
Για το μυθιστόρημα του Γιώργου Χωματηνού «Βρίκελοι» (εκδ. Κίχλη). Εικόνα: Από την ταινία του Μπέλα Ταρ «Το άλογο του Τορίνο» (2011).
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βλαχογιάννης
Ένα χωριό χωρίς όνομα σε χάρτη, μια βοϊδάμαξα δίχως οδηγό να φτάνει στην καρδιά της Σαρακοστής κουβαλώντας ένα μαρμάρινο φέρετρο, πίσω της ένα σαραβαλιασμένο καμιόνι γεμάτο με έναν αλλόκοτο θίασο. Έτσι ανοίγει το βιβλίο Βρίκελοι του Γιώργου Χωματηνού (εκδ. Κίχλη).
Τι κουβαλά αυτή η πομπή κανείς στο χωριό δεν το ξέρει ακόμη, κι η αφήγηση καθυστερεί να το φανερώσει, επιβάλλοντας από την πρώτη στιγμή μια παράξενη, σχεδόν αδικαιολόγητη βραδύτητα. Μέσα στην περίοδο αυτής της κατάνυξης και της αυστηρής νηστείας, εισβάλλει μια ομάδα ανθρώπων που παίζει, μασκαρεύεται και ξεφεύγει από κάθε πειθαρχία, και η εικόνα αυτή κουβαλά όλο το βάρος του βιβλίου από την πρώτη κιόλας σελίδα, πολύ πριν ο αναγνώστης μάθει έστω και ένα όνομα, πολύ πριν καταλάβει τι είναι αυτός ο τόπος. Υπάρχει κάτι πεισματικά θεατρικό σε αυτή την είσοδο, μια σκηνοθεσία σχεδόν, που δεν εκπλήσσει αν σκεφτεί κανείς πως όλο το βιβλίο θα κινηθεί έπειτα ανάμεσα σε επεισόδια, μαρτυρίες, φωνές που μπαίνουν και βγαίνουν από τη σκηνή, όπως οι ηθοποιοί σε αρχαία παράσταση, χωρίς κανείς να κρατά για πολύ τον λόγο.
Ο βρίκελος της λαϊκής παράδοσης ελάχιστη σχέση έχει με τον βρικόλακα των ξένων μύθων, είναι ριζωμένος βαθιά στη μνήμη του τόπου, σώμα που δεν πρόλαβε να αποχωρήσει τελείως, που έμεινε στο χωράφι, στο κατώφλι, στο σοκάκι όπου πέθανε ή όπου γεννήθηκε, συγγενής που ξέχασε να αποδημήσει σωστά και κάθεται ακόμη στην ίδια καρέκλα, επειδή κανείς δεν τόλμησε όλα αυτά τα χρόνια να του πει να σηκωθεί. Ο συγγραφέας γράφει για νεκρούς που δεν έχουν πού αλλού να πάνε, παγιδευμένους ανάμεσα στην ενοχή και σε ένα χρέος απλήρωτο, κι ο θάνατος δεν χτυπά την πόρτα, παρά μπαίνει με δικό του κλειδί. Αυτή η οικειοποίηση του υπερφυσικού, η μετατροπή του φαντάσματος σε κάτοικο κι όχι σε εισβολέα, είναι το πιο καίριο γνώρισμα ολόκληρου του βιβλίου, γιατί δεν φοβόμαστε τόσο τον νεκρό όσο τη σιωπή του, το γεγονός πως δεν μας λέει τι θέλει, μόνο κάθεται εκεί, χρόνια, περιμένοντας κάτι που ούτε ο ίδιος μοιάζει να θυμάται πια.
Η νεοελληνική λαϊκή παράδοση έχει συχνά ημερέψει τον θάνατο με αυτόν τον τρόπο, τον έχει κατεβάσει από το ύψος της αλληγορίας στο επίπεδο του γείτονα που ξέρεις...
