
Για τη σπονδυλωτή μυθογραφία της Ιωάννας Μπουραζοπούλου «Φτερούγες κι οπλές στο αστικό δάσος» (εκδ. Καστανιώτη). Εικόνα: Έργο της Virginia Frances Sterrett από εικονογράφηση αγγλόφωνης έκδοσης παραμυθιών της Κόμισας ντε Σεγκύρ, το 1920.
Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου
Έχει ενδιαφέρον να μελετά κανείς τη δημιουργική πορεία ενός συγγραφέα. Κάποιοι δημιουργοί υποστηρίζουν πως στα πρώτα τους έργα βρίσκονται εν σπέρματι όλα τα στοιχεία που θα τους απασχολήσουν στο μέλλον, ενώ άλλοι βιάζονται να κάνουν το πρώτο τους βήμα και στη συνέχεια το αποκηρύσσουν. Σε κάθε περίπτωση, κάθε εργογραφία έχει μάλλον τις κορυφές και τις κοιλάδες της, τις καλύτερες και τις λιγότερο λαμπρές στιγμές, και επιπλέον, καθώς τη διανύουμε, συνειδητοποιούμε πως το ύφος του συγγραφέα συχνά μεταβάλλεται, επειδή ψάχνει την ιδιοφωνία του, επειδή πειραματίζεται, επειδή θέλει να γράψει σε άλλο είδος – πολλοί και διάφοροι οι λόγοι.
Είναι δύσκολο για έναν συγγραφέα να επιστρέψει σε παλαιότερα κείμενά του, κοιτώντας πίσω, όμως η Ιωάννα Μπουραζοπούλου το τόλμησε: το πιο φρέσκο βιβλίο της, Φτερούγες και οπλές στο αστικό δάσος, συγκεντρώνει διηγήματα που δημοσιεύτηκαν από το 2005, το παλαιότερο, έως το 2025, χωρίς να αποτελεί μια απλή συλλογή διηγημάτων – ως σπονδυλωτή μυθογραφία χαρακτηρίζεται η έκδοση.
Η συγγραφέας κινήθηκε με τρόπο ευφυή. Έπλασε μια ηρωίδα, την ερευνήτρια τεράτων Αστροχελώνα των Ινδιών, που αποτελεί στην ουσία μυθοπλαστικό alter ego της. Αυτή δέχεται μια επίσκεψη από τον εκδότη της, τον Ορνιθόρυγχο -όλα τα πλάσματα του χώρου των γραμμάτων είναι ζώα-, ο οποίος δεν της ζητά ακόμα μια «εξερεύνηση» (ένα μυθιστόρημα δηλαδή), αλλά να μαζέψει τις «αποδράσεις» της μέσα στα χρόνια (τα διηγήματά της, μεταφράζουμε). Η χελώνα συμφωνεί διστακτικά να τις αποθησαυρίσει και να τις επιμεληθεί λιγάκι, ώστε να μπουν σε μια συγκεντρωτική έκδοση. Και κάπως έτσι ο αναγνώστης οδηγείται σε μια συνέχεια ιστοριών – πριν από την κάθε μία, όμως, υπάρχει ένα μικρό κομμάτι που περιγράφει τη ζωή της ίδιας της χελώνας την περίοδο που έγραφε το συγκεκριμένο διήγημα.
Μαθαίνουμε έτσι την αφορμή που ενέπνευσε την κάθε ιστορία και θυμόμαστε τις πολλές περιπέτειες που έχουμε περάσει, σημεία των καιρών μας και διαχρονικά προβλήματα: την οικονομική κρίση -κρίση του δάσους, εν προκειμένω-, την προσφυγική, την κλιματική -δεν είναι τυχαίο που κάποιοι διατείνονται πως η εποχή μας θα μείνει στην Ιστορία ως Εποχή των Κρίσεων-, την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες, τις τεκτονικές αλλαγές που έχει επιφέρει η τεχνητή νοημοσύνη κλπ. Και επειδή το τελευταίο διήγημα, μελλοντολογικό, στο οποίο η ανθρωπότητα έχει εκλείψει, έχει άσχημο τέλος, η χελώνα επιστρατεύει τις δυνάμεις της, επισκέπτεται τις πηγές της έμπνευσής της και πίνει από αυτές, χρησιμοποιώντας ως έναυσμα έναν σημαντικό για εκείνη πίνακα του Πάμπλο Πικάσο, μπας και μπορέσει να φτιάξει, γιατί παρουσιάζεται ως αγώνας, πάλη με τις λέξεις και τη ζοφερή πραγματικότητα, ακόμα μία ιστορία, με αισιόδοξες νότες μέσα.
