
Για τη συλλογή διηγημάτων «Αθλητικά παπούτσια νο 7» του Βασίλη Τσαλή (εκδόσεις Μεταίχμιο). Εικόνα: Από την ταινία «Μήλα» (2020) του Χρήστου Νίκου.
Γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς
Ο γνωστός μεταφραστής Βασίλης Τσαλής, στη συλλογή διηγημάτων Αθλητικά παπούτσια νο 7, καταπιάνεται με έντεκα χαρακτηριστικές ιστορίες αποτυχίας· αποτυχίας του σύγχρονου ανθρώπου να συγκροτήσει ένα νόημα που να συγκεράζει την ύπαρξή του σε ένα κοινό πεπρωμένο. Αποξενωμένοι και κουρασμένοι, οι ήρωες του Τσαλή νεύουν άλλοτε προς το τραγικό, άλλοτε προς το κωμικό, και άλλοτε σαν Ιανοί και προς τα δύο. Η όποια ιλαρότητα, βέβαια, παραμένει σε ένα γλωσσικό παίγνιο, χωρίς να επιτρέπει στους ήρωές του να διολισθαίνουν σε «τεχνητές παρακρούσεις», μη σύνοδες με τον τρόπο που αναπτύσσονται στις σελίδες του τόμου.
Οι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι και δεν προβαίνουν σε επιλογές οι οποίες θα θεωρούνταν παράλογες, μόνο και μόνο για να ενταθεί το δραματικό στοιχείο, αντιθέτως η ένταση στην αφήγηση προκύπτει από το χάσμα ανάμεσα στα όσα διαλαμβάνονται και στον τρόπο που ο συγγραφέας περιγράφει τα δρώντα, μέσω μιας συχνά σκωπτικής ενατένισης της πραγματικότητας: «Μια άλλη φορά είχα ακούσει άθελά μου από το διπλανό τραπέζι δύο ηλικιωμένους θαμώνες του καφέ να λένε πως η σερβιτόρα είναι κουφή αλλά δεν τους πίστεψα. Πώς μπορεί να είναι κουφή μια σερβιτόρα, αναρωτήθηκα! Το σερβίρισμα δεν είναι δουλειά για κουφούς, αλλά για ανθρώπους με οξυμένη ακοή και αντίληψη του χώρου, τακτικούς και σβέλτους. Εμένα πάντως με άκουγε μια χαρά».
Υπνοβάτες
Ο τρόπος με τον οποίο οι αφηγητές εντάσσονται στις ιστορίες μοιάζει συχνά να είναι υπνοβατικός. Λίγες ευκαιρίες έχουν ώστε να αλλάξουν τη ροή της ιστορίας. Τις περισσότερες φορές παρατηρούν, παρά ενεργούν. Διατηρούν υποστηρικτικό ρόλο, διαμορφώνοντας δύο παράλληλα επίπεδα αφήγησης: ένα που συμβαίνει εξωτερικά και ένα που διαδραματίζεται εσωτερικά. Ο ανθρώπινος λόγος δεν μπλέκει με τον κόσμο, δεν τον αρθρώνει. Οι χαρακτήρες του Τσαλή βιώνουν και δεν ερμηνεύουν. Για παράδειγμα, στο πρώτο διήγημα της συλλογής, «Ο άνθρωπος που δεν είχε γνώση», ο πρωταγωνιστής σπαταλά μια ολόκληρη ζωή χωρίς να έχει γνώμη για τίποτα. Αυτή η απόσταση, αλλιώς η αλλοτρίωση, από τον κόσμο, δημιουργεί το αίσθημα αποξένωσης και μοναξιάς που διακατέχει τους χαρακτήρες της συλλογής.