Στον διάλογο του Δήμου με τον Θάνατο, κάπου στη μέση του βιβλίου, ο ίδιος ο Θάνατος παραδέχεται πως δεν διαθέτει δικό του τόπο, πως αγγίζει τον καθένα στον λαιμό χωρίς ιεραρχία, ομολογία που την κρατά στη γη η αμεσότητα του προφορικού λόγου, η γλώσσα του χωριάτη που παζαρεύει μαζί του όπως θα παζάρευε με γείτονα για ένα χωράφι που τους χωρίζει από παλιά. Ο Δήμος ρωτά, διαπραγματεύεται, σαν να μιλά με δημόσιο υπάλληλο που καθυστέρησε μια αίτηση, δεν τρομάζει, δεν ικετεύει, κι ο θάνατος αποκτά έτσι τις δικές του συνήθειες, ακόμη και τη δική του κακή διάθεση κάποιες μέρες. Η νεοελληνική λαϊκή παράδοση έχει συχνά ημερέψει τον θάνατο με αυτόν τον τρόπο, τον έχει κατεβάσει από το ύψος της αλληγορίας στο επίπεδο του γείτονα που ξέρεις, εδώ όμως η χειρονομία αυτή γίνεται σπονδυλική στήλη του βιβλίου, από την πρώτη σκηνή ως την τελευταία.
Μιλώντας με (και για) τον Θάνατο
Στη διαπραγμάτευση με τον Χάρο η γλώσσα στρίβει προς το σκωπτικό, σχεδόν το αστείο, με τον αφηγητή να παζαρεύει πόσους θα πάρει μαζί του, δέκα κι όχι εννιά, και τον Χάρο να απαντά με οικειότητα βαριά από χρόνια συνήθειας, σαν να έχουν ξανακαθίσει πολλές φορές στο ίδιο τραπέζι. Η σκηνή είναι κωμική χωρίς να αδειάζει το βάρος της, μάλλον το γεμίζει παραπάνω, κι υπάρχει κάτι στον ρυθμό αυτού του διαλόγου, στην ταχύτητα των ανταλλαγών, που θυμίζει κοφτή λαϊκή στιχομυθία, εκείνο το είδος του διαλόγου όπου η γλώσσα τρέχει πιο γρήγορα από τη σκέψη, και αυτό ακριβώς επιτρέπει στο σκώμμα να συνυπάρξει με τον τρόμο, γιατί κανείς δεν προλαβαίνει να σταθεί αρκετά σε καμία γραμμή για να την πάρει είτε πολύ σοβαρά είτε πολύ ελαφρά.
Ο διάλογος με τον Θάνατο μένει το κέντρο βάρους του βιβλίου, μορφή σχεδόν γραφειοκρατική που μιλά για καταλόγους, για λάθη, για το ποιος καταγράφηκε πριν την ώρα του, κι όταν λέει πως δεν υπάρχει χωρίς χρώμα, πως στέκεται πάνω από όλα χωρίς ο ίδιος να αλλάζει ποτέ, το κείμενο αγγίζει κάτι από την πιο παλιά ελληνική διαίσθηση για τον Άδη, που δεν τιμωρεί, ούτε ανταμείβει, παρά μοιράζεται εξίσου σε όλους. Δεν είναι τυχαίο ίσως που η λέξη «δίκαιο» δεν εμφανίζεται πουθενά κοντά σε αυτόν τον χαρακτήρα, γιατί η ισότητα που προσφέρει δεν έχει εδώ τίποτα το ηθικό, είναι μια ισότητα γυμνή, σχεδόν υλική, σαν αυτή που επιβάλλει το χώμα όταν σκεπάζει το ένα σώμα μετά το άλλο.
Η κοινότητα προτιμά τον δαίμονα, γιατί έχει σχήμα και διώχνεται με προσευχή και λάδι, ενώ η ζωή δεν διώχνεται με τίποτα, κι ο Χωματηνός αφήνει το ερώτημα ανοιχτό, σχεδόν με αγένεια, σε σημείο που η λαϊκή δεισιδαιμονία παύει να είναι φόντο και γίνεται επιχείρημα.
