
Για τη νουβέλα της Λένας Κιτσοπούλου «Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης» (εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Από την ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ «Το δέρμα που κατοικώ» (2011).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Μια Κική που έγινε Λάμπρος. Ένας Θανάσης που δεν άντεξε μια δραστική αλλαγή. Μια Χριστίνα που είδε την ομορφιά της να συντρίβεται από το βάρος του έρωτα. Ένας Στράτος που δεν δέχεται τις αποφάσεις της αδελφής του. Ένας χορός περιφερειακών ηρώων που βουλιάζουν στο τέναγος μιας επαρχιακής πόλης. Εν προκειμένω στην ορεινή Λακωνία.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι αρκετά προφανή και δεδομένα. Θα ήταν ένα στόρι που κάπου θα το είχες ακούσει ή διαβάσει. Κι όμως, όχι με τον τρόπο που το κάνει η Λένα Κιτσοπούλου στον Συμβολισμό της λεοπάρδαλης. Η γραφή της εδώ και χρόνια καταλαμβάνει μια ιδιότυπη θέση στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία και δραματουργία. Δεν ανήκει εύκολα σε κάποια σχολή, ούτε επιδιώκει να ενταχθεί σε μια «κομψή» λογοτεχνική παράδοση. Αντίθετα, μοιάζει να γράφει πάντα από ένα σημείο σύγκρουσης: σύγκρουσης με την κοινωνική ευπρέπεια, με τη σταθερή ταυτότητα, με τη γλώσσα που εξωραΐζει τον πόνο και με κάθε μορφή πολιτισμένης σιωπής.
Η νουβέλα της Ο συμβολισμός της λεοπάρδαλης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αισθητικής και ιδεολογικής στάσης· ένα κείμενο που δεν επιδιώκει να παρηγορήσει τον αναγνώστη αλλά να τον φέρει αντιμέτωπο με τη σκοτεινή, αντιφατική και συχνά βίαιη πλευρά της ανθρώπινης επιθυμίας. Ο κεντρικός ήρωας, που έχει υπάρξει ως Κική και πλέον ζει ως Λάμπρος, επιστρέφει στην επαρχιακή πόλη όπου μεγάλωσε με αφορμή τον θάνατο της γιαγιάς του.
Ο παλιός έρωτας
Η συνάντηση με τον πρώτο μεγάλο έρωτα του παρελθόντος, τον Θανάση τον βενζινά, ενεργοποιεί εκ νέου τραύματα, επιθυμίες και ματαιώσεις που ποτέ δεν ξεπεράστηκαν πραγματικά. Η Κιτσοπούλου δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει τη μετάβαση φύλου του ήρωα μέσα από έναν κοινωνιολογικό λόγο. Αυτό είναι ίσως και ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του βιβλίου. Ο Λάμπρος δεν κατασκευάζεται ως «σύμβολο ορθότητας» ούτε ως υποδειγματικό θύμα κοινωνικής καταπίεσης. Είναι αντιφατικός, αυτοκαταστροφικός, συχνά επιθετικός και βαθιά μόνος.
Η λεοπάρδαλη είναι όμορφη αλλά και επικίνδυνη· κινείται αθόρυβα, σχεδόν υπνωτιστικά, αλλά παραμένει θηρευτής. Με τον ίδιο τρόπο και ο ήρωας του βιβλίου κινείται ανάμεσα στη λαχτάρα για αγάπη και στην ανάγκη αυτοκαταστροφής.
Με αυτόν τον τρόπο, το φύλο στο βιβλίο δεν αντιμετωπίζεται ως σταθερή ταυτότητα, αλλά ως μια ανοιχτή πληγή, ως μια διαδικασία αδιάκοπης διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο σώμα, τη μνήμη και την κοινωνική εικόνα. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται και ο πυρήνας του συμβολισμού της λεοπάρδαλης. Η λεοπάρδαλη είναι όμορφη αλλά και επικίνδυνη· κινείται αθόρυβα, σχεδόν υπνωτιστικά, αλλά παραμένει θηρευτής. Με τον ίδιο τρόπο και ο ήρωας του βιβλίου κινείται ανάμεσα στη λαχτάρα για αγάπη και στην ανάγκη αυτοκαταστροφής.
