
Για τη νουβέλα της Λένας Κιτσοπούλου «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» (εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Από την ταινία «Rūrangi» (2020) του Max Currie.
Γράφει ο Βαγγέλης Μανουβέλος
Με τον Συμβολισμό της λεοπάρδαλης (εκδ. Μεταίχμιο), η Λένα Κιτσοπούλου επιστρέφει στην πεζογραφία με μια νουβέλα περίπου διακοσίων σελίδων, η οποία συμπυκνώνει πολλές από τις σταθερές της γραφής της: τη σωματικότητα, τη χειμαρρώδη εκφορά του λόγου, την ωμότητα, το μαύρο χιούμορ, την αποδόμηση των κοινωνικών συμβάσεων και κυρίως τη διαρκή συνύπαρξη του κωμικού με το τραγικό. Πρόκειται, βέβαια, κι εδώ για ένα έργο στο οποίο η πρόκληση δεν λειτουργεί απλώς ως αισθητική επιλογή. Στον πυρήνα του βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα: μπορεί ένας άνθρωπος να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του όταν το σώμα, η μνήμη, ο έρωτας και το κοινωνικό βλέμμα εξακολουθούν να τον δεσμεύουν σε ένα παρελθόν που αποδεικνύεται περισσότερο παρόν από το ίδιο το παρόν;
Η αφετηρία της αφήγησης είναι η επιστροφή. Η Κική, έχοντας περάσει τα παιδικά της χρόνια σε μια επαρχιακή κωμόπολη έως τα δεκατρία, επιστρέφει εκεί στα τριάντα τρία. Μόνο που τώρα ονομάζεται Λάμπρος. Η επιστροφή δεν συνιστά απλή γεωγραφική μετακίνηση, είναι επιστροφή στον τόπο όπου συγκροτήθηκε η πρώτη ταυτότητα, δημιουργήθηκε η πρώτη επιθυμία κι εγγράφηκε το πρώτο τραύμα. Εκεί βρίσκεται ακόμη ο Θανάσης, ο μεγάλος παιδικός έρωτας του οποίου η επανεμφάνιση ενεργοποιεί όσα ο χρόνος κι η μεταμόρφωση του σώματος δεν κατόρθωσαν να ακυρώσουν.
Η επιλογή της επαρχίας έχει ιδιαίτερη αφηγηματική λειτουργία. Δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένας συντηρητικός τόπος απέναντι σε ένα μοντέρνο, σύγχρονο υποκείμενο. Είναι ένας μικρόκοσμος στον οποίο οι άνθρωποι γνωρίζονται, ελέγχονται και ταξινομούνται. Τα μπαρ, τα καφενεία, τα μεζεδοπωλεία, οι δρόμοι και οι παρέες συγκροτούν ένα σύστημα διαρκούς αλληλοπαρατήρησης. Το άτομο είναι αδύνατον να αποσυνδεθεί πλήρως από το παρελθόν του, επειδή υπάρχουν πάντοτε εκεί οι άλλοι για να του το θυμίζουν. Η κόλαση για την Κική αποκτά έτσι σαφώς σαρτρικές αποχρώσεις: «η κόλαση είναι οι άλλοι», όχι απλώς επειδή οι άλλοι κρίνουν, αλλά επειδή το βλέμμα τους μετατρέπει το υποκείμενο σε αντικείμενο και του επιστρέφει μια εικόνα του εαυτού του την οποία δεν ελέγχει απολύτως. Η επιστροφή του Λάμπρου γίνεται επομένως αναμέτρηση με αυτό το βλέμμα. Οι άλλοι λειτουργούν ως καθρέφτης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα όρια της ελευθερίας του αυτοπροσδιορισμού: εκεί όπου ο ίδιος διεκδικεί τη συνέχεια ενός μεταβαλλόμενου εαυτού, το κοινωνικό περιβάλλον επιχειρεί να τον καθηλώσει σε μια προγενέστερη εκδοχή του.
