
Για το μυθιστόρημα της Βασιλικής Πέτσα «Δεν θ’ αργήσω» (εκδ. Πόλις).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Το «Δεν θ’ αργήσω» του τίτλου στο νέο μυθιστόρημα της Βασιλικής Πέτσα απηχεί, σκόπιμα ή μη, το «Στείλε όταν φτάσεις», σύνθημα που κυριάρχησε μετά το δυστύχημα των Τεμπών. Έτσι, η Ελληνίδα συγγραφέας προσεγγίζει ένα άλλο ανάλογο τραγικό συμβάν, μακρινό τοπικά και χρονικά, για να προβληματίσει δι’ αντανακλάσεως και να διεγείρει το θυμικό του Έλληνα αναγνώστη για τα δικά του ανάλογα θέματα. Κοινό θέμα το πένθος, η απώλεια, το σοκ μετά το συμβάν…
Η αφορμή για το μυθιστόρημα στάθηκε το πολύνεκρο δυστύχημα στο Χίλσμπορο, όταν σε ποδοσφαιρικό αγώνα πολλαπλάσιοι από όσους χωρούσαν φίλαθλοι της Λίβερπουλ μπήκαν στις κερκίδες, με αποτέλεσμα να συνθλιβούν και να χάσουν τη ζωή τους 96 από αυτούς και άλλοι 766 να τραυματιστούν. Είκοσι χρόνια μετά, την 15η Απριλίου του 1989, όταν συνέβη όλο αυτό, ξεκινά η κύρια δράση του έργου, που με αναδρομές καλύπτει τα συγκλονιστικά γεγονότα του παρελθόντος.
Η αλήθεια είναι ότι το ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα της Βασιλικής Πέτσα ξεκινά με άκρως βαρετό τρόπο. Η καθημερινότητα του αφηγητή, ο οποίος λειτουργεί το φωτογραφείο του, είναι οικογενειάρχης με τη γυναίκα του Λιζ και τα δυο τους μικρά παιδιά, φροντίζει τον παπαγάλο του, καθαρίζει το αυτοκίνητό του κ.λπ., παρουσιάζεται ουδέτερα, νεκρά, άνευρα, εκκωφαντικά επίπεδα και άχρωμα. Οι πρώτες σελίδες προκαλούν αφόρητη ανία, όσο κι αν ξέρει ο αναγνώστης ότι κάπου καραδοκεί το κρυφό αγκάθι. Αυτή η αργόσυρτη αφήγηση φυσικά, όπως συνειδητοποιούμε γρήγορα, γίνεται εσκεμμένα, για να φανεί η ζωή του πρωταγωνιστή που μοιάζει να κυλάει φυσιολογικά στους αργούς ρυθμούς της καθημερινότητας, που διατηρεί την κανονικότητά της, που φαινομενικά είναι σταθερή όσο και στάσιμη, χωρίς ίχνη εσωτερικών κραδασμών και βαθιών ανησυχιών να την ταράζουν.
Όταν όμως έρχεται η επιστολή του Άντι, ο οποίος είχε φύγει έναν χρόνο μετά το 1989 στην Αυστραλία, τότε ξανανοίγει όλο το πυορροούν αιμάτωμα που έκρυβε ανέκαθεν μέσα του, αφού στο γήπεδο εκείνη τη μέρα πέθανε ο κολλητός του φίλος Κιθ. Όλοι οι υπόλοιποι της παρέας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, συνέχισαν τη ζωή τους, βρήκαν μια ρέγουλα για να κατευνάσουν το σοκ, επέμειναν πάνω σ’ αυτό με ψυχολόγους και άλλα μέσα ή, όπως ο πρωταγωνιστής, το έθαψαν και προσπάθησαν να το εξαφανίσουν.
Στην ουσία η συγγραφέας δεν αναλύει τι έγινε τότε στη μεγαλύτερη αθλητική τραγωδία της Αγγλίας. Περισσότερο την ενδιαφέρει η ποιητική του τραύματος, πώς δηλαδή όποιος βγήκε ζωντανός από μια τέτοια περιπέτεια, αλλά έχασε φίλους ή συγγενείς, γείτονες ή συναδέλφους, μπορεί (ή δεν μπορεί) να επουλώσει την πληγή του και να προχωρήσει μπροστά.