Η ταυτότητα ως περφόρμανς
Η Κιτσοπούλου φαίνεται να ενδιαφέρεται όχι τόσο για τη μετάβαση από μια ταυτότητα σε μια άλλη, αλλά για την ίδια την αδυναμία οριστικής σταθεροποίησης του εαυτού. Ο ήρωας δεν «γίνεται» ποτέ ολοκληρωτικά κάτι· παραμένει σε μια κατάσταση εκκρεμότητας. Η λεοπάρδαλη συνδέεται και με τη θεατρικότητα που χαρακτηρίζει συνολικά το έργο της Κιτσοπούλου. Το μοτίβο του δέρματος της λεοπάρδαλης -οι κηλίδες, η επιδεικτική εξωτικότητα, η αισθησιακή επιφάνεια- θυμίζει σχεδόν σκηνικό κοστούμι.
Η συγγραφέας αντιμετωπίζει συχνά την ταυτότητα ως περφόρμανς, ως μια διαρκή σκηνοθεσία του εαυτού. Οι ήρωές της δεν υπάρχουν ποτέ «φυσικά»· παίζουν συνεχώς ρόλους, ακόμη και όταν βρίσκονται μόνοι τους. Αυτή η αίσθηση τεχνητότητας και παραμόρφωσης είναι κεντρική σε όλο το έργο της.
Ιδιότυπη μίξη
Γενικότερα, η γραφή της Κιτσοπούλου χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη μίξη λυρισμού και χυδαιότητας. Μπορεί μέσα στην ίδια παράγραφο να περάσει από μια σχεδόν ποιητική εικόνα σε μια ωμή, βίαιη ή σαρκαστική φράση. Αυτή η συνεχής μετατόπιση ύφους προκαλεί συχνά αμηχανία στον αναγνώστη, αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται και η δύναμή της.
Αυτή η θεατρικότητα δεν είναι τυχαία· η Κιτσοπούλου κουβαλά έντονα τη σκηνοθετική και θεατρική της εμπειρία και αυτό φαίνεται ακόμη και στα πεζά της. Οι χαρακτήρες της δεν περιγράφονται τόσο όσο «εκτίθενται» μπροστά στον αναγνώστη.
Η Κιτσοπούλου δεν επιτρέπει ποτέ την άνετη αισθητική απόσταση. Ο αναγνώστης δεν καλείται να θαυμάσει απλώς τη γλώσσα· καλείται να νιώσει σωματικά την ένταση, τη δυσφορία και την επιθυμία που διαπερνούν τα πρόσωπα. Σημαντικό στοιχείο της γραφής της είναι και η προφορικότητα. Οι διάλογοι και οι εσωτερικοί μονόλογοι μοιάζουν συχνά να εκφέρονται επί σκηνής. Η γλώσσα είναι κοφτή, νευρική, γεμάτη επαναλήψεις, ξαφνικές εκρήξεις και βίαιες αλλαγές τόνου. Αυτή η θεατρικότητα δεν είναι τυχαία· η Κιτσοπούλου κουβαλά έντονα τη σκηνοθετική και θεατρική της εμπειρία και αυτό φαίνεται ακόμη και στα πεζά της. Οι χαρακτήρες της δεν περιγράφονται τόσο όσο εκτίθενται μπροστά στον αναγνώστη.
Παράλληλα, ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της γραφής της είναι η εμμονή με το σώμα. Στα έργα της το σώμα δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Είναι πεδίο μάχης, φορέας μνήμης, αντικείμενο επιθυμίας, αλλά και αηδίας. Οι ήρωες ιδρώνουν, πίνουν, καπνίζουν, αρρωσταίνουν, επιθυμούν, γερνούν. Η Κιτσοπούλου αρνείται τον εξευγενισμό του σώματος και επιμένει στη ζωική του διάσταση.
