
Για το μυθιστόρημα «Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες» (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Αίολος) της Ζακλίν Χαρπμάν. Εικόνα: Από την ταινία «Γυναικείες κουβέντες» (2022) της Σάρα Πόλεϊ.
Γράφει η Φανή Χατζή
Η εκδοτική ιστορία του ένατου μυθιστορήματος της ψυχαναλύτριας και συγγραφέα Ζακλίν Χαρπμάν, Εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γράφτηκε στα γαλλικά το 1995 και λίγο αργότερα, το 1997, κυκλοφόρησε στα αγγλικά. Διέγραψε μια σημαντική πορεία, μεταφράστηκε και σε άλλες γλώσσες, μεταξύ άλλων στα ελληνικά, από τη Στύλβα Πράσσου για τις εκδόσεις Κέδρος. Έκτοτε ξεχάστηκε και παρέμεινε αδίκως στην αφάνεια μέχρι την επανέκδοσή του στα αγγλικά το 2019. Η χρονική συγκυρία της πανδημίας και του εγκλεισμού το κατέστησε πολύ επίκαιρο και έτσι το μυθιστόρημα της Χαρπμάν αναβίωσε.
Η δεύτερη ζωή της φιλοσοφικής δυστοπίας της Βελγίδας συγγραφέα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στη διάδοσή της στο BookTok, την πλατφόρμα που αποδεδειγμένα «ανασταίνει» βιβλία και συγγραφείς. Στα βιβλιοπωλεία του εξωτερικού φιγουράριζε εδώ και λίγα χρόνια στους δημοφιλέστερους τίτλους και πλέον, χάρη στις εκδόσεις Αίολος, που συστήνουν σταθερά στο ελληνικό κοινό σημαντικούς τίτλους της λογοτεχνίας του φανταστικού, κυκλοφορεί ξανά στα ελληνικά σε νέα μετάφραση της Μυρσίνης Γκανά και πρόλογο της Σόφι Μάκιντος.
Αν και φέρει το περίβλημα μιας μετα-αποκαλυπτικής επιστολής προς την ανθρωπότητα, το μυθιστόρημα της Χαρπμάν στον πυρήνα του είναι βαθιά υπαρξιακό και τα φιλοσοφικά ζητήματα που διερευνά το καθιστούν ανεξίτηλο στον χρόνο.
Μέσα στο «σπήλαιο»
Σαράντα γυναίκες διαφορετικής ηλικίας βρίσκονται φυλακισμένες σε ένα υπόγειο. Ζουν σε μια αίθουσα με καγκελωτή περίφραξη, ένα μεγάλο κλουβί στην ουσία, υπό το μόνιμο βλέμμα τριών φρουρών που τους απαγορεύουν οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους. Οι άνδρες δεσμοφύλακες αλλάζουν βάρδια αμίλητοι, η μοναδική τους απεύθυνση στις γυναίκες είναι το κροτάλισμα του μαστιγίου που τις απειλεί αν παραβιάσουν κάποιον κανόνα. Καμία δεν θυμάται ακριβώς πότε τις μάζεψαν, παρά μόνο ένα απροσδιόριστο χάος, φόβο, αγωνία και μετά αυτό το ιδιότυπο πανοπτικό. Αναγκασμένες να ζουν όλες μαζί, να τρώνε και να κοιμούνται σε συγκεκριμένες ώρες, να αφοδεύουν σε κοινή θέα, να ντύνονται με κομμάτια υφάσματος και να μιλούν μόνο για τα απαραίτητα, έχουν αποδεχτεί αυτή τη ζωή χωρίς αξιοπρέπεια, δεσμούς ή νόημα.
