
Για τη συλλογή ιστοριών του Άκη Παπαντώνη «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» (εκδ. Κίχλη). Εικόνα: Από την ταινία «Πρόσωπα» (1968) του Τζον Κασσαβέτη.
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Οι «ιστορίες», όπως ο συγγραφέας τις ονομάζει, της συλλογής Στα θερμοκήπια του Αυγούστου δείχνουν πόσο διαφορετικά χρησιμοποιεί τη γραφή ο Άκης Παπαντώνης από βιβλίο σε βιβλίο. Κοινός παρονομαστής βέβαια είναι μια νεορεαλιστική γραφή, που υπονοεί πολύ περισσότερα από όσα λέει και στηρίζεται στα πολυάριθμα κενά που διαρρηγνύονται ανάμεσα στα αφηγηματικά μέρη κάθε βιβλίου. Στα μεγαλύτερα κείμενά του, στις νουβέλες του δηλαδή, αυτά τα κενά δεν πείθουν πάντα για το συνολικό αποτέλεσμα. Κρατώ απόλυτα τον Καρυότυπο (2014) ως το καλύτερο δείγμα της παπαντωνικής υπαινικτικότητας που παράγει αποτελέσματα.
Στην παρούσα συλλογή ιστοριών (και όχι διηγημάτων) συναντάμε πραγματωμένη μια τάση ακρορεαλισμού που έρχεται και επανέρχεται σε πολλά άλλα έργα των τελευταίων χρόνων. Μικρές ιστορίες, που φαίνεται σαν να μην έχουν αρχή και τέλος, αλλά να αποτελούν ένα σπάραγμα της πραγματικότητας, δοσμένο σαν θραύσμα μιας ευρύτερης εικόνας, η οποία είτε δεν ενδιαφέρει είτε υπονοείται ως ένα εικαζόμενο πεδίο ερμηνειών. Ωστόσο, πριν περάσουμε στο απόν, ας μείνουμε στο παρόν μέρος της εκάστοτε ιστορίας. Ένας πρωταγωνιστής / μία πρωταγωνίστρια, στον οποίο / στην οποία ο αφηγητής απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο, παρουσιάζεται σε μια μικρή φέτα ζωής ή σε ένα πιο μακροχρόνιο άνυσμα. Ο αναγνώστης προσκρούσει σε πολλές λεπτομέρειες που σκιαγραφούν το σκηνικό, που φιλοτεχνούν σκηνογραφικά στοιχεία βγαλμένα από μια μη λογοτεχνική σφαίρα, props, όπως μια μύγα, μια φερφορζέ καρέκλα ή ένα σεμέν, τα οποία στοχεύουν στην αληθοφάνεια, κοντολογίς πινελιές που υλοποιούν το, κατά τον Ρολάν Μπαρτ, «εφέ του πραγματικού» (effet de réel).
Φαινομενικά όλα αυτά δεν παράγουν λογοτεχνία. Μοιάζουν με φωτογραφίες της στιγμής -όχι φευγαλέες πάντα-, οι οποίες αντιγράφουν πιστά την εξωλογοτεχνική πραγματικότητα και δεν συνεισφέρουν σε κάτι περισσότερο. Είναι όμως, όπως αναλύει ο Γάλλος σημειολόγος στο άρθρο του «L'effet de réel» (περ. Communications, 1968, τεύχ. 11, σελ. 84 - 89), μηχανισμοί που υποβάλλουν στον αναγνώστη την πραγματικότητα, παρά τη φωτογραφίζουν. Ο ρεαλισμός δεν είναι εντέλει μια τυφλή αναπαράσταση της ζωής, αλλά ένα σύνολο τεχνικών που την παρουσιάζουν και εν τέλει την κατασκευάζουν με αληθοφάνεια. Πρόκειται δηλαδή για την ψευδαίσθηση της αναφοράς, καθώς η γλώσσα δεν αναφέρεται απευθείας στον κόσμο, όπως οι ρεαλιστές του 19ου αιώνα ήθελαν να προβάλλουν, αλλά η γλώσσα αναφέρεται σε άλλα σημεία και κατασκευάζει την εντύπωση ότι δείχνει τον κόσμο, ενώ εντέλει το «πραγματικό» είναι και αυτό αποτέλεσμα λόγου.
Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει ως προς τη συλλογή του Άκη Παπαντώνη είναι τι έχουν να προσφέρουν αυτές οι φέτες πραγματικότητας ή έστω αυτές οι ψευδαισθήσεις της αναπαράστασής της. Ο αναγνώστης διαβάζει «ανούσιες» ιστορίες, συνήθως χωρίς λύση, χωρίς να οδηγείται κάπου το νήμα ή τα νήματα της αφήγησης, χωρίς να ολοκληρώνεται μια ιστορία. Παντού υπάρχουν μικρολεπτομέρειες, ενίοτε χωρίς εντελεχή δράση, κενά χωρίς νοηματική πληρότητα, φωτογραφίες χωρίς στόχο.
Μικρά βλέμματα, υπαινιγμοί
Ωστόσο, αν βάλει κανείς τις ιστορίες στη σειρά και αναζητήσει κοινά μοτίβα, θα μπορέσει να καταλάβει -και να καταξιώσει- αυτό το παπαντωνικό εγχείρημα. Καταρχάς, η ερωτική αφύπνιση κι η σεξουαλική ενηλικίωση, που φαίνονται σε διάφορα στάδια της ζωής, υπολανθάνουν, όπου δεν δηλώνουν εμφανώς την παρουσία τους. Μικρά βλέμματα, φευγαλέες κινήσεις, υπαινικτικά επεισόδια που περνάνε απαρατήρητα, άδηλα στη σημασία τους βιώματα, τα οποία κοιταγμένα λοξά παράγουν μεγαλύτερα του αναμενόμενου αποτελέσματα. Γενικότερα, οι ανθρώπινες σχέσεις διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην αλυσίδα των ιστοριών, αφού αυτές, ενώ παρελαύνουν στη ζωή όλων και καταλαμβάνουν θέση στην καθημερινότητα, αδιόρατα και συχνά αδιάφορα, στην τελική ανάλυση και στη βαθιά τους προοπτική καθορίζουν το παρόν και το μέλλον, το έξω και το μέσα, το επιφανειακό και το μύχιο.
• Διαβάστε επίσης: «Στα θερμοκήπια του Αυγούστου» του Άκη Παπαντώνη (κριτική) – Καρβερικές αντηχήσεις, ποιητική πυκνότητα
Όλα αυτά οδηγούν σε ένα μάγμα συγκίνησης, το οποίο κινείται κάτω από την αμμώδη επιφάνεια των κειμένων. Φαινομενικά, δηλαδή, διαβάζουμε απλές ιστορίες, μισές ενίοτε, επίπεδες, καθημερινές και απλοϊκές, αλλά υποδόρια αυτές εκλύουν γκέιζερ συναισθημάτων, αφήνουν χαραμάδες ατμών και καίνε ξαφνικά το αναγνωστικό δέρμα. Αυτή η αντίφαση με έκανε να ξαναδώ το πώς λειτουργεί η παπαντώνεια πεζογραφία, αλλά και γενικά η τέχνη: συχνά δεν κραδαίνει ένα σοκαριστικό τσεκούρι, αλλά στήνει σκηνικά που, μολονότι δεν γεμίζουν το μάτι, υποκρύπτουν και ανεπαίσθητα αποκαλύπτουν καυδιανά καύματα και ψυχικά ρίγη.