Το έλλειμμα ερμηνείας λαμβάνει τη μορφή της τύχης στο διήγημα «Μια απλή συνωνυμία», όπου η επικαλούμενη συνωνυμία του τίτλου δημιουργεί μια ανησυχητική κατάσταση. Απέναντι σε αυτή την καταστατική έλλειψη νοήματος, οι ήρωες του Τσαλή μοιάζουν μουδιασμένοι: αναπαράγουν τελετουργικές συνήθειες, καπνίζουν το πούρο τους, ρεμβάζουν αμίλητοι στα καφενεία, ξεκουράζονται σε πλατείες αφού πρώτα καθίσουν μπροστά σε έναν υπολογιστή «πλήττοντας εποικοδομητικά», προσπαθώντας ίσως μέσω της επανάληψης να βάλουν τάξη στην ακαταστασία μιας χαώδους καθημερινότητας. «Αχ, Λουκά μου, Λουκά μου, γιατί μου το έκανες αυτό;», θρηνεί η μεσήλικας στην «Απλή συνωνυμία», όταν το αναπόφευκτο, το μοιραία ακατανόητο συμβαίνει, σιγοντάροντας τρόπον τινά τη σκέψη που δεν τολμούν να εκφράσουν οι αφηγητές των διηγημάτων.
Μνήμη και αλήθεια
Το ζήτημα της μνήμης, ακρογωνιαίο στέρεο υλικό της πραγματικότητας, τίθεται συχνά εν αμφιβόλω. «Ποιος είσαι εσύ που θα αμφισβητήσεις εμένα και τη μνήμη μου!», αναρωτιέται ο αφηγητής στο «Ένα Σαββατοκύριακο στην εξοχή», όταν μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όσα θυμάται αναιρούνται από τον γιατρό που τον θεραπεύει. Ακόμα και στο τελευταίο διήγημα με τον τίτλο «Διατηρητέο», μια περιπλάνηση στο σπίτι των νιάτων του αφηγητή, ένα οικοδόμημα μνήμης, καταλήγει σε μια φυγή. Αν η μνήμη αποτελεί το θεμέλιο της πραγματικότητας, ο «σφαγμένος κόκορας» είναι η αλήθεια. Στα δύο μάλλον δυνατότερα διηγήματα της συλλογής, στην «Τέχνη της ψευδολογίας» και στο ομώνυμο που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, το ζήτημα της αλήθειας τίθεται επί τάπητος, με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο. Στο πρώτο, έπειτα από μια σύντομη περιπέτεια, ο πολύ νεαρός αφηγητής καταλήγει στο συμπέρασμα πως προτιμά το ψέμα, και μάλιστα από τότε άρχισε να «επινοεί τερατώδεις ιστορίες». Υποστηρίζει μάλιστα κάποια στιγμή: «Λέγοντας την αλήθεια, αισθάνομαι ηλίθιος. Ουσιαστικά, η αλήθεια δεν με ενδιαφέρει καθόλου και δεν τρέφω καμιά εκτίμηση σε αυτό που κοινώς ονομάζεται αλήθεια, αφού η πεποίθησή μου είναι ότι ο νους μάς δόθηκε για να εξαπατούμε, για να επινοούμε δηλαδή μια αληθοφανή εκδοχή της αλήθειας, που οι αδαείς δίχως να το καλοσκεφτούν θα το ονόμαζαν ψέμα»
Μια από τις πιο πειστικές τεχνικές του Τσαλή συνιστά η ικανότητα να καταγράφει τα δρώμενα ως μαρτυρίες, ως να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας ο αφηγητής. Όμως μετά από αυτή την auto da fe υπέρ του ψεύδους, η θέση του αφηγητή κλονίζεται