Η αφηγήτρια είναι το μόνο παιδί ανάμεσα τους, η μόνη που δεν θυμάται καθόλου την προηγούμενη ζωή, δεν άφησε πίσω οικογένεια, εραστές, παιδιά, αλλά αντιθέτως έζησε το παράλογο ως φυσιολογικό. Αυτή είναι η τελευταία επιζώσα και «μας μιλά» από το τέλος της ιστορίας. Από την απόσταση ενός απροσδιόριστου μέλλοντος, στο οποίο είναι πλέον μεγάλη και απέχει πολύ λίγο από τον θάνατο, αποφασίζει να γράψει την ιστορία της. Η επιστολή της είναι σαν τον χρυσό δίσκο του Βόγιατζερ, απευθύνεται σε κάποιον άγνωστο παραλήπτη, μια γήινη ή εξωγήινη ύπαρξη εκεί έξω. Ως αναγνώστριες, διαβάζουμε αυτόν τον μονόλογο με μια αίσθηση κατεπείγοντος, με την υπόνοια ότι η ανθρωπότητα πνέει τα λοίσθια.
Cogito ergo sum
Το σημείο από το οποίο πιάνει τον μίτο της ιστορίας η αφηγήτρια είναι η στιγμή της σκέψης μέσα στο κλουβί. Μεγαλωμένη χωρίς φροντίδα σαν ένα ανήμερο αγρίμι ανάμεσα σε γυναίκες που την συμπονούν αλλά δεν μπορούν να την παρηγορήσουν σωματικά, η «μικρή», που δεν αποκτά ποτέ όνομα, αρχίζει κάποια στιγμή να σκέφτεται. Περιγράφει μια ενεργητική διαδικασία, μια μηχανή που παίρνει μπρος και παρακινεί τη φαντασία και τον στοχασμό. Η σκέψη την οδηγεί σε κρίσιμα συμπεράσματα για την υποτέλειά τους, και γεννά απορίες. Κυρίως, την οχυρώνει απέναντι στην εξουσία, καθώς αμφισβητεί τον σεβασμό στις γηραιότερες και άλλους άγραφους νόμους που τηρούν οι άλλες τριάντα εννιά. Η στιγμή της σκέψης αρχίζει να γεννά την ταυτότητά της, δίνοντας μια περίεργη μορφή στη καρτεσιανή φιλοσοφική αρχή «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω».
Σύντομα η μικρή βοηθά και παρακινεί και τις άλλες να αντισταθούν με όσα μηδαμινά μέσα διαθέτουν. Απέναντι στην προκαθορισμένη κατάκλιση, τις προσκαλεί να μετρήσουν την ώρα με τους χτύπους της καρδιάς της για να υπολογίσουν τη λήξη της μέρας. Κόντρα στη ναρκωμένη συνείδηση που τους επιβάλουν, τις ωθεί να παρατηρήσουν, να ακούσουν, να σκεφτούν. Αφού το σώμα τους υπόκειται σε περιορισμούς, το μυαλό τους είναι το μοναδικό τους όπλο. Όταν συμβαίνει το «γεγονός», όταν δηλαδή σημαίνει ο συναγερμός και διαδίδεται ο πανικός, έχει ήδη ανάψει η «σπίθα εξέγερσης στα θολωμένα μυαλά». Η «μικρή» δεν χάνει χρόνο και αρπάζει τα κλειδιά. Πλέον μπορούν να βγουν έξω, να δραπετεύσουν. Στη νέα όμως πραγματικότητα που συναντούν, μπορούν να είναι ελεύθερες;
Σύνδεση με τη δυστοπική λογοτεχνία
Στο μυθιστόρημα της Χαρπμάν επικρατεί μια γνώριμη αίσθηση του ανοίκειου, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό. Ίσως γιατί το καθεστώς υποτέλειας των γυναικών παραπέμπει άμεσα σε προηγούμενες δυστοπίες, όπως το σύμπαν της Γαλαάδ στην «Ιστορία της Θεραπαινίδας» της Μάργκαρετ Άτγουντ. Το στοιχείο της περιπλάνησης σε μια άγονη και αχανή γη και η οπτική ενός έφηβου κοριτσιού θυμίζει επίσης το πρώτο μέρος της ανολοκλήρωτης σειράς «Γαιόσποροι» της Οκτάβια Μπάτλερ με τίτλο «Η παραβολή του Σπορέα» (μτφρ. Βαγγέλης Πούλιος, εκδ. Αίολος), το οποίο διαβάσαμε πέρσι επίσης από τις εκδόσεις Αίολος. Σε αντίθεση όμως με αυτές τις δυστοπίες, η Χαρπμάν δεν εστιάζει στο καθεστώς ανελευθερίας που απειλεί την ανθρωπότητα, αλλά στο ανθρώπινο υλικό που υπομένει και αντιστέκεται.