Δεν υπάρχει εξωραϊσμός της ελληνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, η επαρχία παρουσιάζεται σαν χώρος ασφυξίας, κουτσομπολιού και καταπιεσμένης βίας.
Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αντιμετωπιστεί το έργο της αποκλειστικά ως «προκλητικό» ή σοκαριστικό. Κάτω από τη βία και τον σαρκασμό υπάρχει μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία. Οι χαρακτήρες της αναζητούν απεγνωσμένα αγάπη, αναγνώριση και επαφή, ακόμη κι όταν καταστρέφουν ό,τι πλησιάζουν. Ο Λάμπρος στον Συμβολισμό της λεοπάρδαλης δεν είναι απλώς ένας «σκοτεινός» ήρωας· είναι ένα πρόσωπο που αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την ίδια του την ύπαρξη. Η επιστροφή στην επαρχία μοιάζει με επιστροφή σε έναν τόπο πρωταρχικού τραύματος, όπου κάθε ανάμνηση μετατρέπεται σε απειλή.
Επιπλέον, η Κιτσοπούλου συχνά τοποθετεί τους ήρωές της σε ελληνικά τοπία βαθιά καθημερινά και αντιηρωικά: μικρές πόλεις, λαϊκά μαγαζιά, οικογενειακά σπίτια, δρόμοι γεμάτοι φθορά. Δεν υπάρχει εξωραϊσμός της ελληνικής πραγματικότητας. Αντίθετα, η επαρχία παρουσιάζεται σαν χώρος ασφυξίας, κουτσομπολιού και καταπιεσμένης βίας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαφορετικότητα του ήρωα γίνεται ακόμη πιο εκρηκτική. Η κοινωνία δεν εμφανίζεται ως ανοιχτά εχθρική μόνο μέσα από τη λεκτική βία· λειτουργεί περισσότερο μέσω μιας αδιάκοπης επιτήρησης. Όλοι κοιτούν, όλοι θυμούνται, όλοι κρίνουν.
Μέσα στο σώμα
Ο Συμβολισμός της λεοπάρδαλης είναι μια νουβέλα για τη δυσκολία τού να υπάρξει κανείς μέσα σε ένα σώμα, μέσα σε μια μνήμη και μέσα σε μια κοινωνία που απαιτεί σαφείς ορισμούς. Η λογοτεχνία της Κιτσοπούλου δεν είναι ούτε εύκολη ούτε «ευχάριστη» με συμβατικούς όρους. Διατηρεί μια σπάνια ένταση, επειδή γράφεται σαν να διακυβεύεται πάντα κάτι υπαρξιακά επείγον. Στον Συμβολισμό της λεοπάρδαλης αυτή η ένταση κορυφώνεται μέσα από την εικόνα του άγριου ζώου: μιας ύπαρξης γοητευτικής και τρομακτικής, που δεν μπορεί να εξημερωθεί χωρίς να χάσει τον ίδιο της τον πυρήνα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Λένα Κιτσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971. Είναι ηθοποιός και σκηνοθέτιδα. Το 2006 εξέδωσε τη συλλογή διηγημάτων Οι νυχτερίδες για την οποία βραβεύτηκε απ’ το περιοδικό Διαβάζω με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Το 2009 εξέδωσε τη νουβέλα Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α., η οποία ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο ως μονόλογος, σε σκηνοθεσία της ίδιας.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το 2011 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Μεγάλοι δρόμοι. Δύο διηγήματα του βιβλίου μεταφέρθηκαν στο θέατρο. Το 2015 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων Το μάτι του ψαριού που ήταν στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2016.
