Υπάρχει όμως και μια σκηνή όπου το ερώτημα αλλάζει τελείως μορφή και δεν έχει να κάνει με το ποιος είναι ο θάνατος, παρά με το τι είναι η συμφορά. Ο Θεραπευτής καλείται να αποφανθεί αν αυτό που βασανίζει έναν άνθρωπο του χωριού είναι δαίμονας ή απλώς η ζωή, χωρίς μεσολαβητή, χωρίς όνομα να κατηγορηθεί. Η κοινότητα προτιμά τον δαίμονα, γιατί έχει σχήμα και διώχνεται με προσευχή και λάδι, ενώ η ζωή δεν διώχνεται με τίποτα, κι ο Χωματηνός αφήνει το ερώτημα ανοιχτό, σχεδόν με αγένεια, σε σημείο που η λαϊκή δεισιδαιμονία παύει να είναι φόντο και γίνεται επιχείρημα. Το ενδιαφέρον είναι πως ο ίδιος ο Θεραπευτής δεν παρουσιάζεται ούτε ως απατεώνας ούτε ως αγιοποιημένος σοφός, είναι απλώς κάποιος που ξέρει, ίσως καλύτερα από τους άλλους, πόσο εύκολα μπερδεύουμε το να ονομάσουμε κάτι με το να το καταλάβουμε πραγματικά.
Μαρτυρίες, επεισόδια
Ο συγγραφέας αρνείται τη μονοφωνία και στήνει το βιβλίο σε επεισόδια, σε μαρτυρίες, σε επικλήσεις που διακόπτουν η μία την άλλη, με λογική πιο κοντινή στο χορικό δράμα παρά στο μυθιστόρημα με τη σύγχρονη έννοια. Στο επεισόδιο της Μάντισσας ο διάλογος πατέρα-κόρης κόβεται σε κοφτές, σχεδόν στιχηρές ανταλλαγές («Τι λες, μάβα;», «Ένα χορτάρι, πατέρα»), φράσεις φτιαγμένες περισσότερο για το αυτί παρά για το μάτι, με την κόρη να μονολογεί, τον πατέρα να ρωτά, τους γέροντες να σχολιάζουν από απόσταση σαν χορός αρχαίας τραγωδίας. Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η δομή δεν είναι απλή μορφική επιλογή, αλλά επιβάλλει και έναν συγκεκριμένο τρόπο ανάγνωσης, αργό, σχεδόν φωναχτό, που αντιστέκεται στη γρήγορη, σιωπηλή κατανάλωση, καλώντας τον αναγνώστη να ανακτήσει μια χαμένη οικειότητα με τον προφορικό λόγο.
Στη σκηνή γύρω από τον εσταυρωμένο, το κείμενο φτάνει σε σημείο σχεδόν αφόρητο: παιδιά παίζουν γύρω του, φωνάζουν ονόματα παιχνιδιών, ενώ ο ίδιος ο σταυρωμένος μιλά, θυμάται, αναρωτιέται πού πήγε το αίμα του.
Στο επεισόδιο του Ξένου η επίκληση στην πεταλουδίτσα γαλανή ανασύρει βαθιά ριζωμένο μοτίβο της λαϊκής παράδοσης, την ψυχή σαν πεταλούδα: «Πεταλουδίτσα γαλανή, πεταλουδίτσα ωραία, πεταλουδίτσα φίλη μου, πριν πάεις στον πάνω κόσμο, ξεμυστηρέψου μου αυτά που ξέρεις για τον Ξένο». Ο συγγραφέας φορτίζει αμέσως την αφήγηση με μια εικόνα σπλαχνικής βίας χωρίς καμία μεταφυσική παρηγοριά ή ηθική δικαίωση: «... ξέρω πως βρήκε τον παπά, τον έκοψε στη μέση, κράτησε εκείνος την καρδιά και μοίρασε τα εντόσθια, στους σκύλους τη συκωταριά, στους λύκους τα πλεμόνια, και στα πουλάκια τ’ ουρανού έδωσε τα νεφριά του...», κι ο ανταρτοκρητικός που σφάζεται, με τα σπλάχνα του μοιρασμένα σε ζώα, θυμίζει μια λογική θυσίας πολύ παλιότερη από κάθε θρησκεία που ξέρουμε, όπου το σώμα διαλύεται στη φύση πριν προλάβει να αποκτήσει μνήμη, πριν προλάβει καν να αποκτήσει όνομα. Η πεταλούδα τρέμει, φτερουγίζει πριν σταθεί να μιλήσει, κι έχει δει τι συμβαίνει «κι από κει και πέρα», λέξεις που δεν εξηγούνται ποτέ, κι αυτή η άρνηση εξήγησης λειτουργεί σχεδόν σαν όριο μέσα στο ίδιο το κείμενο, ένα σημείο πέρα από το οποίο ούτε ο συγγραφέας δεν διεκδικεί πρόσβαση.