Στην ουσία η συγγραφέας δεν αναλύει τι έγινε τότε στη μεγαλύτερη αθλητική τραγωδία της Αγγλίας. Περισσότερο την ενδιαφέρει η ποιητική του τραύματος, πώς δηλαδή όποιος βγήκε ζωντανός από μια τέτοια περιπέτεια, αλλά έχασε φίλους ή συγγενείς, γείτονες ή συναδέλφους, μπορεί (ή δεν μπορεί) να επουλώσει την πληγή του και να προχωρήσει μπροστά. Η αρχική τελμάτωση της αφήγησης αντανακλά την επιφάνεια, όπου όλα φαίνεται να μπήκαν σε ένα ήσυχο αυλάκι, αλλά τελικά η δίνη της ιστορίας, όταν επιστρέφει στον πανικό, την οργή, την αμηχανία, την αγανάκτηση του τότε, παρασύρει και την αφήγηση σε στροβίλους και χειμαρρώδεις περιδινήσεις. Ο συναισθηματικός κόσμος του αφηγητή, που μοιάζει να έχει μπει σε μια ομαλότητα, ξεσπά με μνήμες που τον ξεσκίζουν και είναι ικανές να οδηγήσουν ακόμα και στην αυτοκτονία.
Όποιος ζήσει μια τέτοια δραματική κατάσταση, δεν μπορεί να βγει ες αεί ήρεμος και αλώβητος. Όποιος πέρασε το Μάτι, τα Τέμπη ή οποιοδήποτε ανάλογα ακραίο δυστύχημα, όταν έχασε πολύ κοντινούς του ανθρώπους, όταν αιωρείται η πίστη ότι έφταιξαν οι αρχές γι’ αυτό, τότε δεν μπορεί να ξαναστρώσει με ατσάκιστα σεντόνια το κρεβάτι του και δεν μπορεί να κοιμάται ήσυχος και γαλήνιος. Η απώλεια και το «γαμώτο» που αυτή εγείρει, το πένθος κι όλα τα στάδια της ψυχολογικής του πορείας, το βαθύ τραύμα που δεν κλείνει με όσες προσπάθειες κι αν γίνουν λειτουργούν πάντα υποδόρια οδηγώντας σε ένα είδος εφιάλτη ή τρέλας.
Η ποιητική του τραύματος επικεντρώνεται όχι στο θύμα, το οποίο δεν ζει πια, αλλά στον περίγυρό του, που πλήττεται συναισθηματικά. Η κορύφωση στην οποία οδηγείται το βιβλίο ρίχνει τον αναγνώστη στην άβυσσο ενός αθεράπευτου πένθους, το οποίο προέκυψε ακαριαία αλλά κουβαλιέται για μια ζωή.
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Πυθαγόρας» (εκδ. Καστανιώτη).
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Έσφιξα σαν τανάλια την παλάμη μου στον σιδερένιο πάσσαλο του ανοίγματος, σαν να κρατιόμουν από σανίδα ναυαγίου και με μια αβέβαιη δρασκελιά πέρασα έξω. Δεν φάνηκες αμέσως, Κιθ, σε προσπερνούσε άλλος κόσμος, ξεχώριζα μονάχα, στιγμιαία, τα χέρια και τα πόδια σου, άνευρα, ν’ αναταράσσονται με τις κινήσεις των διπλανών σου. Όταν, επιτέλους, έφτασες στο άνοιγμα, έσπευσα προς το μέρος σου, νόμιζα ότι στεκόσουν όρθιος, ότι περπατούσες, όμως σε κρατούσαν σαν μαριονέτα άλλοι άνθρωποι από πίσω σου, αυτοί σε μετακινούσαν».

Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Βασιλική Πέτσα γεννήθηκε στην Καρδίτσα το 1983. Σπούδασε Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Θεωρίες του Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ και Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ κυκλοφορούν, επίσης, η νουβέλα της Θυμάμαι (2011), οι συλλογές διηγημάτων της Όλα τα χαμένα (2012) και Μόνο το αρνί (2015), το μυθιστόρημά της Το δέντρο της υπακοής (2018) και η μελέτη της Όταν γράφει το μολύβι (2016).
