Η αγάπη ως δύναμη που συγκροτεί και διαλύει το υποκείμενο
Θα ήταν όμως περιοριστικό να διαβαστεί το βιβλίο αποκλειστικά ως αφήγημα έμφυλης ταυτότητας. Η Κιτσοπούλου χρησιμοποιεί την εμπειρία του Λάμπρου για να θέσει ένα ευρύτερο υπαρξιακό ζήτημα, τη δυσκολία του ανθρώπου να συμφιλιώσει τις διαδοχικές εκδοχές του εαυτού του. Η Κική δεν εξαφανίζεται με την ανάδυση του Λάμπρου. Παραμένει ως μνήμη, ως επιθυμία, ως εμπειρία του σώματος και κυρίως ως φορέας ενός έρωτα που δημιουργήθηκε πριν από τη φυλομετάβαση. Στο επίκεντρο βρίσκεται έτσι η πάλη του αρσενικού και του θηλυκού μέσα στο ίδιο σώμα, εκεί όπου «η συνύπαρξη και η σφαγή είναι αναπόφευκτες». Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στην αδυναμία μιας απλής λύσης. Καμία ταυτότητα δεν καταργεί απολύτως την προηγούμενη, όπως κανένα παρόν δεν μπορεί να διαγράψει πλήρως τη μνήμη του.
Η επιθυμία δεν εξευγενίζει αναγκαστικά, μπορεί να γίνει εμμονή, αυτοϋπονόμευση, ταπείνωση και βία. Η αγάπη εμφανίζεται ως δύναμη που ταυτόχρονα συγκροτεί και διαλύει το υποκείμενο.
Στο σημείο αυτό αποκτά βαρύτητα ο έρωτας. Ο Θανάσης δεν λειτουργεί μόνο ως ερωτικό αντικείμενο, αλλά κι ως σύνδεσμος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν του κεντρικού προσώπου. Ο έρωτας προς αυτόν προηγείται της αλλαγής κι επιβιώνει μετά από αυτήν. Για αυτό και γίνεται καταστροφικός, επιμένει εκεί όπου το υποκείμενο έχει ήδη μεταβληθεί. Η Κιτσοπούλου απομακρύνεται αποφασιστικά από μια εξιδανικευμένη αντίληψη της ερωτικής εμπειρίας. Η επιθυμία δεν εξευγενίζει αναγκαστικά, μπορεί να γίνει εμμονή, αυτοϋπονόμευση, ταπείνωση και βία. Η αγάπη εμφανίζεται ως δύναμη που ταυτόχρονα συγκροτεί και διαλύει το υποκείμενο.
Το ύφος
Ακριβώς εδώ συναντάμε και μία από τις σημαντικότερες ιδιομορφίες της γραφής της Κιτσοπούλου, την απόλυτη σωματοποίηση του συναισθήματος. Ο έρωτας δεν παραμένει αφηρημένη ψυχική κατάσταση. Μετατρέπεται σε ιδρώτα, αίμα, σεξουαλική διέγερση, πληγή, πόνο, σάλιο, κλάμα, εμετό. Το σώμα δεν είναι το περίβλημα της συνείδησης, αλλά ο κατεξοχήν τόπος όπου παράγεται η αφήγηση. Στις τελευταίες σελίδες αυτό γίνεται σχεδόν ασφυκτικό. Η γλώσσα συσσωρεύει υγρά, τροφές, τραύματα, γεννητικά όργανα, οσμές κι εκκρίσεις, καταργώντας συστηματικά τη διάκριση ανάμεσα στο «υψηλό» συναίσθημα και στην υλικότητα του σώματος.
Η πρόζα είναι χειμαρρώδης, προφορική, επαναληπτική, συχνά χυδαία και συντακτικά υπερφορτωμένη. Οι περίοδοι εκτείνονται, οι εικόνες συσσωρεύονται κι οι λέξεις μοιάζουν να παράγουν νέες λέξεις. Η επανάληψη δεν αποτελεί αδυναμία οικονομίας, αλλά μηχανισμό ρυθμού: αναπαριστά μια συνείδηση που αδυνατεί να σταματήσει, να οργανώσει, να ταξινομήσει όσα αισθάνεται. Σε αρκετά σημεία η πεζογραφία πλησιάζει τον θεατρικό μονόλογο, κάτι που δεν είναι άσχετο με τη μακρά θεατρική διαδρομή της συγγραφέως ως ηθοποιού, σκηνοθέτιδας και δραματουργού. Η φωνή προηγείται σχεδόν της πλοκής, ακούμε τον αφηγητή να σκέφτεται πριν προλάβουμε να οργανώσουμε εμείς όσα αφηγείται.