Καμιά ευπρέπεια δεν περιβάλλει εδώ την απώλεια, μόνο σάρκα, αίμα, χώμα, ένα σώμα που μυρίζει. Στη σκηνή γύρω από τον εσταυρωμένο, το κείμενο φτάνει σε σημείο σχεδόν αφόρητο: παιδιά παίζουν γύρω του, φωνάζουν ονόματα παιχνιδιών, ενώ ο ίδιος ο σταυρωμένος μιλά, θυμάται, αναρωτιέται πού πήγε το αίμα του. Πού τελειώνει το καρναβαλικό και πού αρχίζει η ωμή, αδίστακτη βία δεν είναι πάντα ξεκάθαρο σε αυτές τις σελίδες. Η σωματική φθορά και το γήρας αποτυπώνονται με σχεδόν ανατομική ακρίβεια: «Είναι γέρος εκατόν τριάντα χρονών, σε μικρή ηλικία ταριχευμένος. Κοιτάζει ολόγυρα σαν να βλέπει τα πάντα για πρώτη φορά, είναι τρομαγμένος. Κοιτάζει τα χέρια του: στο αριστερό κρατάει ένα ματωμένο ξύλινο σπαθί, στο δεξί ένα τρέμουλο.» Ένας άνθρωπος ταριχευμένος από μικρός, που ύστερα από δεκαετίες κοιτάζει τον κόσμο σαν να τον βλέπει για πρώτη φορά. Στους Βρίκελους ο χρόνος δεν προχωρά απλώς προς τα εμπρός, επιστρέφει διαρκώς στα ίδια σώματα, στις ίδιες μνήμες, στους ίδιους νεκρούς.
Αιωρείται πάνω από κάθε σελίδα μια σχεδόν θεολογική ερώτηση, χωρίς το κείμενο να τη θέτει ποτέ ευθέως, για το τι μένει από έναν άνθρωπο όταν το σώμα του έχει ήδη μοιραστεί, όταν το αίμα του έχει ήδη ποτίσει το χώμα
Κάπου εδώ στέκεται και ο Χριστόφορος, που ζωγραφίζει τη Μανταλένα μέσα από μια βουβή, σχεδόν τραχιά διαπραγμάτευση με τη μορφή της, αναζητώντας τον τρόπο που αυτή θα επιβιώσει όταν το σώμα θα έχει πια χαθεί. Πρόκειται για το ίδιο εκείνο «ίχνος» που αναφέρει αργότερα το κείμενο, μια εικαστική εκδοχή της ίδιας ανάγκης που κάνει το χωριό να θάβει τους νεκρούς του τόσο επίμονα. Υπάρχει κάτι σχεδόν τρυφερό σε αυτή τη σκηνή, μια ανάπαυλα μέσα στη γενική σκληρότητα του βιβλίου, που όμως δεν διαρκεί πολύ, γιατί ο ίδιος ο πίνακας δεν θα σώσει κανέναν από τίποτα, θα μείνει απλώς εκεί, μια ακόμη μαρτυρία ανάμεσα σε τόσες άλλες που το βιβλίο έχει ήδη σωρεύσει.
Αιωρείται πάνω από κάθε σελίδα μια σχεδόν θεολογική ερώτηση, χωρίς το κείμενο να τη θέτει ποτέ ευθέως, για το τι μένει από έναν άνθρωπο όταν το σώμα του έχει ήδη μοιραστεί, όταν το αίμα του έχει ήδη ποτίσει το χώμα, κι η απάντηση, όση δίνεται, δεν υπόσχεται ανάσταση, ούτε καν μνήμη σταθερή, μόνο επανάληψη, τον ίδιο κύκλο να ξαναρχίζει με άλλα πρόσωπα, το ίδιο φέρετρο να φτάνει, αργά ή γρήγορα, σε άλλο χωριό.
