
Για τη συλλογή διηγημάτων του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «Αρματωμένα χρόνια» (εκδ. Τόπος). © Wikipedia
Γράφει η Μαρία Μοίρα
Η συλλογή διηγημάτων Αρματωμένα χρόνια περιλαμβάνεται στην εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σειρά «Τα Αειθαλή» των εκδόσεων Τόπος, η οποία αποπειράται να ανασύρει στην επιφάνεια και να κάνει γνωστά στο αναγνωστικό κοινό μικρά σε έκταση, λησμονημένα ή παραγνωρισμένα στην εποχή τους κείμενα Ελλήνων δημιουργών μεγάλης λογοτεχνικής αξίας. Το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, που έζησε από κοντά τις μάχες του Δημοκρατικού Στρατού στα βουνά της Ηπείρου, πρώτα σαν μαχητής και μετά από τον σοβαρό τραυματισμό του σαν πολεμικός ανταποκριτής, έχει ακριβώς τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας λογοτεχνίας που συνδιαλέγεται με τη δημόσια ιστορία, προσφέροντας νέες αναγνώσεις και ερμηνείες των γεγονότων του παρελθόντος. Υπερβαίνοντας το αφηγηματικό περιεχόμενο και την περιγραφικότητα, λειτουργεί σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα, αποκαλύπτοντας τα ηθικά ερείσματα του συγγραφέα και τα ιδεολογικά προτάγματα μιας εποχής οραμάτων και προσδοκιών.
Γιατί πέρα από τη γλώσσα, την πλοκή και τη μορφή, υπάρχει κάτι δυσδιάκριτο, άφατο και αδιόρατο που συνεγείρει τον αναγνώστη και αυτό είναι η ποιητικότητα του λόγου και η δύναμη της γραφής. Η πίστη στα υπέρτατα ιδανικά της αδελφοσύνης και της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας, που διαπερνά σαν κόκκινη αιμάτινη κλωστή κάθε ιστορία, αποκαλύπτοντας το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής. Η ελπίδα και η αγωνία για ένα καλύτερο μέλλον, δίκαιο και ειρηνικό, που κάνει όχι μόνο τους μαχητές αλλά και τον λαό της υπαίθρου και των χωριών της Ηπείρου, που δοκιμάζεται σκληρά από τους συνεχείς εκτοπισμούς, τις εμφύλιες συρράξεις και τα αντίποινα των αντιμαχόμενων, να ορθώνει το ανάστημά του και να αντέχει τα δεινά του πολέμου. Πρόσωπα εμβληματικά με το πανανθρώπινο μεγαλείο ηρώων αρχαίας τραγωδίας, που ακολουθώντας έναν αξιακό κώδικα τιμής, υψώνονται πάνω από το ατομικό συμφέρον και θυσιάζονται για έναν ανώτερο σκοπό.
Όπως η μάνα από την Καστανιανή, το μαρτυρικό κεφαλοχώρι που έζησε την ερήμωση, τη φωτιά και τις διαδοχικές ανακαταλήψεις, η οποία, αφού πληροφορήθηκε το χαμό της μονάκριβης θυγατέρας της που έφυγε από κοντά της για να ακολουθήσει τους αντάρτες και τραυματίστηκε θανάσιμα στη μάχη, κλείστηκε στο σπίτι θρηνώντας βουβά το παιδί της, απομονωμένη από όλους και αποφασισμένη να πεθάνει. Όταν όμως οι μαχητές που είχαν καταλάβει το χωριό βρέθηκαν κυκλωμένοι από τον εχθρό, βρήκε τη δύναμη και το σθένος να συντρέξει αυτούς που της στέρησαν την κόρη και κουβαλώντας στην πλάτη την αξίνα της να τους βοηθήσει στην οχύρωση του χωριού.
Οι ιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου είναι εμποτισμένες από τα τραύματα του Εμφυλίου. Τα προσωπικά του βιώματα και οι δικές του πολεμικές περιπέτειες μετουσιώνονται σε μυθοπλασία, φέροντας το ειδικό βάρος της εμπειρικής γνώσης και της προσωπικής μαρτυρίας.