Τέλος, το πιο πετυχημένο μορφικό εύρημα είναι η δευτεροπρόσωπη αφήγηση, σαν να μιλάει ο ενήλικος στον παιδικό/εφηβικό εαυτό του, προσπαθώντας να ιχνηλατήσει την τοτινή οπτική γωνία
Οι μορφικές επιλογές του Άκη Παπαντώνη έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά όχι πάντα πλήρη αποτελεσματικότητα. Οι συσσωρευμένες λεπτομέρειες λ.χ. σε πολλά σημεία των ιστοριών, που σκόπιμα στοιχίζονται τυπογραφικά πιο δεξιά από την υπόλοιπη παραγραφοποίηση υποβάλλουν την αίσθηση ότι μπορούν να παραλειφθούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τις υποσημειώσεις – υποσημειώσεις σε ένα λογοτεχνικό έργο; Φαντάζουν συμπληρωματικές λεπτομέρειες που παρεκκλίνουν από την κύρια αφήγηση, προσθετικές, άσκοπες, παρενθετικές, κι επομένως ο αναγνώστης μπορεί να τις προσπεράσει χωρίς τύψεις. Εκεί όμως συχνά τίθενται -σκόπιμα- βασικά σημεία της ατμόσφαιρας, ακόμα και της αφήγησης, που ολοκληρώνουν την αίσθηση ή την ιστορία και υποδεικνύουν ότι μερικές φορές το ζουμί δεν είναι στο κύριο πιάτο, αλλά σε ένα παραγνωρισμένο συνοδευτικό. Τέλος, το πιο πετυχημένο μορφικό εύρημα είναι η δευτεροπρόσωπη αφήγηση, σαν να μιλάει ο ενήλικος στον παιδικό/εφηβικό εαυτό του, προσπαθώντας να ιχνηλατήσει την τοτινή οπτική γωνία, που ζούσε τα πράγματα αδιάφορα, ώσπου μια κοριτσίστικη ή γυναικεία παρουσία να αλατοπιπερώσει την άνοστη καλοκαιρινή ραστώνη.
• Διαβάστε επίσης: Άκης Παπαντώνης: «Η επιστημονική μου σκευή συνομιλεί με την ανάγκη μου να γράψω λογοτεχνία»
Ο Άκης Παπαντώνης εντάσσεται σε μια μόδα της ελληνικής πεζογραφίας, μόδα με την έννοια της τάσης, της τεχνικής, της εν εξελίξει τεχνοτροπίας, να επιδεικνύει την ωμή πραγματικότητα ως βίωμα, έστω κι αν είναι ψευτοβίωμα, ως ανάμνηση, ως αυτοβιογραφικό ενσταντανέ, κάνοντας τον αναγνώστη να ξενίζεται καταρχάς από την τόσο ατόφια δόση καθημερινότητας. Και σ’ αυτήν την περίπτωση το ζητούμενο είναι ποιο συναισθηματικό σκίρτημα κινείται σαν ανοιγοκλείσιμο ματιών, κάτω ή δίπλα ή ανάμεσα σε αυτά τα υπνηλιακά επεισόδια μέσα στο καλοκαιρινό μεσημέρι. Συνοψίζοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι ο συγγραφέας στο εν λόγω βιβλίο, με τις αυτόνομες ιστορίες ή τη σπονδυλωτή νουβέλα, ομνύει στην υπαινικτικότητα, που δεν είναι βαθιά θαμμένη, αλλά σ’ αυτήν που ξύνει τον σοβά για να δείξει σχέδια και τοιχογραφίες.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
Το βράδυ που πέθανε ο παππούς σου ήσουν πάλι με την Τάνια στο κέντρο. Περασμένες έντεκα και το όνομα της μητέρας σου εμφανίστηκε στην οθόνη του κινητού σου. Η Τάνια είχε αποκοιμηθεί.
«Ο παππούς… Αυτό ήταν» κι εσύ έβαλες τα κλάματα.
Έκλαψες, μάλλον από ανακούφιση· πλέον δεν θα χρειαζόταν να τον επισκεφτείς ξανά σ’ εκείνο το κτίριο που μύριζε χλωρίνη, ούρα και οινόπνευμα. Ούτε θα χρειαζόταν να του θυμίσεις ξανά ποιος είσαι. Από την μπαλκονόπορτα φαινόταν η Σταδίου, γίνονταν ακόμα φασαρίες, στο βάθος έβλεπες φωτιές: Ο κόσμος δεν είχε σταματήσει.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Άκης Παπαντώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1978. Είναι καθηγητής Επιγενετικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν· γράφει και μεταφράζει λογοτεχνία.

Τα βιβλία του, η νουβέλα Καρυότυπος (2014, Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού «Ο Αναγνώστης»), το μυθιστόρημα Ρηχό νερό, σκιές (2019), η ποιητική συλλογή bildungsroman (2021) και η νουβέλα Η τελευταία αρκούδα του δάσους (2023, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας, Βραβείο Νουβέλας του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» και Le Prix Littéraire du Salon du Livre Métropolitain για τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου), κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κίχλη.