Οι μορφές της εξουσίας
Στο βάθος δεσπόζει η μορφή του δεκατριάχρονου τυράννου, μια εξουσία ανήλικη, αδιάφορη για τις συνέπειες, που πλανάται πάνω από το χωριό πολύ πριν εμφανιστεί το πρώτο φέρετρο: «Τρίτος και τελευταίος βουλιάζει ο μαύρος του Γραμματικού στα άπατα του τρόμου, αφήνοντας τον αφέντη του πρώτη φορά ανυπεράσπιστο και μόνο. Είναι παιδί δεκατριών χρονών, τον λένε Γραμματικό...» Η λέξη «τύραννος» μοιάζει βαρύγδουπη και ασύμμετρη γι’ αυτό που πραγματικά συμβαίνει εδώ, γιατί πρόκειται για ένα παιδί που, με τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα, προχωρά απλώς στο επόμενο κατώφλι, και το όνομά του μάλιστα, Γραμματικός, δεν μπορεί παρά να ηχεί σαν ειρωνεία μέσα σε ένα βιβλίο που γυρίζει τόσο επίμονα γύρω από το τι γράφεται και τι μένει άγραφο, αφού ο πιο αγράμματος στη βία απ’ όλους κουβαλά το όνομα του γραμματισμένου.
Η γραφή κουβαλά ρίσκο και ο συγγραφέας φαίνεται να το γνωρίζει καλά. Η πυκνότητα του ιδιώματος, οι επαναλήψεις, το βάρος της δημοτικής σύνταξης δίνουν στο κείμενο μια ένταση σπάνια για τη σημερινή ελληνική πεζογραφία.
Κοντά σε αυτή την εικόνα στέκεται και μια άλλη μορφή εξουσίας, πιο ήπια στην επιφάνεια αλλά εξίσου αδιάλλακτη στην ουσία της. Ο Δήμος, όταν επιστρέφει στην τάφρο όπου έχουν θαφτεί όσοι το χωριό προτίμησε να ξεχάσει, κινείται από κάτι πιο κοντά σε καθήκον παρά σε περιέργεια, κι η βρώμα της τάφρου δεν αποσιωπάται παρά περιγράφεται με την ίδια ανθεκτική ακρίβεια που το κείμενο επιφυλάσσει σε κάθε σωματικό ίχνος του θανάτου.
Η κοινότητα το γνωρίζει αυτό στα σπλάχνα της, χωρίς να το λέει ανοιχτά, το κρατά σαν πέτρα στην τσέπη που σε χτυπά σε κάθε βήμα, ώσπου το κείμενο εγγράφει μια παρατήρηση που στέκεται μόνη της, χωρίς να χρειάζεται κανένα σχόλιο από πάνω: «Νομίζουμε ότι μετά θάνατον τα χάνει όλα η λήθη, γι' αυτό και προσπαθούμε να αφήσουμε το ίχνος μας στη γη όσο πιο βαθύ γίνεται. Όμως η απόδειξη ότι ζήσαμε εκδίδεται πάντα σε διπλότυπο: ένα για εμάς και ένα για τους άλλους.»
Το ύφος
Η γραφή κουβαλά ρίσκο και ο συγγραφέας φαίνεται να το γνωρίζει καλά. Η πυκνότητα του ιδιώματος, οι επαναλήψεις, το βάρος της δημοτικής σύνταξης δίνουν στο κείμενο μια ένταση σπάνια για τη σημερινή ελληνική πεζογραφία. Κι εδώ βρίσκεται κάτι βαθύτερο από μια επιλογή ύφους, γιατί η λογοτεχνία αρχίζει πραγματικά να γίνεται επικίνδυνη τη στιγμή που παύει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να περιγράψει τον κόσμο και την αναγκάζει να γίνει ένα από τα πράγματα του κόσμου, να μυρίζει, να σαπίζει, να σκοντάφτει, να επιμένει. Οι λέξεις τότε δεν στέκονται απέναντι από το νεκρό σώμα για να το ονομάσουν, λερώνονται μαζί του, κι ίσως αυτή να είναι μια από τις σκληρότερες δοκιμασίες του κειμένου, αφού δεν ενδιαφέρεται να πει κάτι αληθινό για τον θάνατο, παρά να πλησιάσει τόσο πολύ το σημείο όπου ο θάνατος γίνεται αισθητός μέσα στη γραφή, ώστε η ίδια η πρόταση να συμπεριφέρεται σαν κάτι που πεθαίνει και, παρ’ όλα αυτά, συνεχίζει να ανασαίνει, να αντιστέκεται.