Όπως ο πατέρας που ακολούθησε τον γιο του στον Δημοκρατικό Στρατό αφήνοντας πίσω το καμένο σπίτι και την παραλογισμένη από τη συμφορά γυναίκα του. Όπως η Σίρμω, που βοηθούσε τους αντάρτες με το υστέρημά της, ζώντας μόνη στο βουνό με το μικρό της παιδί, περιμένοντας τον άντρα της που ήταν φαντάρος στον Εθνικό στρατό να λιποτακτήσει, για να ενωθούν ξανά και να ακολουθήσουν μαζί τον Δημοκρατικό Στρατό. Όπως ο φοβισμένος προοδευτικός συμμαθητής του αφηγητή αντάρτη, που επιστρατεύτηκε και αυτός όταν ήταν φοιτητές, αλλά δεν τόλμησε να ενταχθεί στον Δημοκρατικό Στρατό και πέθανε στη μάχη με το γράμμα της χήρας μάνας του να τον παρακαλεί να φροντίζει τον εαυτό του, για να μην ιδρώσει και κρυολογήσει. Όπως τότε που τον συμβούλευε μικρό παιδί στο σχολείο, σκιαγραφώντας τον παραλογισμό, τις αντιφάσεις και τις εσωτερικές εντάσεις μιας δραματικής εποχής.
Πάθη και πόθοι
Οι ιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου είναι εμποτισμένες από τα τραύματα του Εμφυλίου. Τα προσωπικά του βιώματα και οι δικές του πολεμικές περιπέτειες μετουσιώνονται σε μυθοπλασία, φέροντας το ειδικό βάρος της εμπειρικής γνώσης και της προσωπικής μαρτυρίας. Είναι ο χρονικογράφος, που ζωντανεύει τα έργα και τις ημέρες μιας γενιάς που δεν έζησε την ασφάλεια της πατρίδας και τη θαλπωρή της οικογένειας, αλλά προσέφερε τα νιάτα και τη ζωή της για ηθικές αξίες και ανθρώπινα δικαιώματα. Ο συγγραφέας, που στις ποιητικές του εξιστορήσεις θεωρεί χρέος να αποτυπώσει, την άσβεστη φλόγα και το αγωνιστικό φρόνημα, τη λεβεντιά και την ανδρεία των παλληκαριών, που μάχονταν για τη λευτεριά και την ειρήνη, την ισότητα και την ανθρωπιά, συνδυάζοντας στην σκηνογραφία των κειμένων του τη βιωματική μνήμη, τα ιστορικά τεκμήρια και τις χωροχρονικές συνιστώσες.
Σ’ αυτές τις αφηγήσεις ο τόπος αναδεικνύεται σε όλο του το άγριο, ανυπόταχτο μεγαλείο ως το υπέρτατο αγαθό, που καλούνται να υπερασπιστούν από κοινού λαός και αντάρτες, μαχόμενοι μέχρι εσχάτων στα πατρογονικά τους χώματα σε αντίξοες, άνισες συνθήκες.
Ο αφηγητής, που με ιδιαίτερη ευαισθησία και ψυχογραφική δεινότητα προσεγγίζει την ψυχολογία του πολέμου και τα δύσκολα χρόνια του ένοπλου αγώνα. Διασώζει και ιστορεί την περιπέτεια της Αντίστασης και του Εμφυλίου «με κείνη την ιδιαίτερη φωνή που, προτού νάρθει στο νου αγγίζει την καρδιά… με μια ζεστή λαλιά από την αρχή, κουκκίδα την κουκκίδα, βήμα το βήμα» όπως εξομολογείται ο ίδιος, επιθυμώντας στα γραπτά του να επικοινωνήσει, με σεβασμό και ακρίβεια, τα πάθη και τους πόθους εκείνων των ανθρώπων, στρατιωτικών και λαϊκών, που συνάντησε στα μέρη τους και αγωνίστηκε στο πλευρό τους.