Ύστερα από αυτό το διήγημα, υπεισέρχεται μια και καλή στον αναγνώστη η υποψία του ψεύδους για τις μαρτυρίες των πρωτοπρόσωπων -ως επί το πλείστον- αφηγητών. Μια από τις πιο πειστικές τεχνικές του Τσαλή συνιστά η ικανότητα να καταγράφει τα δρώμενα ως μαρτυρίες, ως να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας ο αφηγητής. Όμως μετά από αυτή την auto da fe υπέρ του ψεύδους, η θέση του αφηγητή κλονίζεται, ταλαντώνοντας ακόμα περισσότερο τη σχέση αλήθειας/(συγγραφικού) ψεύδους. Και αν στην «Τέχνη της ψευδολογίας» ο Τσαλής μοιάζει να καταθέτει μια μέθοδο, στο αφηγηματικά άψογο «Αθλητικά παπούτσια νο 7», ο κεντρικός χαρακτήρας αναζητά μάταια το μυστικό της σχέσης του με την αγαπημένη του ξαδέλφη, ένα μυστικό που του διαφεύγει και δεν του αποκαλύπτεται στα γράμματα που περιήλθαν στην κατοχή του. «Δεν θα του πεις ποτέ τι συνέβη μετά από εκείνη τη μέρα, ποτέ και για κανέναν λόγο!», γράφει η ξαδελφή του στην αδελφή της, αφήνοντας για πάντα τον πρωταγωνιστή με το αίνιγμα μιας εμπειρίας την οποία δεν αδυνατεί να ταξινομήσει τελικά ως θετική ή αρνητική στη μνήμη του. Το συγκεκριμένο διήγημα διαπρέπει τόσο νοηματικά όσο και τεχνικά, με τη μερική αποκάλυψη των γραμμάτων της ξαδέλφης, χωρίς ποτέ να χάνει σε οικονομία και συμπύκνωση.
Επίλογος
Ο Τσαλής, σε αυτή τη συγγραφική προσπάθεια, και με τη σκευή του δυνατού μεταφραστή, καταθέτει μια συλλογή διηγημάτων ώριμη και πειστική. Χωρίς να δοκιμάζει τις συμβάσεις της μικρής φόρμας, και ενώ αξιοποιεί τις αναγνωστικές προσδοκίες περί υπαινικτικότητας, λιτότητας και του ανείπωτου που είναι ευρύτερο από το ειπωμένο, χρησιμοποιεί τεχνάσματα που εμπλουτίζουν τη μορφή του αφηγήματος.
Επιπλέον, η εξαιρετικά δουλεμένη γλώσσα, ύπουλα απλή, κορυφώνει ακόμα και τις πιο απλές στιγμές. Ακολουθεί ένα παράδειγμα: «Η Δευτέρα είναι μια πραγματική μέρα, μια στιβαρή οντότητα, το κεφάλι μου παύει επιτέλους να τριγυρίζει εδώ κι εκεί σαν θλιβερό αδέσποτο σκυλί, να συστρέφεται, να πηγαίνει άσκοπο πίσω μπρος, καθώς τη Δευτέρα η σκέψη μου είναι αγκυροβολημένη στο παρόν». Χωρίς εξάρσεις, αλλά με καλλιέπεια, η γλώσσα του Τσαλή αποκαλύπτει με τον φροντισμένο τρόπο των βικτωριανών κηπουρών.
*Ο ΗΛΙΑΣ ΜΠΙΣΤΟΛΑΣ είναι συγγραφέας. Από τις εκδόσεις Τόπος κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του «Η κορυφή του κόσμου».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βασίλης Τσαλής γεννήθηκε στον Βόλο (1960). Aπό το 1979 έως το 1986 έζησε στη Γερμανία, πρώτα στο Μόναχο και στη συνέχεια στο Δυτικό Βερολίνο. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στη Συγκριτική Λογοτεχνία από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Από το 2010 εργάζεται ως μεταφραστής. Έχει μεταφέρει στα ελληνικά, μεταξύ άλλων, έργα των Franz Kafka, Thomas Mann, Thomas Bernhard, Ingeborg Bachmann, Christa Wolf, Marianne Fritz, Wolfgang Koppen, Bertolt Brecht, Hermann Hesse.
Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Ποιητική, The Books’ Journal, καθώς και στο ηλεκτρονικό Bookpress. Από το 1990 μέχρι σήμερα ζει στην Αθήνα.
