Κλείνοντας τις σελίδες αυτού του βιβλίου, μένει η αίσθηση πως κάποιος συνέχισε να μιλά και μετά που η φωνή σταμάτησε, πως οι ήρωες δεν πρόλαβαν ποτέ να καταλάβουν ότι η ιστορία τους τελείωσε, κι έτσι συνεχίζουν, κάπου, να θάβουν, να θρηνούν, να παζαρεύουν με τον θάνατο για μια ψυχή ακόμη.
Στους Βρίκελους η γλώσσα βρίσκεται συχνά σε αυτή την επικίνδυνη απόσταση, ανάμεσα στην αφήγηση και στο κατάλοιπο, ανάμεσα στη φωνή που μιλά και στο σώμα που δεν έχει ακόμη σωπάσει, και γι’ αυτό οι πιο δυνατές στιγμές της δεν είναι πάντοτε εκείνες όπου η εικόνα είναι πιο εντυπωσιακή, αλλά εκείνες όπου μια λέξη, μια επανάληψη, ένας παράξενος τρόπος σύνταξης αφήνει πάνω στη σκηνή κάτι που δεν εξηγείται εύκολα και δεν ζητά να εξηγηθεί. Σε κάποια σημεία της διαπραγμάτευσης με τον Χάρο η γλώσσα απολαμβάνει τον εαυτό της λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται η σκηνή, ενώ κάπου-κάπου μια εικόνα φορτίζεται με δεύτερη και τρίτη παρομοίωση, σαν το κείμενο να μην εμπιστεύεται αρκετά τη δύναμη της πρώτης. Είναι μια μικρή αδυναμία, σχεδόν συμπαθητική, που ίσως θα περιοριζόταν από ένα αμείλικτο επιμελητικό ψαλίδι, δύσκολα όμως θα ήθελε κανείς να εξαφανίσει εντελώς, γιατί ανήκει κι αυτή στην υπερβολή που δίνει στο βιβλίο τον ιδιαίτερο παλμό του. Και ίσως αυτός ο παλμός να μην κόβεται ποτέ πραγματικά, ακόμη κι όταν η τελευταία σελίδα γυρίζει.
Κάτι μένει ανοιχτό και αδικαίωτο εδώ, καθώς ο Χωματηνός δεν λυτρώνει κανέναν. Το χωριό μένει εκεί, με τον νεκρό του, με το παιδί-τύραννό του, με τη λαλιά του να μην ξέρει αν θρηνεί ή αν χλευάζει τον εαυτό της. Κλείνοντας τις σελίδες αυτού του βιβλίου, μένει η αίσθηση πως κάποιος συνέχισε να μιλά και μετά που η φωνή σταμάτησε, πως οι ήρωες δεν πρόλαβαν ποτέ να καταλάβουν ότι η ιστορία τους τελείωσε, κι έτσι συνεχίζουν, κάπου, να θάβουν, να θρηνούν, να παζαρεύουν με τον θάνατο για μια ψυχή ακόμη. Πιάνει κανείς τον εαυτό του, λίγο αργότερα, να στήνει αυτί προς τη σιωπή του δωματίου, σαν να περίμενε για ένα δευτερόλεπτο, να ακούσει κι αυτός το χτύπημα στην πόρτα.
* Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο ΕΚΠΑ. To 2021 δημιουργήθηκαν υπό την αιγίδα του οι εκδόσεις Περικείμενο Βιβλία. Έχει εκδώσει τις συλλογές πεζογραφίας Είδωλα (2021) και Επικράτειες (2024).
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Χωματηνός γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός.

Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορεί το μυθιστόρημά του Η μοναξιά της βαρύτητας (2019). Οι Βρίκελοι είναι το δεύτερο βιβλίο του.