Ο τόπος του δράματος
Σ’ αυτές τις αφηγήσεις ο τόπος αναδεικνύεται σε όλο του το άγριο, ανυπόταχτο μεγαλείο ως το υπέρτατο αγαθό, που καλούνται να υπερασπιστούν από κοινού λαός και αντάρτες, μαχόμενοι μέχρι εσχάτων στα πατρογονικά τους χώματα σε αντίξοες, άνισες συνθήκες. Νυχτοπερπατώντας με βροχή και αγρυπνώντας μέσα στο χιόνι, σε απόλυτη ένδεια, πεινασμένοι, γυμνοί και ανυπόδητοι, χωρίς επαρκή εφοδιασμό σε οπλισμό και πυρομαχικά, μπροστά στην υπεροπλία του εχθρού, αλλά με υψηλό αίσθημα καθήκοντος και συντροφικότητας. «Εδώ απάνου, στο βουνό, δεν πισωπατάει έτσι εύκολα ο χειμώνας. Παλεύει να κρατηθεί, πιάνει τις κορφές, ανοίγει πόλεμο με τις βροχές, στέλνει μπροστά τους μανιασμένους ανέμους του και τις βουνίσιες αντάρες, χτυπιέται με τ΄ αστροπελέκια».
Και είναι σχεδόν μυστηριακός ο τρόπος που οι διηγήσεις του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, που δεν εξωραΐζουν και δεν εξιδανικεύουν τα αρματωμένα εκείνα δίσεκτα αιματοβαμμένα χρόνια, συγκινούν τον ορθολογιστή, ρεαλιστή και σκεπτικιστή αναγνώστη, που γνωρίζει τις περιπέτειες του σοβιετικού μοντέλου
Τα βουνά της Ηπείρου και τα χωριά της, η Ρούμελη, η Πελοπόννησος και η Αμαλιάδα, η ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, είναι τα μέρη όπου έζησε το δράμα του Εμφυλίου από το 1947 έως το 1949, όπως μας πληροφορεί το ιδιαίτερα κατατοπιστικό, κριτικό και αναστοχαστικό επίμετρο της Μαρίας Ν. Ψάχου. Γι’ αυτό και οι περιγραφές του, με λόγο εμπνευσμένο, ζωντανό και ρυθμικό, ανασύρουν από το καταφύγιο της μνήμης με δύναμη και διαύγεια δύσκολες καθημερινές δοκιμασίες, άγριες τραγικές μάχες, σκηνές συντροφικότητας και αλληλεγγύης και ανυπέρβλητες ποιητικές εικόνες της φύσης.
«Τήνε κοιτάς από τούτη τη μεριά τη Μουργκάνα, και δε λες πως είναι σαν τ΄ άλλα τα βουνά – ένας άψυχος όγκος εκεί από χώματα και πέτρα. Σα να ‘χει ψυχή το βουνό. Κανένα θεριό λες, κανένας γέρο-δράκοντας που ξάπλωσε να ξανασάνει, καμμιά λύκαινα γεννημένη που ζεσταίνει τα κουτάβια της κάτω από τα μαλλιαρά ζεστά της σκέλια. Θεόγυμνη η ραχοκοκαλιά της, ξυρισμένη σύριζα. Άνοιξη πια μα ακόμα στις κορφές κρατάει χιόνια, που φαίνονται σαν μπαλώματα από μακριά και της κάνουνε παρδαλό το κορμί της. Παρακάτω από τις γυμνές χιονισμένες κορφές, ένα στεφάνι ζώνει γύρω γύρω το βουνό, μια λουρίδα βαθυπράσινη δασωμένη, με μικρά ελάτια και κέδρα. Κι ύστερα ξεχύνονται κοφτά κι απότομα τα πλευρά της ίσαμε κάτου στα ριζά, στο ποτάμι».