Καθώς τα μεγάλα ερωτήματα «Ποιος;», «Γιατί;», «Πώς;» δεν απαντώνται ποτέ, το επιτακτικό ζητούμενο είναι αυτό της ανθεκτικότητας. Η Χαρπμάν δεν είχε ως πρωταρχικό σκοπό να προειδοποιήσει ή να προφητέψει κάποια συνθήκη, όσο να υποδείξει τη σημασία του διαρκούς αγώνα επιβίωσης σε έναν κόσμο απάνθρωπο. Αυτό που ξεχωρίζει στη γραφή της είναι ότι δημιουργεί μια ζοφερή ατμόσφαιρα ανώφελου και αδιέξοδου για να εστιάσει στην ενστικτώδη ανάγκη του ανθρώπου να παλεύει, να προσαρμόζεται, να διεκδικεί την αξιοπρέπεια, τη συντροφικότητα, τα μικρά τελετουργικά που προφυλάσσουν την ανθρωπιά του. Ίσως σε αυτό έρχεται πιο κοντά στον μεταγενέστερο Δρόμο του Κόρμακ Μακάρθι.
Διαφορετικές Αναγνώσεις
Ελλείψει οποιασδήποτε εξήγησης εκ μέρους της συγγραφέα, που αρνήθηκε πεισματικά να δώσει απαντήσεις ακόμα και στην οικογένειά της, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί με διάφορους τρόπους. Η φεμινιστική ανάγνωση υποστηρίζεται από διάφορα στοιχεία, μεταξύ άλλων και τον τίτλο-φράση του κειμένου «εγώ που δεν γνώρισα τους άνδρες», η ειρωνεία του οποίου αναδεικνύεται καλύτερα στα αγγλικά και γαλλικά, όπου οι λέξεις hommes και men δηλώνουν όχι μόνο τους άντρες αλλά και την ανθρωπότητα. Έπειτα, η αφήγηση θα μπορούσε να διαβαστεί ως μια παραβολή για τη φεμινιστική αφύπνιση. Η ηρωίδα εκκινεί από τον θυμό, την αμφισβήτηση της αυθεντίας, τη γνώση για τη θέση της, συνεχίζει σε κατανόηση και συμπόνια για τις συντρόφισσές της και καταλήγει στην αλληλεγγύη και την αγάπη.
Εξίσου θεμιτή είναι και μια κουίρ ανάγνωση που θα φώτιζε την αποδόμηση της θηλυκότητας. Μακριά από τους κοινωνικούς ρόλους της μητέρας, κόρης και συζύγου, οι σαράντα γυναίκες διαβιώνουν ελεύθερες από την ετεροπατριαρχία και τις επιτελέσεις του φύλου τους. Το φύλο σαν κατασκευή απασχόλησε, εξάλλου, τη Χαρπμάν και στο επόμενο μυθιστόρημά της, Ορλάντα, που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά (1996). Μία ακόμα δημοφιλής ερμηνεία των νέων χρηστών του Tik Tok είναι ότι η ελπίδα και η γνώση έρχονται από τη νέα γενιά, από άτομα που δεν είναι δέσμια του «παλιού κόσμου», αλλά έχουν την πυγμή και όρεξη να αναμετρηθούν με τις κατεστημένες δυνάμεις που οι μεγαλύτεροι έχουν αποδεχτεί.