• Διαβάστε επίσης: «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» της Λένας Κιτσοπούλου (κριτική) – Επιστροφή στην επαρχία, επιστροφή στον τόπο του τραύματος
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι κι η συνεχής υπονόμευση του τραγικού από το γελοίο. Μια στιγμή βαθύτατου πόνου μπορεί να διακοπεί από μια χυδαία παρατήρηση, ένα προϊόν καταναλωτικής κουλτούρας, ένα σεξουαλικό σχόλιο ή μια παράλογη εικόνα. Αυτό το αισθητικό κράμα δημιουργεί έναν κόσμο στον οποίο η τραγωδία δεν διαθέτει πλέον την πολυτέλεια της καθαρότητας. Ο άνθρωπος πονά ενώ ταυτόχρονα πεινά, επιθυμεί, ιδρώνει, αγοράζει, μαγειρεύει και αυτογελοιοποιείται. Το ευτελές και το υψηλό δεν αποτελούν αντίθετα πεδία αλλά διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας ανθρώπινης εμπειρίας.
Σκληρές, συμβολικές σκηνές
Εμβληματική ως προς αυτό είναι η εκτεταμένη σκηνή με τον πολτοποιητή. Η καθημερινή οικιακή πράξη του μαγειρέματος διογκώνεται σε παραλήρημα εικόνων, αισθήσεων και συνειρμών. Τα λαχανικά πολτοποιούνται και χάνουν τη διακριτή μορφή τους, ώσπου μετατρέπονται σε μία ενιαία μάζα. Η εικόνα δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί τυχαία: λειτουργεί ως υλική μεταφορά ενός βιβλίου που διαρκώς αποσταθεροποιεί τα όρια, ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό, το παρελθόν και το παρόν, τον έρωτα και το μίσος, την τρυφερότητα και τη βία, ακόμη κι ανάμεσα στο ανθρώπινο και το ζωώδες.
Για αυτό και το έργο δεν οδηγείται σε μια καθησυχαστική συμφιλίωση. Παραμένει αντιφατικό, υπερβολικό, βίαιο και ενίοτε εξαντλητικό, όπως ακριβώς και η συνείδηση που επιχειρεί να αναπαραστήσει.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η σοκαριστική ιστορία της γάτας Βούλας. Η περιγραφή της κακοποίησης φτάνει στα όρια της αναγνωστικής αντοχής. Δεν πρόκειται όμως απλώς για μια επιδίωξη πρόκλησης. Η γάτα γίνεται το ακραίο σώμα πάνω στο οποίο αποτυπώνεται η λογική που έχει διατρέξει ολόκληρη τη νουβέλα, το σώμα ως κάτι που μπορεί να επιθυμηθεί, να μετασχηματιστεί, να πληγωθεί, να τεμαχιστεί και τελικά να καταστραφεί. Η Κιτσοπούλου οδηγεί εδώ τη σωματικότητα στην πιο ακραία εκδοχή της, αφαιρώντας από τον αναγνώστη τη δυνατότητα μιας ασφαλούς αισθητικής απόστασης.
Μέσα σε αυτό το σύμπαν βρίσκεται κι η λεοπάρδαλη του τίτλου. Το μοτίβο της δεν προσφέρεται ως σύμβολο με μία και μοναδική αποκωδικοποίηση. Συνδέεται με την αγριότητα, την ομορφιά, τη σαγήνη, τον κίνδυνο και την αδυναμία πλήρους εξημέρωσης. Το δαχτυλίδι-λεοπάρδαλη που συνοδεύει τον κεντρικό χαρακτήρα αποκτά έτσι τη λειτουργία μιας συμπυκνωμένης αυτοεικόνας. Το ζώο είναι ταυτόχρονα σαγηνευτικό κι επικίνδυνο, οικείο ως κόσμημα κι άγριο ως μορφή. Η ίδια αυτή αντίφαση διέπει και τον Λάμπρο, ένα πρόσωπο που επιχειρεί να συγκροτήσει τον εαυτό του, αλλά κουβαλά εντός του κάτι που αντιστέκεται στην οριστική ταξινόμηση.