Οι θεματικές
Πολλά μπορούν να γραφτούν για αυτό το ιδιαίτερο και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Οι ιστορίες βρίσκονται σε υψηλό επίπεδο. Συναντάμε μια ποικιλία, έναν πλούτο ηρώων, αφηγηματικών τεχνικών και θεμάτων που συχνά συνομιλούν μεταξύ τους. Διηγήματα της λογοτεχνίας του φανταστικού, θεατρικά, αστυνομικά, δοκίμια που θυμίζουν διηγήματα… Γράφουμε συχνά πως το στοιχείο του παραλόγου και το αλληγορικό στοιχείο «εισβάλλουν» στις αφηγήσεις, εδώ όμως συχνά θέτουν τις βάσεις πάνω στις οποίες κινούνται οι ιστορίες. Υψηλή είναι επίσης η διακειμενικότητα, η συνομιλία με άλλους δημιουργούς, όπως, ενδεικτικά, με τον Φραντς Κάφκα και τον Τάσο Λειβαδίτη, η οποία δεν υφίσταται μέσω μιας απλής αναφοράς, κάποιου κλεισίματος ματιού, αλλά αποτελεί κεντρικό θέμα το οποίο υπηρετεί η μυθοπλασία.
Ας επιμείνουμε, επίσης, στην παραδοχή πως ο συγγραφέας εκφράζει την κοινωνία στην οποία βρίσκεται, όπως η χελώνα γράφει, ας πούμε, μια ιστορία για ανθρώπους που φοβούνται τους ίσκιους τους, την περίοδο της προσφυγικής κρίσης, ή για το μάταιο ταξίδι προς την Ιθάκη, το μνημονιακό έτος 2012. Ας θυμηθούμε πως δεν γίνεται, στην πραγματικότητα, να υπάρξει συγγραφέας κλεισμένος στον ψηλό του πύργο, πάνω από την κοινωνία – ακόμα και αυτοί που πράγματι απομονώνονται, κάτι εκφράζουν από το σύνολο από το οποίο έχουν απομακρυνθεί.
Έτσι και το βιβλίο της Ιωάννας Μπουραζοπούλου μπορεί να το κοιτάξει κανείς από πολλά σημεία, μοιάζει να συμπυκνώνει ταιριαστά πολλές οπτικές γωνίες -μια πολυφωνία εκδοχών του εαυτού της-
Ένας συγγραφέας αλλάζει, όπως και η Μπουραζοπούλου άλλαξε μέσα στα χρόνια, διαφυλάσσοντας φυσικά κάποιες σταθερές στην εξίσωση. Πάντοτε εκφράζει τα πράγματα από μία θέση, πάντως – όπως μας δείχνει, σατυρικά, και το διήγημα «Η οπτική της νέας, σύγχρονης γυναίκας», η οποία, στην ιστορία, εκφράζεται από έναν γέρο ναυτικό με ξύλινο πόδι.
«Αγαπητή μου, κοιταχτείτε στον καθρέφτη! Κατασκευάσατε τον εαυτό σας με υπολείμματα αντρικών ονείρων. Κι αυτό το ξύλινο πόδι, τι υπερβολή!» φωνάζει αγανακτισμένος ο ηχολήπτης που καταγράφει.
Κλείνοντας, μια αναφορά στο διήγημα «Le Port», στο οποίο ο αστυνόμος Θεοτοκόπουλος καλείται να διαλευκάνει την υπόθεση της εξαφάνισης ενός κυβιστικού πίνακα. Αναφέρει ένας ήρωας: «[Οι κυβιστές] δεν ήθελαν να ζωγραφίσουν το λιμάνι που κοιτούσε εκείνη τη στιγμή ο ζωγράφος, αλλά και το λιμάνι που έβλεπαν όλοι οι υπόλοιποι, από διαφορετικά σημεία του χώρου και του χρόνου, σαν να λέμε το συλλογικό λιμάνι». Έτσι και το βιβλίο της Ιωάννας Μπουραζοπούλου μπορεί να το κοιτάξει κανείς από πολλά σημεία, μοιάζει να συμπυκνώνει ταιριαστά πολλές οπτικές γωνίες -μια πολυφωνία εκδοχών του εαυτού της-, που μεταξύ τους φτιάχνουν ένα σώμα άκρως λειτουργικό.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Σπούδασε δημόσια διοίκηση και διοίκηση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων στην Ελλάδα και την Αγγλία. Έχει γράψει οκτώ μυθιστορήματα και ένα βιβλίο για παιδιά, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Διηγήματα, θεατρικά έργα και άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά περιοδικά, συλλογικούς τόμους και ανθολογίες.

Το μυθιστόρημά της Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; τιμήθηκε με το βραβείο του περιοδικού (δε)κατα Athens Prize for Literature (2008) και κυκλοφορεί στα γαλλικά, αγγλικά και βουλγαρικά. Το 2013 η αγγλική εφημερίδα Guardian το κατέταξε στα καλύτερα βιβλία επιστημονικής φαντασίας της χρονιάς.
Τη δωδεκαετία 2011-2023 έγραψε τη μυθιστορηματική τριλογία «Ο Δράκος της Πρέσπας» και έλαβε καθώς εκδίδονταν οι τόμοι: βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (2015), βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα (2015), καλλιτεχνική υποτροφία από το Υπουργείο Πολιτισμού της Βαυαρίας (2017, με φιλοξενία στη Villa Concordia, όπου γράφτηκε μεγάλο μέρος του δεύτερου τόμου, βραβείο του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο Αναγνώστης (2024) και κρατικό βραβείο (2024).
