Και είναι σχεδόν μυστηριακός ο τρόπος που οι διηγήσεις του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, που δεν εξωραΐζουν και δεν εξιδανικεύουν τα αρματωμένα εκείνα δίσεκτα αιματοβαμμένα χρόνια, συγκινούν τον ορθολογιστή, ρεαλιστή και σκεπτικιστή αναγνώστη, που γνωρίζει τις περιπέτειες του σοβιετικού μοντέλου και της σοσιαλιστικής ιδεολογίας που ακολούθησαν. Είναι η δύναμη του βιωματικού λόγου και η διαύγεια της πολιτικής και ιδεολογικής ταυτότητας του συγγραφέα που τον παρασύρουν αδιόρατα και ανεπαίσθητα στο όραμα ενός καλύτερου κόσμου, στην ελπίδα πραγμάτωσης ενός ανώτερου σκοπού για το κοινό καλό, τη δικαιοσύνη, τη συντροφικότητα και την αλληλεγγύη. Κάνοντάς τον ανεπίγνωστα να συγκρίνει τη σημερινή αδυναμία αντίστασης και ανυπακοής στον παραλογισμό και την ιδιοτέλεια της εξουσίας και του καπιταλισμού. Να ζηλεύει σιωπηλά και ενδόμυχα το πάθος, το σθένος και τον ιδεαλισμό των αγώνων τους και να υποκλίνεται μυστικά στην περηφάνεια και το ηθικό μεγαλείο μιας γενιάς ατίθασης και ανυποχώρητης, που πίστεψε στο θαύμα και διεκδίκησε το ανέφικτο.
*Η ΜΑΡΙΑ ΜΟΙΡΑ είναι αρχιτέκτονας και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008) γεννήθηκε στην Αμαλιάδα. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά οι σπουδές του διακόπηκαν το 1947, λίγο πριν το πτυχίο, λόγω της αναγκαστικής επιστράτευσης. Λιποτάκτησε, εντάχθηκε στον ΔΣΕ, όπου πολέμησε γράφοντας παράλληλα με ψευδώνυμο χρονογραφήματα για τις μάχες. Μετά τον σοβαρό τραυματισμό του συνέχισε ως πολεμικός ανταποκριτής, δημοσιεύοντας και κάποια πεζογραφικά κείμενα.
Εμφανίστηκε επίσημα στον χώρο της λογοτεχνίας από τη Ρουμανία, όπου είχε καταφύγει ως πολιτικός πρόσφυγας μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Μεταξύ 1956-1961 σπούδασε Ρωσική Λογοτεχνία στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Μόσχας. Εκεί γνώρισε και στη συνέχεια παντρεύτηκε την ελληνίστρια Σόνια Ιλίνσκαγια και το 1975 εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα
.
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος δεν έπαψε ποτέ να γράφει για την αντίσταση στην καταπίεση, τα ηθικά και πολιτικά διλήμματα, τις συλλογικές και ατομικές ευθύνες χωρίς υπεκφυγές, συγχωνεύοντας παράλληλα δύο κόσμους και τις πολιτισμικές παραδόσεις τους, τον ελληνικό και τον ρωσικό. Το έργο του είναι ανεξάντλητο και πολυσχιδές. Έγραψε μυθιστορήματα, όπως τα: Νύχτες και αυγές (1961), Σκηνές από τον βίο του Μάξιμου του Γραικού (1976), Τα θαύματα έρχονται στην ώρα τους (1976), Αυτά που μένουν (1994), Στο όριο (2003) κ.ά. Εξέδωσε επίσης συλλογές διηγημάτων, βιογραφικές μυθιστορίες, μελέτες για Ρώσους κυρίως συγγραφείς, μεταφράσεις, ταξιδιωτικές αφηγήσεις και μια ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας από τον 11ο αιώνα μέχρι την επανάσταση του 1917. Το 2001 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.
Τον Μάιο του 2026, οι εκδόσεις Τόπος επανακυκλοφόρησαν το βιβλίο Αρματωμένα χρόνια (σειρά κλασικής λογοτεχνίας «Τα αειθαλή»).
