Η ταυτότητα ως παλίμψηστο
Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης είναι τελικά λιγότερο ένα βιβλίο «για» τη μετάβαση φύλου και περισσότερο για την αδυναμία του ανθρώπου να γίνει απολύτως «ένας». Η ταυτότητα παρουσιάζεται ως παλίμψηστο, κάθε νέα εγγραφή πραγματοποιείται πάνω στις προηγούμενες χωρίς να τις εξαφανίζει ολοκληρωτικά. Για αυτό και το έργο δεν οδηγείται σε μια καθησυχαστική συμφιλίωση. Παραμένει αντιφατικό, υπερβολικό, βίαιο και ενίοτε εξαντλητικό, όπως ακριβώς και η συνείδηση που επιχειρεί να αναπαραστήσει.
Αυτή μάλλον είναι κι η βαθύτερη τραγικότητα του βιβλίου, ότι καμία μεταμόρφωση δεν συνεπάγεται αναγκαστικά κι απελευθέρωση.
Υπό αυτή την έννοια, το «ανελεύθερο» του αυτοπροσδιορισμού δεν σημαίνει ότι το υποκείμενο στερείται τη δυνατότητα να επιλέξει ή να μετασχηματίσει τον εαυτό του. Σημαίνει ότι καμία τέτοια επιλογή δεν συντελείται σε κοινωνικό κενό. Ο Λάμπρος μπορεί να ονομάσει τον εαυτό του, να μετασχηματίσει το σώμα του και να διεκδικήσει τη νέα του παρουσία στον κόσμο, δεν μπορεί όμως να ελέγξει τη μνήμη του Θανάση, του αδελφού του ή της τοπικής κοινότητας, ούτε να επιβάλει στους άλλους τον τρόπο με τον οποίο θα τον προσλάβουν. Η ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού συναντά έτσι το όριό της στο ανεξέλεγκτο και συχνά βίαιο βλέμμα του Άλλου. Ακριβώς σε αυτή τη σύγκρουση ανάμεσα στο «ποιος λέω ότι είμαι» και στο «ποιος είμαι για τους άλλους» αποκτά η νουβέλα την εντονότερη υπαρξιακή της διάσταση.
Εκεί ίσως βρίσκεται κι η σημαντικότερη κατάκτηση της Κιτσοπούλου. Δεν μετατρέπει το σώμα σε αντικείμενο κοινωνιολογικής επεξήγησης ούτε τον έρωτα σε εύκολη αλληγορία αποδοχής. Δημιουργεί έναν ήρωα ταυτόχρονα ευάλωτο και σκληρό, τρυφερό κι αυτοκαταστροφικό, κωμικό και τραγικό, και μέσα από αυτόν διατυπώνει ένα πολύ ευρύτερο ερώτημα. Πόσες διαφορετικές, ακόμη κι αλληλοσυγκρουόμενες, εκδοχές του εαυτού μπορεί να χωρέσει ένας άνθρωπος χωρίς κάποια από αυτές να χρειαστεί να «σφαγεί» για να επιβιώσει η άλλη; Ο Συμβολισμός της λεοπάρδαλης καταλήγει έτσι σε μια σκοτεινή διαπίστωση. Ο άνθρωπος μπορεί να μετασχηματίσει το σώμα του, να επαναπροσδιορίσει την ταυτότητά του και να διεκδικήσει την ελευθερία του, δεν μπορεί όμως να μετασχηματίσει κατά βούληση τη μνήμη, την επιθυμία και το βλέμμα των άλλων. Αυτή μάλλον είναι κι η βαθύτερη τραγικότητα του βιβλίου, ότι καμία μεταμόρφωση δεν συνεπάγεται αναγκαστικά κι απελευθέρωση.
*Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΑΝΟΥΒΕΛΟΣ είναι συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός και σκηνοθέτιδα. Το 2006 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Οι νυχτερίδες για την οποία βραβεύτηκε απ’ το περιοδικό Διαβάζω με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Το 2009 εξέδωσε τη νουβέλα Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., η οποία ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ως μονόλογος, σε σκηνοθεσία της ίδιας.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2011 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Μεγάλοι δρόμοι. Δύο διηγήματα του βιβλίου μεταφέρθηκαν στο θέατρο. Το 2015 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Το μάτι του ψαριού που ήταν στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2016.
























