. Κατά τη διάρκεια αυτής της «μεταβατικής» περιόδου της σταδιοδρομίας του (1940–1950), ενσωμάτωσε στο έργο του τη «βιομορφική» αφαίρεση, καθώς και τις λεγόμενες «πολυμορφικές» συνθέσεις (multiforms) – έργα που αποτελούνταν από μεγάλες χρωματικές επιφάνειες. Επηρεασμένος από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επινόησε νέους τρόπους έκφρασης του τραγικού στην τέχνη: επηρεάστηκε από αρχαίους Έλληνες τραγικούς ποιητές, όπως ο Αισχύλος, καθώς και από τη μελέτη του έργου του Νίτσε Η γέννηση της τραγωδίας. Έβλεπε τον μύθο ως πηγή αναζωογόνησης σε μια εποχή πνευματικού κενού: την πεποίθηση αυτή την είχε διαμορφώσει δεκαετίες νωρίτερα, μέσα από την ενασχόλησή του με το έργο συγγραφέων όπως ο Καρλ Γιουνγκ, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Τζέιμς Τζόις και ο Τόμας Μαν.

Προς το τέλος της δεκαετίας φιλοτέχνησε έργα με επιφάνειες καθαρού χρώματος, τις οποίες μετέτρεψε σταδιακά σε πιο αφηρημένες ορθογώνιες χρωματικές μορφές – ένα ζωγραφικό ιδίωμα που θα διατηρούσε για το υπόλοιπο της ζωής του και που θα τον κατέτασσε στους εκπροσώπους του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού. Σύμφωνα με την Elaine de Kooning, ο Avery ήταν εκείνος που «έδωσε στον Ρόθκο την ιδέα ότι η ζωή ενός επαγγελματία καλλιτέχνη αποτελούσε γι’αυτόν μια πιθανότητα». Στα τέλη του 1935, ο Ρόθκο ένωσε τις δυνάμεις του με τους Ilya Bolotowsky, Ben-Zion, Adolph Gottlieb, Louis Harris, Ralph Rosenborg, Louis Schanker και Joseph Solman, σχηματίζοντας την ομάδα «The Ten» (Οι Δέκα). Σύμφωνα με τον κατάλογο μιας έκθεσης της ομάδας, αποστολή της ήταν «να διαμαρτυρηθεί ενάντια στην υποτιθέμενη ταύτιση της αμερικανικής ζωγραφικής με τη ζωγραφική της πιστής αναπαράστασης της πραγματικότητας».
Η καριέρα του έφτασε στο απόγειό της στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Είδε τον εαυτό του στα εξώφυλλα των περιοδικών και τους πίνακές του στις μεγαλύτερες γκαλερί του κόσμου (και, κυρίως, στην Tate του Λονδίνου). Στην ύστερη φάση της σταδιοδρομίας του φιλοτέχνησε πίνακες για τρεις διαφορετικές τοιχογραφίες: αυτές που ετοίμασε για το κτίριο Seagram προορίζονταν στο να κοσμήσουν το εστιατόριο Four Seasons της Νέας Υόρκης, αλλά ο Ρόθκο τελικά ένιωσε αποστροφή στην ιδέα ότι οι πίνακές του θα λειτουργούσαν ως διακοσμητικά αντικείμενα για εύπορους θαμώνες· έτσι, επέστρεψε την αμοιβή της προσοδοφόρας αυτής παραγγελίας και δώρισε τα έργα σε μουσεία και γκαλερί. Είναι γεγονός ότι, παρά τη φήμη του, ένιωθε έντονη προσωπική απομόνωση και την αίσθηση ότι παρεξηγούνταν ως καλλιτέχνης. Φοβόταν ότι ο κόσμος αγόραζε τους πίνακές του απλώς επειδή ήταν της μόδας και ότι οι συλλέκτες, οι κριτικοί και το κοινό δεν αντιλαμβάνονταν τον πραγματικό σκοπό του έργου του. Αν και ο ίδιος έζησε λιτά στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, η αξία μεταπώλησης των πινάκων του αυξήθηκε κατακόρυφα τις δεκαετίες που ακολούθησαν την αυτοκτονία του το 1970. Ο πίνακάς του «No. 6 (Violet, Green and Red)» πωλήθηκε το 2014 έναντι 186 εκατομμυρίων δολαρίων.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Σοφία Νικολαΐδη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνοθέτης: Μαίρη Ανδρέου
Πρωταγωνιστούν: Γιώργος Κιμούλης, Δημήτρης Γκοτσόπουλος





