Η ανάγνωσή του ως βιβλίου αντίστασης στην απανθρωποποίηση είναι, όμως, η επικρατέστερη, δεδομένου ότι συνδέεται και με ένα βιογραφικό στοιχείο της συγγραφέα. Ως παιδί εβραϊκής καταγωγής που έχασε ένα μεγάλο μέρος της οικογένειας της στο Άουσβιτς και η ίδια διέφυγε από τις Βρυξέλλες με τους γονείς της κατά τη ναζιστική εισβολή, η Χαρπμάν έζησε από πρώτο χέρι τη φρίκη του ολοκληρωτισμού. Εξίσου δημοφιλής είναι και η ανάγνωσή του ως εργαλείο αντίστασης στον σύγχρονο κόσμο που «συχνά θυμίζει δυστοπία» όπως γράφει στον πρόλογο και η συγγραφέας Σόφι Μάκιντος. Προτάσσοντας τη γνώση ως δύναμη σε έναν κόσμο άγνοιας, το βιβλίο διαβάζεται ευρέως στις ΗΠΑ ως πλοηγός στους χαλεπούς τραμπικούς καιρούς.
Τι μας κάνει ανθρώπους;
Το ερώτημα που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου, όμως, και μάλλον γι’ αυτό διατηρεί τη διαχρονικότητά του, είναι πιο ευρύ: Τι μας κάνει ανθρώπους; Η «μικρή» δεν έχει όνομα, ούτε γονείς, πατρίδα, σπίτι, αναμνήσεις, δεν μαθαίνει ποτέ τι είναι τέχνη, κουλτούρα, οργανωμένη κοινωνία. Γνωρίζει όμως τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη, τη φροντίδα, το πένθος, την αγάπη. Πορεύεται με την ελευθερία και δύναμη του νου, βιώνει την ανάγκη της επικοινωνίας, την περιέργεια της ανακάλυψης, έρχεται αντιμέτωπη με το υπαρξιακό ερώτημα.
Στην αρχή της πορείας της θυμίζει έναν Μαρσώ, μια αφηγήτρια ξένη ως προς το πολιτισμικό κληροδοτήματα, και όμως καταλήγει να είναι αυτή το τελευταίο αποκούμπι ανθρωπιάς. Η πορεία της, όσο αντίξοες και αφύσικες κι αν είναι οι συνθήκες διαβίωσης θυμίζει τελικά τον κύκλο κάθε ζωής. Γνώση, αντίδραση, επιβίωση, αποδοχή, θάνατος, και τριγύρω να αιωρούνται ένα σορό αναπάντητα ερωτήματα.
* Η ΦΑΝΗ ΧΑΤΖΗ είναι δημοσιογράφος και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για τη Ζακλίν Χαρπμάν
Η Ζακλίν Χαρπμάν (Jacqueline Harpman) γεννήθηκε στο Βέλγιο το 1929. Έγραψε πάνω από 15 μυθιστορήματα και τιμήθηκε με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Prix Médicis για το Orlanda.
![]() |
|
Η Ζακλίν Χαρπμάν (1929-20212), @Wikimedia Commons / Michiel Hendryckx |
Η οικογένειά της κατέφυγε στην Καζαμπλάνκα κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής και επέστρεψε στην πατρίδα της μετά τον πόλεμο. Αφού σπούδασε γαλλική λογοτεχνία, ξεκίνησε σπουδές ιατρικής, αλλά δεν μπόρεσε να τις ολοκληρώσει εξαιτίας της φυματίωσης από την οποία προσβλήθηκε. Στράφηκε στη συγγραφή το 1954 και το πρώτο της έργο εκδόθηκε το 1958.
Το 1980 απέκτησε το πτυχίο της ψυχαναλύτριας. Η Χαρπμάν έγραψε πάνω από 15 μυθιστορήματα και τιμήθηκε με σημαντικά λογοτεχνικά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Prix Médicis για το Orlanda. Πέθανε το 2012.
























